Αυτά που φέρνει ο «Νοτιάς»
Επιτέλους η αναμενόμενη ταινία του Τάσου Μπουλμέτη προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, παίρνοντας μας τα μυαλά και αφήνοντας πίσω της μια γεύση γλυκιά και μελαγχολική. Μια γεύση από άλλη εποχή.
Ποιος γλυκός «Νοτιάς» ξαναέφερε τον Μπουλμέτη στις κινηματογραφικές αίθουσες; Μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια ο σκηνοθέτης που έπλασε εικονικά την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, επέστρεψε με άλλη μια τεράστια παραγωγή, άκρως ονειρική, άκρως αναμενόμενη. Γενικώς, βλέποντας ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη νιώθεις πως χώθηκες μέσα στο άλμπουμ φωτογραφιών των παππούδων σου, λες και οι φωτογραφίες από τα μαγαζιά που είχαν το ’70, ντυμένοι με τα απίθανα αυτά ρούχα, ζωντάνεψαν, κι εσύ ωσάν ηδονοβλεψίας, μέσα από την κλειδαρότρυπα, κοιτάς τις ιστορίες τους που παίρνουν σάρκα και οστά.

Η ταινία-μεμοραμπίλια, ακολουθεί την παιδική, εφηβική και μετά-εφηβική ηλικία του Σταύρου, ενός αγοριού που πάσχει από μια σπάνια «πάθηση» να μπλέκει τις ιστορίες στο κεφάλι του, να τις ζεί, να τις μπουρδουκλώνει και να τις αλλάζει. Μερικές ιστορίες πρέπει να μένουν ίδιες ακριβώς όπως τις είπαμε, μα υπάρχουν και φορές που οι ιστορίες πρέπει να αλλάζουν για να εξελίσσονται μαζί τους όσοι τις ακούν, λέγεται εντός της ταινίας και το μήνυμα είναι μάλλον σαφές. Η σύγχρονη Ελλάδα, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα και όπως την πλάθει μέσα από το φακό του ο μεγάλος σκηνοθέτης, είναι μια Ελλάδα που ζεί σε μια μπερδεμένη ιστορία που κάπου χρειάζεται μια φρέσκια πνοή.
Η καρδιά σου γλυκαίνει καθώς ο άνεμος σε ρουφάει στα απίθανα πλάνα, τόσο καλά στημένα, με εξαιρετική απόδοση ρακόρ και φωτογραφίας. Η χρωμό-παλέτα του φίλμ είναι Αντερσενική, βλέπεις τη δράση μέσα από παλιό φακό σέπια, ζείς σε μια άλλη Ελλάδα, όπου τα μαγαζιά μες τις στοές έχουν μαγαζάτορες σκαρφίζονταν διάφορες ιστορίες και μηχανορραφούσαν απίθανα τεχνάσματα για να τα καταφέρουν, μικρά ψέματα που όμως βγάζουν προς τα έξω μεγάλες αλήθειες και ανάγκες. Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με τρυφερότητα το πώς λίγο πολύ όλοι οι Έλληνες είχαν την τάση να φουσκώνουν τις ιστορίες τους, με τον ίδιο τρόπο που οι Πολίτες φούσκωναν τις δικές τους ιστορίες από στόμα σε στόμα στην Πολίτικη Κουζίνα. Στο Νοτιά αυτή η τάση παίρνει άλλες διαστάσεις. Η μυθοπλασία μπλέκει με την πραγματικότητα κι όταν φτάσει η λύση του μύθου, έρχεται ανεμπόδιστα, ακανόνιστα και χωρίς κανείς να πληγωθεί.

Αντίθετα με την Πολίτικη Κουζίνα, ο Νοτιάς δεν κρύβει ένα δράμα μέσα στο σκρίπτ. Το δράμα είναι η ίδιες οι ιστορίες. Οι ερωμένες του Σταύρου που πάντοτε τις κλέβουν άντρες ισχυρότεροι, με λεφτά και διασυνδέσεις, κι εκείνος ένας ταπεινός καλλιτέχνης του φακού, βιώνει τους μικρούς τους θανάτους κάθε φορά που άλλη μια γυναίκα χάνεται. Ευτυχώς για εκείνον βρίσκοντας την κλίση του στον κινηματογράφο, έχει διέξοδο για όσες ιστορίες τον βασάνισαν. Το δράμα της Ελληνικής οικογένειας, που προσπαθεί να βολέψει το παιδί της σε μια δουλίτσα σίγουρη, η απαράδεκτη γραφειοκρατία, η γελοιότητα των φοιτητικών ομάδων που πάντα ψήφιζαν για τα πάντα, το δράμα της κατοχής και της λογοκρισίας, το δράμα της υπόσχεσης για μια μεγάλη Ελλάδα, που κάπου αφέθηκε στη μέση.

«Είμαι ένας προδομένος προδότης, αφήστε με να φύγω.» λέει εκ στόματος του πρωταγωνιστή Σταύρου, ο Γιάννης Νιάρρος ο 24χρονος ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, και μάλλον αυτό θέλει να δηλώσει ο Τάσος Μπουλμέτης για τη φύση του σύγχρονου Έλληνα. Από την βασιλική οικογένεια μέχρι την μεταπολίτευση η Ελλάδα άλλαξε δραστικά και δραματικά, άλλαξαν οι άνθρωποι, μα οι μύθοι και οι ιστορίες που διατηρούν το ισχυρό τους φρόνιμα δεν άλλαξαν. Έτσι έρχεται ο καλλιτέχνης να δώσει τη λύση στο άλυτο πρόβλημα, οι νέοι. Οι νέοι είναι αυτοί που μπορούν αν είναι τυχεροί σε κάθε εποχή να ορμήσουν στις παλιές ιστορίες και να τους δώσουν άλλον νόημα και πνοή. Το ζήτημα της ερμηνείας στην τέχνη και στην ιστορία. Οι νέοι είναι ταυτόχρονα οι προδομένοι προδότες, που θα αποφασίσουν να προδώσουν το φρόνημα και να πάρουν άλλον δρόμο, συχνά ακαταλαβίστικο από τους μεγάλους, αλλά από τους λίγους φωτισμένους ίσως πάρουν όχι μόνο μια ευκαιρία για έκφραση αυτού, μα και όποια βοήθεια μπορεί να τους δοθεί.
Όταν πάς να δείς τον Νοτιά, να ξέρεις θα σε συνεπάρει, ακόμα κι αν δεν ρίξεις ούτε ένα δάκρυ. Να πάς να το δείς σε ένα κεντρικό σινεμά. Στο Αθήναιον, στην Νιρβάνα, στο Ρεξ. Αφού δείς το φιλμάκι, βγές έξω. Περπάτα στους χιλιοπερπατημένους δρόμους, δές τα παλιά κτίρια του ’50 του ΄60 του ’70, θα σου φανούν πιο όμορφα και πιο καινούργια και μοντέρνα από ποτέ. Πέρνα από το Πολυτεχνείο, την Πατησίων, την Ομόνοια. Θα νιώσεις να συνομιλείς με μια εποχή άλλη, παλιά. Ειδικά αν είσαι στα 20’s θα νιώσεις πως τρύπωσες σε αναμνήσεις άλλων που -τι κρίμα- δεν έζησες ποτέ.
Ο Νοτιάς με ταξίδεψε, κι ακόμα ακούω την αγαπημένη μου Ζωζώ Σαπουντζάκη μες το κεφάλι να λέει «Σου μιλάει ο Νοτιάς, Σταύρο;», να προτρέπει εμένα την ίδια να δώ κι άλλες ιστορίες, πολλές ιστορίες, διαφορετικές και περίεργες για να μη διαστρεβλώνω τις παλιές και τρελαίνομαι. Ο Νοτιάς θα σας καλέσει, να χαρείτε πιο πολύ τη ζωή σας, να κάνετε πιο τρελές και παράλογες σκέψεις, να ονειρευτείτε περισσότερο, να κάνετε περισσότερο σεξ, να βγάλετε πιο πολλές φωτογραφίες, να αφεθείτε στο τώρα πριν γίνει μια μεμοραμπίλια για τους επόμενους.