«Ήμουν κυρίως κατακτημένος»: Ο Άγγελος Αντωνόπουλος μέσα από τα δικά του λόγια
Αποχαιρετάμε τον αρχοντικό θεατράνθρωπο μέσα από όσα είχε πει για τα παιδικά του χρόνια, την μάνα στην οποία χρώσταγε τα πάντα, τη σχέση του με την Αριστέρα, την πίστη αλλά και τον έρωτα.
Περιεχόμενα
- «Τους καλύτερους στίχους μου τους έγραψα ανάστατος, πεταγμένος από το κρεβάτι μου τις νύχτες»
- «Τα έχασα με την μαγεία αυτή που είδα, στο Εθνικό Θέατρο τον “Θείο Βάνια” του Κουν»
- «Στους Χαιρετισμούς ο παπάς δεν έβρισκε εκκλησίασμα»
- «Η θρησκευόμενη πλευρά της προσωπικότητάς μου δεν προσέκρουσε στην αριστερή μου σκέψη»
Σπουδαίος θεατράνθρωπος μα και παρών σε μερικές από τις ιστορικότερες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης, ο Άγγελος Αντωνόπουλος άφησε το στίγμα του στη σκηνή και την οθόνη, πριν φύγει από τη ζωή στα 94 χρόνια του. Οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, όμως, δεν τελείωναν εκεί: υπέγραψε δύο μυθιστορήματα καθώς και μια ποιητική συλλογή. Η σχέση του με την γραφή και ειδικότερα με την ποίηση ξεκίνησε από νωρίς όπως έχει πει ο ίδιος.
«Τους καλύτερους στίχους μου τους έγραψα ανάστατος, πεταγμένος από το κρεβάτι μου τις νύχτες»
«Ο παππούς μου είχε ένα μαγέρικο, στην Ολυμπία, όπου έτρωγαν οι σιδηροδρομικοί και οι αρχαιολόγοι. Ο παππούς της μητέρας μου, την ημέρα που γεννήθηκε, κέρασε από τη χαρά του όλο το ταβερνείο και τότε ένας αρχαιολόγος είπε: ”Θα τη βαφτίσω εγώ!…” Ήρθε στη βάπτιση από τις Μυκήνες και της έδωσε το όνομα Μυκήνα. Ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν. Ήμουν πολύ δεμένος με τη μάνα μου. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν δύο ετών. Μεγάλωσα με μια γυναίκα μαυροφορεμένη, μ’ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, αλλά με πλεόνασμα ψυχής. Έφερε κοντά μου όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούν τη συγκίνηση της ζωής. Προερχόταν από τον κόπο, από τα βάσανα, από την ταλαιπωρία. Σύντομα φύγαμε από τον Πειραιά και πήγαμε στην Αρχαία Ολυμπία. Η ζωή στο χωριό ήταν ευλογία Θεού. Είχαμε σταφίδα, μερικές κότες, όταν βρίσκαμε καλαμπόκι φτιάχναμε ψωμί. Εκεί δεν πεινάσαμε. Δεν ζήσαμε τη μεγάλη συμφορά των πόλεων, που μάζευε το κάρο της δημαρχίας από τους δρόμους τους ανθρώπους.
Σε αυτή τη μάνα χρωστώ τα πάντα. Όπως και στους δασκάλους μου. Είχα πολύ ωραίους δασκάλους στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Στην τάξη μαζευόμαστε περίπου ενενήντα παιδιά κάθε πρωί, γιατί έρχονταν και από τα γύρω χωριά. Από τότε έγραφα ποιήματα. Δημοσιεύτηκε, μάλιστα, ένα στην ”Αυγή” του Πύργου, μία σημαντική εφημερίδα, από τον Τάκη Δόξα, στη στήλη ”Νέοι Ποιητές”. Ένιωσα συγκίνηση και ταραχή, αλλά μαζί και ευθύνη. Ο συγκλονισμός μου ήταν πιο μεγάλος, όταν έφερε ο δάσκαλος την εφημερίδα στην τάξη και μου είπε να διαβάσω το ποίημά μου. Η ποίηση με συγκλόνισε από μικρό. Ήταν για μένα τρόπος έκφρασης. Τα νεανικά μου χρόνια ήταν γεμάτα από ποίηση. Έπαιξε ρόλο και το περιβάλλον. Μεγάλωνα στην Αρχαία Ολυμπία. Ζήσαμε ιστορικούς κραδασμούς. Πολέμους, Κατοχή, Εμφύλιο. Αυτά ήταν ερεθίσματα για να καταφύγει κανείς στην ποίηση. Έχω πράγματα στο συρτάρι. Τους καλύτερους στίχους μου τους έγραψα ανάστατος, πεταγμένος από το κρεβάτι μου τις νύχτες», έχει δηλώσει σε συνέντευξη του στην Καθημερινή.
«Μεγάλωσα στην Αρχαία Ολυμπία και είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Τα όνειρά μου, τα 60 αυτά χρόνια είναι στο Αλφειό και κάνω μπάνιο».
Η Ολυμπία ήταν ο τόπος που σημάδεψε τον Αγγελόπουλο. Σε συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου στο «Ενώπιος Ενωπίω» είχε πει: «Μεγάλωσα στην Αρχαία Ολυμπία και είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Τα όνειρά μου, τα 60 αυτά χρόνια είναι στο Αλφειό και κάνω μπάνιο. Ή πάω στο Γυμνάσιο, ή στο σταθμό του τρένου, που ήταν τα αγαπημένα μου μέρη. Εκεί βλέπω τα όνειρά μου τόσα χρόνια».
«Τα έχασα με την μαγεία αυτή που είδα, στο Εθνικό Θέατρο τον “Θείο Βάνια” του Κουν»
Το μικρόβιο του θεάτρου το απέκτησε από μικρός. «Ανεβάσαμε σαν παιδιά ένα θεατρικό έργο πάνω σε μια ταράτσα, έγινε χαμός, μαζεύτηκαν όλοι και ήταν αρκετό για να μπει το μικρόβιο. Ήταν σπουδαία». Και συνέχισε λέγοντας: «Έκανα διάφορες δουλειές, όμως δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Το είχα συνέχεια στο μυαλό μου. Πήγα στο υπόγειο στο Θέατρο Τέχνης, ο Κουν τότε ήταν πολύ απασχολημένος. Κόσμος… Χατζηδάκις, Τσαρούχης… ηθοποιοί. Πώς να τον απασχολήσω εγώ; Κάθισα σε τέτοια θέση ώστε να τον αναγκάσω να με προσέξει. Έτσι και έγινε, με ρώτησε τι θέλω και του είπα θέλω να γίνω ηθοποιός, μου είπε να πάω την άλλη ημέρα, αλλά ήταν χειρότερα. Του απήγγειλα την Ιθάκη του Καβάφη. Και μου λέει ο Κουν, “τι να σας πω συνήθως τα ποιήματα δεν τα λέμε έτσι, αλλά την Ιθάκη με πείσατε ότι μόνο έτσι μπορούμε να την λέμε”. Αυτό ήταν για εμένα φοβερό, απογειωτικό».

Ο Κουν υπήρξε ο μέντοράς του, ο καθοδηγητής και ο εμπνευστής του. Σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «Αμαρυσία» λέει για τον δάσκαλό του: «Ήταν απέραντος, μεγάλος, απρόβλεπτος, εμπνευσμένος… Μεγάλη μορφή που δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια. Οι ώρες της διδασκαλίας του, όσοι είχαμε την τύχη να είμαστε μαθητές του, ευχόμασταν να μην τελειώσουν ποτέ. (…) Σε όλα μου τα αδιέξοδα, εξήλθα πάντα σκεπτόμενος τον Κουν. Αυτά που έλεγε και την στάση ζωής του».
Όμως, όση καταξιώση και αν έφτανε, δεν ξεχνούσε τη μάνα στην οποία «χρωστά τα πάντα». Στην ίδια συνέντευξη στον Χατζηνικολάου λέει: «Τα έχασα με την μαγεία αυτή που είδα, στο Εθνικό Θέατρο τον “Θείο Βάνια” του Κουν. Έτσι αποφάσισα να γίνω ηθοποιός. Το είπα στην μάνα μου, τι να σου πω παιδί μου μου απάντησε. Εκείνο το απόγευμα της είπα φεύγω να δώσω εξετάσεις. Μέναμε σε ένα δωμάτιο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, αυτή ήταν στο μπαλκόνι και με περίμενε. Έζησε και τον “Άγνωστο Πόλεμο” και μια οικονομική μου άνθηση, είχα σκοπό να της προσφέρω ό, τι καλύτερο μπορούσα».
«Στους Χαιρετισμούς ο παπάς δεν έβρισκε εκκλησίασμα»
Σε συνέντευξη του στη Lifo, μίλησε για την εμπειρία της τηλεόρασης, στην οποία βρέθηκε για πρώτη φορά με τον «Άγνωστο πόλεμο» του Κουτσομύτη. «Μέχρι εκείνη την ώρα η τηλεόραση δεν ήταν καθόλου ελκυστική. Φοβόμουν και καθώς ήμουν πρωταγωνιστής σε ένα από τα καλύτερα θέατρα της Αθήνας, σκεφτόμουν: “Να σπάσω τα μούτρα μου στην τηλεόραση, να γίνω ρεζίλι;”. Ο Κουτσομύτης με έπεισε να παίξω. Άρχισαν οι προβολές και μετά από 4-5 εβδομάδες, μια Κυριακή, βγαίνω στη σκηνή και χαλάει ο κόσμος. Πέταγαν γαρδένιες, σαν να ήμασταν στα μπουζούκια. Αυτό που ακολούθησε τα επόμενα τρία χρόνια ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Σταματούσαν τα πάντα για να δουν τη σειρά. Στους Χαιρετισμούς ο παπάς δεν έβρισκε εκκλησίασμα. Ήταν πολλή μεγάλη επιτυχία, που όμως δέχτηκε καταιγισμό πυρών. Αλλά εγώ δεν είχα λόγο να μην παίξω. Το θέμα ήταν ο πόλεμος της Ελλάδας κατά του φασισμού. Εξυμνούσε το έπος της Αλβανίας, μια μεγάλη δόξα, και με φώναξαν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ερχόντουσαν στο καμαρίνι μου οι άνθρωποι συγκινημένοι, γιατί ο Φώσκολος που έγραφε το σενάριο αναφερόταν σε μάχες στις οποίες είχαν συμμετάσχει οι ίδιοι. Έπαιξαν πολλοί συνάδελφοι, επίσης, προοδευτικοί. Τότε δεν υπήρχε κανένας δισταγμός για την επιλογή μας και δεν λέγαμε πράγματα που ενοχλούσαν. Είχα μια σκηνή στην οποία είχα συνάντηση με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Ιταλίας και του έψελνα τα εξ αμάξης για τον φασισμό. Γιατί να είχα δισταγμό να παίξω αυτήν τη σκηνή; Αργότερα, όμως, αφού έπεσε η χούντα, πέρασα δύσκολα λόγω της συμμετοχής μου στη σειρά. Φάνηκε όμως ότι η αντίδραση αυτή δεν ήταν του κόσμου αλλά κάποιων δημοσιογράφων και ηθοποιών, ανθρώπων που ήταν πιο φανατικοί δημοκράτες από εμένα. Με ταράξανε, αλλά η καριέρα μου δεν σταμάτησε ποτέ. Το θέατρο γέμιζε την περίοδο της Μεταπολίτευσης κάθε βράδυ».
«Είχα μια σκηνή στην οποία είχα συνάντηση με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Ιταλίας και του έψελνα τα εξ αμάξης για τον φασισμό. Γιατί να είχα δισταγμό να παίξω αυτήν τη σκηνή;»
«Η θρησκευόμενη πλευρά της προσωπικότητάς μου δεν προσέκρουσε στην αριστερή μου σκέψη»
Εκτός από το θέατρο, μικρός ανακαλύπτει και την Αριστερά, όπως αποκαλύπτει στην «Αμαρυσία». «Την αριστερή μου απόκλιση την ανακάλυψα σχεδόν στην εφηβεία. Με τον Μαρξ, όμως και την ευρύτερη φιλοσοφία της αριστερής σκέψης συναντήθηκα στα πιο ώριμα χρόνια μου, όταν συνομίλησα με αγωνιστές και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας και διάβασα πολλά σχετικά βιβλία». Διατηρεί ωστόσο την πίστη του και την συνδυάζει με την πολιτική του ιδεολογία. «Η θρησκευόμενη πλευρά της προσωπικότητάς μου δεν προσέκρουσε στην αριστερή μου σκέψη. Από μικρός ήμουν θρησκευόμενος. Αργότερα ανακάλυψα την αριστερά και τον κομμουνισμό. Και μαζί ανακάλυψα ότι και το ένα και το άλλο είναι «πολιτική οικονομία». Ο μεν Χριστός την κατέθεσε με πιο ρομαντικό τρόπο λέγοντας «ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι», ο δε Μαρξ αναπτύσσοντας την οικονομική του θεωρία, την οποία ονόμασε «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» και η οποία διδάσκεται σήμερα σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου».
«Δεν υπήρξα τόσο μάχιμος όσο χρειαζόταν για να προκαλέσω τους πολέμιους της Αριστεράς» απαντά σε ερώτηση του δημ0σιογράφου Τάσου Μεργιάννη για το αν υπέστη ποτέ διώξεις και εκμεταλλεύεται την αφορμή για να απολογηθεί στην Αριστερά και ίσως στον εαυτό του. «Είναι κάτι για το οποίο έχω μετανιώσει και δηλώνω την ενοχή μου. Εκείνο που με λύτρωσε είναι ότι κάνω μια δουλειά που με αναγκάζει να είμαι πάντα μάχιμος και πάντα αγωνιστής».
Όσο για την προσωπική του ζωή, παρότι μια σημαντική σχέση του «δεν προχώρησε» και δεν απέκτησε παιδιά, χόρτασε τον έρωτα. «Ο έρωτας γενικώς έπαιζε σοβαρό ρόλο στη ζωή μου», λέει στην Καθημερινή. «Σας κυνηγούσαν;» ρωτά η δημοσιογράφος Γιώτα Συκκά. «Και εγώ τις κυνηγούσα και μου άρεσε. Ενας συνάδελφός σας μου είπε “σας σκέφτομαι ως κατακτητή” και του απάντησα “ήμουν κυρίως κατακτημένος”».