Πως το ποδόσφαιρο μπορεί να εξαλείψει το μίσος και να φέρει τον σεβασμό και την αγάπη
Μετά την τραγωδία του Charlie Hebdo οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, και της αδελφοσύνης έδειχναν να ξεθωριάζουν στην Γαλλία. Όχι όμως για τους χιλιάδες εφήβους που παίζουν ποδόσφαιρο κάθε εβδομάδα στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού.
Το ποδόσφαιρο για τους Γάλλους αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Με πληθυσμό που ανέρχεται στα 12 εκατ. το Παρίσι ξεπερνάει σε πληθυσμό ακόμα και ολόκληρες χώρες και στο Σατενέ-Μαλαμπρί-μια πόλη 12 χιλιόμετρα νότια του Παρισιού- ο τοπικός αθλητικός σύλλογος ASVCM (Association Sportive Voltaire Chatenay Malabry), λειτουργεί ως κυψέλη δραστηριότητας για όλους τους νέους.
Ο συγκεκριμένος σύλλογος ανοίγει τις πόρτες του σε όλους τους νεαρούς ποδοσφαιριστές ανεξαρτήτου εθνικότητας και οικογενειακού επιπέδου. Λόγος ύπαρξης της ASVCM είναι με την παρουσία της να βοηθήσει νεαρούς κι έφηβους να ξεφύγουν από δύσκολες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Ορισμένες οικογένειες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα για την πληρωμή των συνδρομών αφού η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει πολλές οικογένεις στην Γαλλία και η ASVCM κάνει ότι μπορεί για να διευκολύνει την συμμετοχή των νέων σε όλες τις αθλητικές δραστηριότητες που έχει την δυνατοτητα να προσφέρει.
Εκτός από το να διδάσκουν τα μυστικά της μπάλας οι άνθρωποι του συλλόγου προσπαθούν να εμπολιάσουν όλα αυτά τα παιδιά με τις έννοιες του σεβασμού, της ανοχής και της ευγενούς άμιλλας. «Το σύνθημά μας είναι ένα παιδί και μια μπάλα», δηλώνει ο πρόεδρος του ποδοσφαιρικού τμήματος Μαρκ Ζιράρ και προσθέτει: «Μια ποδοσφαιρική ομάδα όπως εμείς αγωνιζόμαστε πάνω στην εκπαίδευση και στην ανατροφή. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε κοινωνική ευθύνη», στεκόμενος στον διττό ρόλο που θα πρέπει να έχουν τοπικοί σύλλογοι στην διαπαιδαγώγηση των νέων.
«Μέσο κοινωνικοποίησης»
Στο κατά πόσο οι τοπικοί αθλητικοί σύλλογοι μπορούν να δώσουν τα σωστά πρότυπα ώστε σε μία δύσκολη κοινωνία όπως είναι η γαλλική να μην υπάρχει πλέον μίσος, μισαλλοδοξία και φόβος, ο πρόεδρος του ανεξάρτητου φόρουμ Αθλητισμός και Δημοκρατία, Ανρί Σισέ, είναι ξεκάθαρος.
«Μέσα από το ποδόσφαιρο, ο αθλητισμός είναι το τρίτο μέσο κοινωνικοποίησης μετά το σχολείο και την οικογένεια. Μάλιστα, πολλές φορές το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει το δεύτερο μέσο κοινωνικοποίησης όταν η οικογένεια δεν μπορεί ή δεν έχει τον χρόνο ή τα μέσα να ενσωματωθεί».
Ο Σισέ είναι παρουσιαστής στο Canal + και η καταγωγή του είναι από την Σενεγάλη, μία χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό η οποία παρά το κοσμικό δίκαιο που διέπει το κράτος έχει φανατικούς ισλαμιστές. Ο Σισέ μιλώντας μετά τις επιθέσεις των τζιχαντιστών τον Ιανουάριο στα γραφεία της Charlie Hebdo όσο και στο κατάστημα Hyper Cacher της Πορτ ντε Βενσέν, στάθηκε στο αν ο αθλητισμός απέτυχε να βοηθήσει τους τρεις δράστες.

«Αμέσως ψάξαμε για λύσεις στον τομέα του αθλητισμού ώστε να κατανοήσουμε που είχε αποτύχει. Ακόμα και αν ο αθλητισμός δεν απέτυχε στην κοινωνικοποίηση των τριών ανδρών που διέπραξαν τις φρικαλεότητες, η ίδια η κοινωνία απέτυχε. Άλλωστε ο αθλητισμός δεν είναι τίποτα άλλο από μια αντανάκλαση της κοινωνίας που ζούμε».
Η «λευκή» κοινωνία και η άσχημη μετάλλαξη
Η Γαλλία έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία 50 χρόνια και ο Πατρίκ Μινιόν, κοινωνιολόγος στο Εθνικό Ινστιτούτο Αθλητισμού, σημειώνει ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 60` η Γαλλία ήταν μία «λευκή» κοινωνία.
Οι περισσότεροι μέχρι τότε μετανάστες προέρχονταν από χώρες της Ευρώπης και είχαν καταφέρει να αφομοιωθούν σχετικά εύκολα στον κοινωνικό ιστό. Στη συνέχεια η μετατροπή των αποικιών σε ανεξάρτητα κράτη αλλά και ο πόλεμος της Αλγερίας άλλαξε κατά πολύ τον δημογραφικό χάρτη της Γαλλίας. Έτσι, ξαφνικά μετά το 1962 ένας μεγάλος αριθμός Βορειοαφρικανών πέρασε την Μεσόγειο κι έφτασε στη χώρα. Οι περισσότεροι από αυτούς έψαξαν μια οικονομική ευκαιρία κι εκείνη την εποχή η Γαλλία πρόσφερε καλύτερες θέσεις εργασίας από την στιγμή που η μεταπολεμική της οικονομία κάλπαζε.
Η πετρελαϊκή κρίση όμως του 73` συντέλεσε στην δημιουργία πληθωρισμού και στην αύξηση της ανεργίας. Όπως ήταν φυσικό οι δύο αυτοί παράγοντες ήταν καθοριστικοί για να εμφανιστεί το φαινόμενο της ξενοφοβίας. Ο ρατσισμός ήταν διάχυτος κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του εθνικιστικού κόμματος του Ζαν Μαρί Λε Πεν, «Εθνικό Μέτωπο» το οποίο χτυπούσε στο θυμικό του Γάλλου πολίτη με σύνθημα: «Ποιος είναι αληθινός Γάλλος;».
Το κύμα μετανάστευσης της δεκαετίας του 60`, συνέπεσε με το Μάη του `68. Αναπόφευκτα οι νέοι στράφηκαν προς το μαζικό κίνημα αμφισβήτησης και ο αθλητισμός νομοτελειακά πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Αν προστεθεί και το γεγονός ότι εκείνη την εποχή η Γαλλία δεν είχε να επιδείξει διακρίσεις και μετάλλια σε μεγάλες διοργανώσεις, αντιλαμβάνεται κανείς ότι πολύ δύσκολα κάποιος θα ασχολούνταν δυναμικά με ένα σπορ.
Ο νόμος Μαζό και η κοινωνική ενσωμάτωση
Θα έπρεπε να φτάσουμε στα μέσα της δεκαετίας του 70` ώστε να αλλάξει η κατάσταση. Στοχευμένες κυβερνητικές πολιτικές ενθάρρυναν την μεγαλύτερη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες, και το 1975 ο νόμος Μαζό εξασφάλιζε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για τον αθλητισμό. Από τότε, η ενασχόληση με κάθε είδους σπορ ήταν και ένα εισιτήριο κοινωνικής ενσωμάτωσης, με το ποδόσφαιρο να είναι πρωτοπόρο στην προσπάθεια αυτή.
Ο Ντιανέ και το ρεκόρ
Σύμφωνα με τον Σισέ η αφομοίωση μέσω του ποδοσφαίρου λειτουργεί διαφορετικά στον καθέναν. Ο ίδιος κουβαλάει μεγάλη ιστορία με τον πρόγονό του Μπλες Ντιανε να γίνεται ο πρώτος μαύρος Αφρικανός που εκλέχτηκε στο γαλλικό κοινοβούλιο, ενώ ο γιος του Μπλες, Ραούλ διέπρεψε ως ποδοσφαιριστής στην Ράσινγκ Παρί κι έγραψε ιστορία όταν το 1931 έσπασε το ταμπού γινόμενος ο πρώτος μαύρος παίκτης για την εθνική Γαλλίας.
Και οι δύο Ντιανέ ήταν πετυχημένοι λόγω του ταλέντου τους, αλλά μόνο εύκολο δεν ήταν να διακριθούν. Πάντοτε λόγω του χρώματος έπρεπε να κάνουν την διπλάσια και τριπλάσια προσπάθεια για να αποδείξουν την αξία τους. «Είναι κουραστικό να προσπαθείς να αποδεικνύεις συνεχώς την αξία σου μόνο και μόνο λόγω χρώματος και όπως είναι λογικό μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά για κάποιον» ξεκαθαρίζει ο Σισέ.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, ο αθλητισμός παραμένει μια αρένα όπου ο καθένας μπορεί να γίνει μονομάχος. Παντού σε όλη τη χώρα, παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα παίζουν μαζί και μαθαίνουν να υπερέχουν ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος, την οικογενειακή προέλευση, ή θρησκευτικό υπόβαθρο.
Η περίπτωση του Ελ Αλαγκί
Μία τέτοια περίπτωση ήταν ο Φαρίντ Ελ Αλαγκί ο οποίος την εποχή των επιθέσεων αγωνιζόταν στο Εδιμβούργο και την Χιμπέρνιαν. «Ποτέ δεν ένιωσα τίποτα, καμία διαφορά, από τον τρόπο που οι άνθρωποι μας κοιτούσαν», θυμάται από τα νεανικά του χρόνια στην Μαρμάντ μια πόλη κοντά στο Μπορντό, νοτιοδυτικά της Γαλλίας.

Οι γονείς του 29χρονου επιθετικού μετανάστευσαν από το Μαρόκο στις αρχές του 1970, με τον Αλαγκί να μεγαλώνει κοντά στο γήπεδο της πόλης ξεκινώντας να παίζει για την τοπική ομάδα της Μαρμάντ .
Όπως κάθε νέο παιδί έτσι και του Αλαγκί του άρεσε το ποδόσφαιρο, και μέσω της παρουσίας του στην ομάδα συνειδητοποίησε για τα καλά το αίσθημα της συναδελφικότητας και της συλλογικότητας.
«Νομίζω ότι το ποδόσφαιρο βοηθάει πολύ να αποβάλεις την αίσθηση του κοινωνικού αποκλεισμού», δηλώνει ο ίδιος. Το ποδόσφαιρο παίζει τον ίδιο ρόλο στην σημερινή εποχή παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ανασταλτικοί παράγοντες όπως είναι το ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που απομονώνονται κοινωνικά από το περιβάλλον τους, όντας προσκολλημένοι σε ένα online κόσμο. Για το Ελ Αλαγκί το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει το καλύτερο αντίδοτο σε αυτή την απομόνωση.
«Το να μοιράζεσαι το ίδιο πάθος και να συμμετέχεις στα ίδια σπορ βοηθάει στην ενεργότερη συμμετοχή στην κοινωνία και στην Γαλλία το πιο κοινό σπορ είναι το ποδόσφαιρο. Για κάθε παιδί η πρώτη μπάλα που θα κλωτσήσει είναι αυτή του ποδοσφαίρου. Οι περισσότεροι αθλητές ανεξάρτητα από την επαγγελματική τους πορεία τους έπαιξαν ποδόσφαιρο. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των διάσημων Γάλλων αθλητών του NBA, Νικολάς Μπατούμ και Κέβιν Σεραφέν».
Η λάθος πολιτιστική στάση
Παρόλα αυτά η πολιτιστική στάση του αθλητισμού αλλά κυρίως του ποδοσφαίρου παρέμενε προβληματική. Το δυστύχημα για την Γαλλία είναι ότι δεν έχει αθλητική κουλτούρα παρόμοια με εκείνη που υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ. Η γαλλική ελίτ καθώς και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης παραδοσιακά απαξίωσαν το ποδόσφαιρο χαρακτηρίζοντάς το ως το άθλημα της εργατικής τάξης.
Μάλιστα, κάθε αποτυχία σε εθνικό επίπεδο έφερνε άπειρες δημόσιες επικριτικές συζητήσεις. Τέτοια περιφρόνηση και απαξίωση μπορεί να σχετίζεται με το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο έγινε το πρώτο επαγγελματικό σπορ στις αρχές της δεκαετίας του 30`. Η μισθοφορική του φύση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το σύγχρονο Ολυμπιακό δόγμα και την ευγενή άμιλλα. Και στην Γαλλία οι παλιές συνήθειες δύσκολα κόβονται.
Η εθνική του 98 και η έξαρση αγάπης
Ο Κριστιάν Γκουρκίφ ο οποίος κουβαλάει χρόνια εμπειρίας στους πάγκους και αυτή την στιγμή έχει τις τύχες της εθνικής Αλγερίας τονίζει ότι η ίδια η Γαλλία εξακολουθεί να μην διαθέτει μεγάλο σεβασμό για το ποδόσφαιρο. Το 1998 στην χώρα διοργανώθηκε το Μουντιάλ με τους «τρικολόρ» να φτάνουν στην κατάκτησή του. Εκείνη την εποχή υπήρξε μια τρομερή έξαρση αγάπης των Γάλλων προς το ποδόσφαιρο, ειδικά στις νεαρές ηλικίες. Όλοι κυκλοφορούσαν με φανέλες των Ζιντάν, Ντεσαγί, Ντεσάμπ και Μπλαν.

«Η εθνική περηφάνεια των Γάλλων αυξήθηκε το 1998 και το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν το σημείο κλειδί παρά το γεγονός ότι οι Γάλλοι δεν είναι γνώστες του ποδοσφαίρου όπως συμβαίνει σε άλλες μεσογειακές χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία» αναφέρει ο 60χρονος τεχνικός.
Εκείνη η εθνική ομάδα πέτυχε κάτι το σπουδαίο κάτι πολύ πιο πάνω πάνω από την απλή κατάκτηση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μία εθνική που η πλειοψηφία των παικτών είχε ρίζες εκτός Γαλλίας (Ζιντάν-Αλγερία, Τιράμ-Γουαδελούπη, Καρεμπέ-Νέα Καληδονία, Ντεσαγί-Γκάνα, Τζοργκαέφ-Αρμενία, Βιεϊρά-Σενεγάλη-Πιρές-Πορτογαλία και Ισπανία-Τρεζεγκέ-Αργεντινή) και κατάφερε μέσα στον αγωνιστικό χώρο να ενώσει 65 εκατ. ανθρώπους και να δημιουργήσει ένα αίσθημα εθνικής αλληλεγγύης γύρω από την ομάδα.
Οι λευκοί, οι μαύροι, καθώς και οι αραβικής προέλευσης παίκτες κατάφεραν να υλοποιήσουν αυτό το αίσθημα. Αυτό έγινε αντικείμενο θαυμασμού αφού οι εν λόγω ποδοσφαιριστές κατάφεραν να αναπαραστήσουν με τον θετικότερο τρόπο την πολυεθυνικότητα της χώρας.
Από τότε τα ΜΜΕ έχουν ενισχύσει κατά πολύ την δημοτικότητα του ποδοσφαίρου. Η εισροή χρημάτων από τους χορηγούς, τα τηλεοπτικά συμβόλαια, αλλά και οι ξένοι επενδυτές έχουν συντελέσει ώστε το συγκεκριμένο σπορ να γίνει ιδιαίτερα ελκυστικό για πολλούς νέους και παραδοσιακά επαγγέλματα όπως η ιατρική και η νομική να μπουν σε δεύτερη μοίρα.
Ακαδημίες οι οποίες στο παρελθόν επικεντρώνονταν αποκλειστικά σε κλασικά αθλήματα όπως είναι ο στίβος πλέον ανοίγουν τις πόρτες και στο ποδόσφαιρο οι οποίες γεμίζουν από επίδοξους παίκτες των οποίων οι γονείς και οι παππούδες έφτασαν από την Αφρική.
Γι αυτά τα παιδιά το ποδόσφαιρο είναι η ευκαιρία να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα, ενώ για τις οικογένειές τους είναι ένας τρόπος ώστε τα παιδιά τους να επιβιώσουν. «Είναι πιο δύσκολο να εξελιχθείς κοινωνικά μέσω της δουλειάς ή του σχολείου. Έτσι, ο αθλητισμός είναι ένας τρόπος για τους μετανάστες όχι μόνο να μπορέσουν να ενταχθούν στην γαλλική κοινωνία αλλά και μάλιστα να υπάρξει ένα είδος επιβράβευσης είτε μέσω της διάκρισης είτε μέσω του οικονομικού κέρδους».
Η δοκιμασία εκ των έσω
Κατά γενική ομολογία το ποδόσφαιρο παραμένει ένα από τα πιο ισότιμα σπορ. Και αυτό γιατί πραγματικά ο ένας χρειάζεται τον άλλον και όλοι μαζί λειτουργούν ως ομάδα, γιατί μόνο ως ομάδα μπορείς να φτάσεις στη νίκη.
Βέβαια, δεν είναι όλα ρόδινα. Πολλές ακαδημίες κάνουν παιδομάζωμα από πολύ μικρή ηλικία κι στην περίπτωση που η εξέλιξη των παιδιών δεν είναι η ιδανική ώστε να προχωρήσουν στο επόμενο επίπεδο που είναι η επαγγελματική καριέρα, αποχωρούν και χωρίς καμία ελπίδα συνήθως έχουν άσχημη κατάληξη καταλήγοντας είτε σε συμμορίες είτε ακόμα και σε ακραία μορφές βίας όπως οι φανατικοί τζιχαντιστές.
Επίσης κάποιες φορές το ίδιο το άθλημα δοκιμάζεται από ενέργειες των ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτό. Το Νοέμβριο ο Βίλι Σανιόλ, προπονητής της Μπορντό, είχε προκαλέσει αντιδράσεις με σχόλιο του για τους αφρικανούς ποδοσφαιριστές.
Σε συνέντευξή του στην τοπική εφημερίδα «Sud Ouest» ο Σανιόλ αναφερόμενος στους αφρικανούς ποδοσφαιριστές είχε δηλώσει: «Οσο θα είμαι εγώ στην Μπορντό η ομάδα θα αποκτά λιγότερους αφρικανούς παίκτες, γιατί δεν θέλω να βρίσκομαι κάθε δύο χρόνια με 12 ποδοσφαιριστές που λείπουν για μερικούς μήνες. Τα πλεονεκτήματα ενός αφρικανού παίκτη είναι ότι δεν κοστίζει ακριβά όταν τον αποκτάς και είναι έτοιμος να πολεμήσει. Το ποδόσφαιρο όμως δεν είναι μόνο αυτά. Χρειάζεται επίσης τεχνική, εξυπνάδα και πειθαρχία. Χρειάζεται να τα έχεις όλα».
Αντιρατσιστικές οργανώσεις αλλά και ο πρώην του συμπαίκτης στην Εθνική, Λιλιάν Τιράμ, είχαν αντιδράσει με τον ίδιο να τονίζει ότι οι δηλώσεις του παρερμηνεύτηκαν. Από το περιστατικό του Σανιόλ φαίνεται ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην διαχείριση του αθλητισμού. Κι ενώ στην σημερινή εποχή υπάρχουν προπονητές όλων των εθνικοτήτων, η ποδοσφαιρική ιεραρχία παραμένει προνόμιο παλαιότερων λευκών ανδρών.
Το παράδειγμα του χάντμπολ
Μια ξεχωριστή περίπτωση είναι το χάντμπολ. Η εθνική ομάδα κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στα τέλη του Ιανουαρίου προσφέροντας ένα είδος γιατρικού στον λαό που εκείνες τις ημέρες ακόμα θρηνούσε. Η εθνική ομάδα χάντμπολ πρωταγωνιστούσε διαχρονικά στις μεγάλες διοργανώσεις και τα μέλη της αντιπροσώπευαν την πολυχρωμία που υπάρχει στην χώρα.
Μάλιστα, ένας από τους καλύτερους αθλητές χάντμπολ που έχει βγάλει η Γαλλία ο γεννημένος στην Γουαδελούπη Ντιντιέ Ντινάρ ετοιμάζεται να γίνει ο επόμενος ομοσπονδιακός τεχνικός. «Ο Ντιντιέ αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση που θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για όλα τα νέα παιδιά των μεταναστών» προσθέτει ο Ανρί Σισέ.
Βέβαια, το χάντμπολ μπορεί να έχει επιτυχίες, αλλά δεν μπορεί να κοντράρει σε δημοτικότητα το ποδόσφαιρο κι εκεί στέκεται ο Ελ Αλαγκί. «Ποδόσφαιρο μπορεί να παίξει ο καθένας οποιαδήποτε ώρα και παντού. Δεν έχω δει να παίζουν χάντμπολ στο δρόμο όπως συμβαίνει με το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς και είναι παντού».
Η κυβέρνηση παίρνει μέτρα
Στα τέλη Ιανουαρίου ο Υφυπουργός Αθλητισμού, Τιερί Μπραϊγάρ, έκανε έκκληση σε όλους τους αθλητικούς συλλόγους της χώρας να χρησιμοποιήσουν την πείρα τους για να βοηθήσουν στη βελτίωση των κοινωνικών δεσμών. Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι με το εκτεταμένο δίκτυο που διαθέτουν και με την ουσιαστική συμμετοχή τους σε ορισμένες από τις κοινότητες μειονοτήτων της χώρας δείχνουν τον δρόμο της ελπίδας.

Έτσι, η κυβέρνηση Ολάντ αποφάσισε να προβεί στην λήψη μέτρων χρησιμοποιώντας ως μέσο τον αθλητισμό σε μία προσπάθεια να βελτιώσει την κοινωνική ανισότητα που υπάρχει στην Γαλλία και το τραγικό τρομοκρατικό χτύπημα του Ιανουαρίου ανέσυρε ξανά στην επιφάνεια.
Με τα μέτρααυτά η γαλλική κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει μεγαλύτερη πρόσβαση και περισσότερες παροχές σε αθλητικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε υποβαθμισμένες περιοχές και στα γκέτο αλλά και να ενθαρρύνει τις ομοσπονδίες για την σωστή διαπαιδαγώγηση των νεαρών αθλητών τους.
Στόχος και κυρίως ελπίδα όλων είναι το ποδόσφαιρο και γενικότερα όλα τα είδη των σπορ να βοηθήσουν τις διάφορες κοινότητες που υπάρχουν στην χώρα να μην αισθάνονται απομακρυσμένοι από τον γαλλικό ιστό.
Ως μουσουλμάνος Γάλλος, ο Ελ Αλαγκί γνωρίζει καλά αυτές τις δυσκολίες και σε αυτές στέκεται στέλνοντας παράλληλα το δικό του μήνυμα. «Αγαπάμε την Γαλλία η οποία είναι μια σπουδαία χώρα για να ζήσεις. Η Γαλλία και οι μουσουλμάνοι Γάλλοι θυμίζουν εκείνα τα παλιά ζευγάρια που έχουν ξεχάσει πόσο καλά συνήθιζαν να ζουν μαζί. Πλέον η επικοινωνία έχει χαθεί και η κάθε πλευρά θεωρεί ότι έχει δίκιο. Ενας από τους δύο θα πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα για να σπάσει ο πάγος. Ειδικά μετά τις επιθέσεις του Ιανουαρίου είναι σημαντικό να βρούμε ξανά τον τρόπο ώστε να ζούμε αρμονικά μαζί».
Το θέμα όμως είναι αν μπορεί το ποδόσφαιρο να αποτελέσει αυτό το όργανο, αυτό το μέσο για να επιτευχθεί ένας τέτοιος σκοπός. Ο αθλητισμός θυμίζει την πυρηνική φυσική. Αν τα μέσα χρησιμοποιηθούν σωστά τότε θα έχουμε ηλεκτρική ενέργεια. Αν όμως υπάρξει κατάχρηση το αποτέλεσμα που θα έχουμε θα είναι βόμβες. Έτσι και θα πρέπει να λειτουργεί και ο αθλητισμός ώστε να αποτελέσει το σωστό όργανο το οποία θα εξαλείψει την μισαλλοδοξία και το μίσος και θα φέρει την συλλογικότητα, τον σεβασμό και την αγάπη.