Εκεί που σταμάτησε ο χρόνος

Εκεί που σταμάτησε ο χρόνος

Όσα χρόνια κι αν περάσουν η Ύδρα παραμένει αναλλοίωτη. Νέα αν και παλιά. Αρχοντική. Και όμορφη. Η Ύδρα είναι το νησί που δεν αγγίζει ο χρόνος.

Φωτογραφίες: Άρης Τερζόπουλος

Το μικρό πλοιάριο που μας μετέφερε από την απέναντι ακτή της Πελοποννήσου στην Ύδρα, είχε φτάσει πια στο σημείο που τα κύματα έκοβαν. Πάτησα στο μικρό σκαλοπάτι που μου επέτρεπε να βγω λίγο έξω και τράβηξα μια φωτογραφία με το κινητό μου. Η ώρα ήταν περίπου τρεις το μεσημέρι και ο ήλιος έπεφτε σχεδόν κάθετα. Μέσα στο βαρκάκι η Αφροδίτη, η Δέσποινα, η Ευγενία, ο Αλέξανδρος, ο Νίκος  και η Χριστιάνα. Μια μεγάλη οικογένεια σε ευρεία έννοια. Τους κοίταξα όλους καθώς ήμουν ακόμη ο μισός μέσα και ο μισός έξω. Ο χρόνος δεν μας αλλάζει πια με την ίδια ευκολία που μας άλλαζε παλιότερα. Μόνο η Αφροδίτη ήταν πολύ αλλαγμένη. Την προηγούμενη φορά που είχα έρθει πάλι στην Ύδρα, 16 χρόνια πριν, το μέγεθος της Αφροδίτης δεν πρέπει να ξεπερνούσε το 1 χιλιοστό. Και η Δέσποινα δεν υπήρχε ούτε ως σκέψη ακόμη. Μερικά πράγματα αλλάζουν λίγο,  μερικά αλλάζουν πολύ. Κοίταξα την φωτογραφία της  Ύδρας που είχα μόλις τραβήξει στο κινητό μου. Η  Ύδρα δεν είχε αλλάξει καθόλου. Δεν είχε αλλάξει ούτε και από την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ, κάποιες δεκαετίες πριν. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Ούτε οι κοινωνίες, ούτε η ψυχολογία μας,  μπορεί να επιζήσει, αν μερικά πράγματα, δεν παραμένουν σταθερά, καθώς ο χρόνος περνάει. Αλλιώς χάνουμε το στίγμα μας. Και πέφτουμε.

Την επομένη το πρωί, καθώς έπινα ένα διπλό εσπρέσο  στο Ρολόι, στην προκυμαία ρώτησα την Νότα που με σερβίριζε, αν ήξερε από πού είχε βγει το όνομα της  Ύδρας. Μου είπε πως είχε βγει πολύ παλιά από τα νερά που έτρεχαν εδώ. Πριν η  Ύδρα αποκτήσει τον οικισμό που βλέπουμε σήμερα, σε κάποια χρόνια πολύ παλιά, η Ύδρα με το αμφιθεατρικό της σχήμα, λειτουργούσε ως ένας τεράστιος συλλέκτης των νερών της βροχής. Όταν έβρεχε όλη η κατηφόρα από τα μικρά βουνά που περικυκλώνουν το μικρό φυσικό λιμάνι, ενώνονταν και έμοιαζαν σχεδόν με καταρράκτη. Κάποιος, κάποτε, την ονόμασε  Ύδρα. Και της έμεινε. Η Νότα μου έφερε και ένα βιβλίο, με παλιές φωτογραφίες της  Ύδρας. Με σχετικά πρόσφατες, αλλά και παλιότερες φωτογραφίες. Και το μυαλό μου ταξίδεψε πίσω. Πολύ πίσω.

Η  Ύδρα ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Αλλά όχι ως τόπος για να μείνεις . Αυτός ο μικρός στενόμακρος βράχος μέσα στη θάλασσα, δεν προσφερόταν για να μείνει κανείς. Η Ύδρα είχε μεν νερά, αλλά δεν προσφερόταν για καλλιέργειες, μια και το έδαφός της είναι σχεδόν παντού επικλινές. Την γνώριζαν όμως, όλοι οι ναυτικοί που περνούσαν από εδώ. Όταν οι άνεμοι σάρωναν την περιοχή, φτιάχνοντας μεγάλες θαλασσοταραχές, τα μικρά εμπορικά πλοιάρια της αρχαιότητας, εύρισκαν καταφύγιο, στο μικρό λιμάνι που ήταν προστατευμένο απ’ όλους τους ανέμους. Το μόνο που θα μπορούσε να βρει κανείς εδώ στα χρόνια της αρχαιότητας, ήταν μικρά αναθέματα, αφιερώματα από τους ναυτικούς, στην  Ύδρα, που τους είχε σώσει, από την μανία του Ποσειδώνα.

Η πραγματική ιστορία της  Ύδρας, αρχίζει τον 15ο αιώνα. Λίγο πριν, λίγο μετά, την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Καθώς η μεγάλη Αυτοκρατορία του Βυζαντίου έπεφτε, οι Τούρκοι επικυρίαρχοι, είχαν βαλθεί να ξεριζώσουν το ελληνικό στοιχείο από όσες περιοχές, δεν ανήκαν στους Ενετούς ή στους Γενοβέζους. Κάποιοι από τους Έλληνες φυγάδες των ακτών της Πελοποννήσου, βρήκαν τότε καταφύγιο, στο μικρό λιμάνι της  Ύδρας.  Ήταν, στην διάρκεια του 15ου αιώνα, που χτίστηκαν εδώ τα πρώτα σπίτια κρυμμένα, μέσα στα βράχια. Τα μικρά χωράφια που καλλιεργούσαν, τα άφθονα νερά και η θάλασσα, θα επέτρεπαν στους λιγοστούς κατοίκους της  Ύδρας να επιζήσουν.

Τα χρόνια περνούσαν και ο οικισμός μεγάλωνε. Αλλά ούτε τα λιγοστά χωράφια, ούτε η κτηνοτροφία, ήταν αρκετά για να συντηρήσουν τους κατοίκους της Ύδρας. Η μόνη διέξοδος ήταν η θάλασσα. Αρκετά χρόνια μετά, ένας μικρός στόλος από εμπορικά πλοία, φτιαγμένα στα καρνάγια του νησιού, βρίσκονταν προστατευμένα στο λιμάνι της  Ύδρας. Κύρια δουλειά τους η μεταφορά σιτηρών. Όπως συνέβη και με πολλά άλλα ναυτικά νησιά του Αιγαίου, όπως συμβαίνει συχνά και σήμερα, ο πόλεμος, πέρα από τα δεινά που προκαλεί στους όποιους εμπόλεμους, αποτελεί και μια μεγάλη εμπορική ευκαιρία. Οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή και οι συχνοί αποκλεισμοί, τα εμπάργκο όπως τα λέμε σήμερα, έγιναν μια χρυσή ευκαιρία για τους τολμηρούς. Τα εμπορικά πλοιάρια της  Ύδρας, βρήκαν την δική τους ευκαιρία, στο να διασπούν τους ναυτικούς αποκλεισμούς και να προμηθεύουν με σιτηρά τους αποκλεισμένους εμπόλεμους. Οι πλοιοκτήτες της  Ύδρας, είδαν την περιουσία τους να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο και τα πρώτα μεγάλα αρχοντικά, έκαναν την εμφάνισή τους στο νησί.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1774, η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, έδωσε την δυνατότητα στα εμπορικά πλοία της  Ύδρας να μεταφέρουν σιτηρά, μέχρι την Ρωσία και την Ουκρανία. Η ικανότητα των Υδραίων ναυτικών, αναγνωριζόταν πια απ’ όλους , ακόμη και από τους Τούρκους και η εύνοια που έδειχνε και ο εκάστοτε Καπουδάν Πασάς, μετέτρεψε την  Ύδρα, σε μια οικονομικά μεγάλη ναυτική δύναμη. Καθώς η ώρα της Επανάστασης πλησίαζε  τόσο οι μεγάλες περιουσίες που είχε συγκεντρώσει, η ελίτ των πλοιοκτητών της  Ύδρας, όσο και η θητεία πολλών ναυτών στο τουρκικό πολεμικό ναυτικό, αλλά και οι συχνές συγκρούσεις με τους πειρατές που λυμαίνονταν την περιοχή, θα αποδεικνύονταν σε λίγο ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο. Tα εμπορικά πλοία, θα εξοπλίζονταν με κανόνια, ενώ άλλα θα γίνονταν πυρπολικά. Ήταν η ώρα του Ανδρέα Μιαούλη και της παρέας του.

Το τέλος της Επανάστασης όμως και η εμφάνιση των πρώτων ατμόπλοιων, θα άλλαζε και πάλι την ιστορία του νησιού, αλλά αυτή τη φορά προς το χειρότερο. Η ώρα της παρακμής είχε φτάσει για την  Ύδρα. Η καινούργια εποχή βρήκε την  Ύδρα απροετοίμαστη και η παλιά χρυσή εποχή άρχισε να μοιάζει με μακρινό όνειρο. Οι ναυτικοί της θα πήγαιναν τώρα να δουλέψουν στο ελληνικό πολεμικό ναυτικό, ενώ άλλοι θα γίνονταν εργάτες στα ναυπηγεία. Ο πληθυσμός άρχισε να μειώνεται και τα παλιά αρχοντικά άρχισαν να ερημώνουν.

Όμως η  Ύδρα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Από το 1950 και μετά οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες, βρίσκουν στην  Ύδρα, ένα ιδανικό παράδεισο. Τα πλοία της γραμμής φέρνουν και πάλι επισκέπτες στο νησί. Και μετά ήταν η σειρά του κινηματογράφου. «Το Κορίτσι με τα Μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, με την Έλλη Λαμπέτη, ξαναδίνει ζωή στον ξεχασμένο παράδεισο, όπως και το «Γοργόνες και Μάγκες» που γυρίστηκε αργότερα. Αλλά εκείνο που θα έφερνε την Ύδρα στην καινούργια εποχή, ήταν το Χόλυγουντ. «Το Παιδί και το Δελφίνι» με πρωταγωνίστρια την Σοφία Λόρεν στις μεγάλες της δόξες, κάνει την Ύδρα προορισμό του διεθνούς τζετ σετ. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης με την Χριστίνα του, φέρνει εκεί τους διάσημους καλεσμένους του και ανάμεσα σ’ αυτούς την Τζακλίν Κένεντυ, που μερικά χρόνια αργότερα θα γίνει γυναίκα του. Η «Φαίδρα» του Ζυλ Ντασέν, με την Μελίνα Μερκούρη και τον Άντονυ Πέρκινς, προσθέτει ακόμη περισσότερη αίγλη στο νησί.

H Σοφία Λορεν στα γυρίσματα της ταινίας “Το Παιδί και το Δελφίνι”

Ο Άντονυ Πέρκινς και η Μελίνα Μερκούρη, σε ένα διάλειμμα των γυρισμάτων, για την “Φαίδρα, του Ζυλ Ντασέν

Η Έλλη Λαμπέτη στο “Κορίτσι με τα Μαύρα”, του Μιχάλη Κακογιάννη

Είναι η εποχή της άναρχης ανάπτυξης στην Ελλάδα όμως και η Ύδρα κινδυνεύει κι αυτή να πέσει θύμα του τσιμέντου και των τερατωδών ξενοδοχειακών μονάδων που δεν ταιριάζουν με την παράδοση και την αισθητική της. Όμως τόσο οι κάτοικοι του νησιού, όσο και οι διανοούμενοι και καλλιτέχνες φίλοι της δεν θα αφήσουν την  Ύδρα απροστάτευτη. Ο ζωγράφος Περικλής Βυζάντιος, επικεφαλής της Σχολής Καλών Τεχνών της  Ύδρας, θα φροντίσει για την διατήρηση της αρχιτεκτονικής και αισθητικής της  και το ίδιο θα κάνει και ο Παύλος Παντελάκης που τον διαδέχεται. Τα παλιά αρχοντικά ανακαινίζονται και βρίσκουν την παλιά τους αίγλη. Γνωστοί Υδραίοι ζωγράφοι, όπως ο Χατζηκυριάκος Γκίκας και ο Παναγιώτης Τέτσης, βάζουν κι αυτοί την δική τους πινελιά.

Σήμερα η  Ύδρα, αναλλοίωτη καθώς τα χρόνια περνούν, είναι ένα κόσμημα και συγχρόνως ένα ανοιχτό μουσείο. Έχει γλυτώσει από την κακιά μοίρα που χτύπησε, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών παραδοσιακών οικισμών. Οι βάρβαροι δεν έφτασαν εδώ.

Δεν χρειάζεται να σας πω, ούτε που θα μείνετε, ούτε που θα φάτε και που θα πιείτε τον καφές σας.  Θα τα βρείτε και μόνοι σας. Είναι και τόσο κοντά το ένα στο άλλο που δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις.  Εξ άλλου η ήπια τουριστική ανάπτυξη, έχει βάλει κι εδώ το χέρι της και όπου πήγαμε οι γεύσεις ταίριαζαν με το τοπίο που βλέπαμε.

 Καθώς φεύγαμε με το βαρκάκι, ενώ ο ήλιος πήγαινε προς την δύση του, ήμουν πια σίγουρος για το τίτλο που θα έβαζα. «Εκεί, που σταμάτησε ο χρόνος».

Σχετικά άρθρα