Γαύδος, μια περιπέτεια στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης
Μια τεράστια παραλία με ξανθή άμμο απλωνόταν μπροστά μας, μια θάλασσα με καταγάλανα νερά, μες στην απόλυτη ερημιά, με μερικούς θάμνους κι αρμυρίκια διάσπαρτα στο πάνω μέρος της παραλίας. Κανένα σημείο ζωής ως τα βάθη του ορίζοντα. - Από τη Μελίνα Βατινέλ
Πριν από μερικά χρόνια, η πρόσκληση για τον γάμο ενός φίλου, στάθηκε αφορμή να ζήσω δέκα από τις ωραιότερες μέρες καλοκαιρινών διακοπών που θυμάμαι. Ο Μ. Και η Α. αποφάσισαν να παντρευτούν στη Γαύδο, επειδή είχαν περάσει εκεί τις διακοπές τους όταν είχαν πρωτογνωριστεί. Κάλεσαν στο νησί 70 άτομα. Κι επειδή ο Μ. είναι Γάλλος, οι μισοί περίπου από τους καλεσμένους θα ερχόντουσαν από διάφορα μέρη της Γαλλίας. Στο τηλέφωνο, μου έδωσε πληροφορίες για τα ελάχιστα καταλύματα, κατευθυντήριες για το πως θα έρθω και μου τόνισε ότι στο νησί δεν υπάρχει ούτε σούπερ μάρκετ, ούτε ΑΤΜ, ούτε φαρμακείο.
Πήραμε το πλοίο ως τα Χανιά, οδηγήσαμε ως τα Σφακιά, όπου θα έφευγε το πλοίο για Γαύδο. Φθάνοντας εκεί μας περίμενε μια αναπάντεχη εξέλιξη: το πρωί της ίδιας μέρας, όλα τα πλοία που έκαναν τη διαδρομή Σφακιά-Γαύδος είχαν κριθεί ακατάλληλα για απόπλου και είχαν αποσυρθεί (!). Ο Μ. καθόταν σ` ένα καφενείο μπροστά στο μικρό λιμανάκι κι είχε ανάγει το τραπέζι του καφενείου σε ταξιδιωτικό γραφείο. Προσπαθούσε να ειδοποιήσει όλους τους καλεσμένους για τις νέες εξελίξεις. “Μην ανησυχείς”, μου λέει, “είναι ένας τύπος εδώ με καΐκι, που θα μας περάσει όλους απέναντι σε δόσεις”. Μια ώρα αργότερα, κι αφού απολαύσαμε ένα ωραίο πρωινό στο γραφικό λιμανάκι των Σφακίων, επιβιβαστήκαμε στο καΐκι περίπου 30 άτομα για να περάσουμε απέναντι. Φυσικά, δεν φανταζόμασταν ότι το “απέναντι” ήταν 3.30 ώρες rollercoaster στα τεράστια κύματα του Λιβυκού πελάγους εν μέσω Ιουλίου. Φθάσαμε στη Γαύδο με την προσμονή ναυαγών και την μοναδική επιθυμία να πατήσουμε το πόδι μας σ` ένα κομμάτι γης.

Στο μικροσκοπικό λιμανάκι της Γαύδου, μας περίμενε ο ιδιοκτήτης των δωματίων που νοικιάζαμε με ένα βαν. Φορτώσαμε τα πράγματα και ξεκινήσαμε για το δωμάτιο, που βρισκόταν σε ένα από τα “καλύτερα” συγκροτήματα δωματίων του νησιού. Το συγκρότημα είχε μια μάλλον decadence αποικιακή αρχιτεκτονική κι ήταν χτισμένο αμφιθεατρικά με θέα την πιο πολυσύχναστη παραλία, το Σαρακήνικο. Καθώς μας έδινε τα κλειδιά, μας ενημέρωνε ότι όλο το νησί λειτουργεί με γεννήτριες ρεύματος και γι αυτόν το λόγο, θα έχουμε ρεύμα μόνο για κάποιες ώρες το πρωί και το απόγευμα. Μας είπε επίσης να χρησιμοποιούμε κάθε βράδυ την κουνουπιέρα που κρεμόταν από το ταβάνι και σκέπαζε το κρεβάτι, διότι κυκλοφορούσαν διάφορα περίεργα πετούμενα. Τέλος, να μην αφήνουμε για πολλές ώρες τρόφιμα στο ψυγειάκι του δωματίου, διότι λόγω των συνεχών διακοπών ρεύματος, θα χαλούσαν. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με κάποια αμηχανία, ενώ παρήλαυναν στο μυαλό μας σκηνές από τον “Ναυαγό” του Τομ Χανκς. Μισή ώρα αργότερα κατηφορίζαμε τους αμμόλοφους με κατεύθυνση το Σαρακήνικο. Και ξαφνικά αντικρίσαμε την απόλυτη ομορφιά: μια τεράστια παραλία με ξανθή άμμο απλωνόταν μπροστά μας, μια θάλασσα με καταγάλανα νερά, μες στη απόλυτη ερημιά, με μερικούς θάμνους κι αρμυρίκια διάσπαρτα στο πάνω μέρος της παραλίας. Κανένα σημείο ζωής ως τα βάθη του ορίζοντα.
Γύρω μας, πρέπει να υπήρχαν συνολικά 6-7 ταβέρνες και καφετέριες. Εγκατασταθήκαμε στην Γοργόνα, ένα εναλλακτικό beach bar, στην αριστερή πλευρά της παραλίας, υπό τους ήχους του Cafe del Mar. Το ζευγάρι που είχε την Γοργόνα, ήταν στην ηλικία μας. Είχαν βαρεθεί τη ζωή τους στην Αθήνα και αποφάσισαν να ζουν τους περισσότερους μήνες του χρόνου εδώ. Είχαν φτιάξει μόνοι τους όλο το μαγαζί, ακόμα και τις μεγάλες πολυθρόνες από ξύλινα τελάρα στις οποίες καθόμασταν όλες τις επόμενες μέρες για πρωινό, μεσημεριανό, μεζέδες, ποτό.
Ο γάμος έγινε την 3η μέρα σ’ ένα απομονωμένο εκκλησάκι στο κέντρο του νησιού, κι ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι στο λιμάνι, όπου είχε στηθεί το γαμήλιο τραπέζι. Αισθανόμασταν όλοι σαν να ζούσαμε σε κάποια σκηνή βγαλμένη από την δεκαετία του ’50.
Τις επόμενες μέρες μοιράζαμε νωχελικά το χρόνο μας ανάμεσα σε βουτιές στο Σαρακήνικο και τη Γοργόνα του, στην απόκοσμη παραλία του Αϊ-Γιάννη περιτριγυρισμένοι από κέδρους, campers και γυμνιστές, στον Φάρο για απεριτίφ με θέα τη Γαυδοπούλα, ξαπλωμένοι σε αιώρες, σε ψάθες, με μια στοίβα βιβλία δίπλα μας, χωρίς ίντερνετ, αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης.
Εκτός από τα 70 άτομα που είχαμε έρθει για το γάμο, πρέπει να υπήρχαν στο νησί άλλοι 50 τουρίστες. Αποτελούσαμε μια μικροκοινωνία που συνυπήρχε αρμονικά χωρίς κανείς να ενοχλεί τον άλλον. Άλλωστε ο χώρος ήταν άπλετος.

Ώσπου πάνω στην εβδομάδα τελείωσαν οι ντομάτες. Λόγω της απαγόρευσης απόπλου των πλοίων της γραμμής, εκτός του ότι δεν μπορούσε κανείς να έρθει και κανείς να φύγει, δεν υπήρχε πλέον τροφοδοσία στο νησί. Και η Γαύδος, πέραν από κατσίκια και ψάρια, δεν είχε τίποτε άλλο. Εκτός αυτού, ο συμπαθής, κατά τα άλλα, καπετάνιος με το καΐκι, ερχόμενος μαζί μας στη Γαύδο, είχε κεραυνοβοληθεί με μια Σουηδέζα που γνώρισε την ίδια μέρα στο νησί και δεν είχε καμία πρόθεση να επιστρέψει στα Σφακιά.
Υπήρχε όμως κι άλλο ένα πρόβλημα: σιγά-σιγά θα ξεμέναμε από λεφτά. Ήδη κάποιοι που είχαν υπολογίσει να φύγουν νωρίτερα, δανείζονταν χρήματα από τους υπόλοιπους.
Η αίσθηση ήταν μάλλον αστεία: μια παρέα περίπου 150 άτομα βρισκόμασταν στον τελευταίο σταθμό της Ευρώπης πριν την Αφρική, χωρίς φαρμακείο, χωρίς σουπερ μάρκετ, χωρίς τράπεζα, χωρίς κέντρο υγείας, τα λεφτά τελείωναν, τα φαγητά τελείωναν, είχαμε βαρεθεί ο ένας τον άλλον και δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής.

Αρχίσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο τον καπετάνιο παρακαλώντας τον να μας περάσει με το καΐκι του απέναντι. Ο καπετάνιος όμως ήταν πολύ απασχολημένος με τον έρωτα που ζούσε για να μας δώσει την παραμικρή σημασία.
Τελικά, κάποια στιγμή μάθαμε ότι επείσθη κι ότι το καΐκι θα έφευγε την επομένη στις 8 το πρωί. Πληρώσαμε τους λογαριασμούς μας, φιληθήκαμε, αποχαιρετιστήκαμε και τα χαράματα μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας και στηθήκαμε περίπου 30 άτομα στο λιμάνι με τις βαλίτσες περιμένοντας τον σωτήρα μας. Ήμασταν σαν σκηνή από ταινία του Αγγελόπουλου.
Οκτώ, οκτώ και τέταρτο, οκτώ και μισή, εννέα κι ο καπετάνιος άφαντος, το κινητό του κλειστό. Ξαναφορτώσαμε τα πράγματα στο βαν κι επιστροφή στα δωμάτια. Μα τώρα βρήκε να ερωτευτεί; αναρωτιόμασταν ομαδικώς.
Τα καλά νέα όμως δεν άργησαν να έρθουν: το ίδιο βράδυ μάθαμε ότι την επομένη θα ερχόταν πλοίο της γραμμής από την Παλαιοχώρα.
Το πλοίο έφτασε, το λιμάνι ξαναζωντάνεψε. Μαζί με τις ενθουσιώδεις νεαρές παρέες αποβιβάζονταν καφάσια με φρούτα, λαχανικά, εφημερίδες, γαλακτοκομικά. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Ξαφνικά η πραγματικότητα εισέβαλλε στον ειρηνικό μας μικρόκοσμο. Μπήκαμε στο πλοίο με μια διάχυτη μελαγχολία. Αυτό που είχαμε ζήσει υπήρχε, ή το είχαμε φανταστεί;
Κάπως έτσι αποχαιρετήσαμε τη Γαύδο. Με την υπόσχεση να επιστρέψουμε.
Δεν θυμάμαι και πολλά μετά, θυμάμαι το μείγμα νοσταλγίας, ελευθερίας, αυθεντικότητας, που ένιωθα κάθε φορά που την έφερνα στο μυαλό μου. Θυμάμαι ότι ο δικός μου χρόνος είχε σταματήσει στη Γαύδο, δεν μετρούσε. Έτσι συμβαίνει συνήθως στις σπουδαίες εμπειρίες της ζωής: ο ορίζοντας απλώνεται μπροστά χωρίς κανένα εμπόδιο. Ούτε καν χρονικό.
