Η μόδα γίνεται ταξική και οι high-end οίκοι δημιουργούν για το 1% που μπορεί να τους πληρώσει

Η μόδα γίνεται ταξική και οι high-end οίκοι δημιουργούν για το 1% που μπορεί να τους πληρώσει

Η μόδα κάνει εκπτώσεις στην αισθητική, αλλά εκτοξεύει την αναγραφόμενη τιμή.

Τα ατελιέ του Παρισιού και της βόρειας Ιταλίας ήταν εξορισμού μέρη όπου η δημιουργικότητα των σχεδιαστών εκφραζόταν πάνω σε ακριβά υφάσματα καλλιεργώντας ένα προφίλ δυσπρόσιτο για το ευρύ κοινό. Ωστόσο η σημερινή εικόνα των πολυτελών οίκων αναδεικνύουν μια νέα συνθήκη με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις.

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η ανάγκη του κόσμου να ανακάμψει οικονομικά και ψυχολογικά επηρέασε σημαντικά τη μόδα και για πρώτη φορά έβγαλε την υψηλή ραπτική από τα στενά όρια των ατελιέ, οδηγώντας την στην εξέλιξη της, μέσα από Prêt-à-Porter συλλογές, που ήταν πιο προσιτές και πιο εύκολα φορέσιμες. Υπέρμαχοι αυτής της νέας τάσης ήταν μεγάλοι σχεδιαστές που άφησαν διαχρονικά το αποτύπωμα τους στη μόδα όπως ο Yves Saint Laurent.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ευεργετικά για τη μόδα, που απελευθερώθηκε, τόλμησε, άνθισε. Εξέφρασε τις κοινωνικές εξελίξεις και πυροδότησε νέες. Ο Τιερί Μιγκλέρ έπλασε φουτουριστικές σιλουέτες, η Σιαπαρέλι πρόσθεσε σουρεαλισμό και ωμή τέχνη, η Μαίρη Κουάντ άνοιξε τον δρόμο για τις μίνι φούστες και τα φορέματα.

Τα luxury brands όπως η Chanel, ο Dior, η Prada ήταν διαχρονικά συνδεδεμένα με την πολυτέλεια και κατ’ επέκταση η τιμή τους ήταν ανέκαθεν υψηλή, κάτι που δικαιολογούνταν από την εξαιρετική ποιότητα των υφασμάτων, τις ακριβείς ραφές, τον εκλεπτυσμένο σχεδιασμό, την αισθητική και τη μοναδικότητα τους. Ουσιαστικά πλήρωνες την ιδέα του σχεδιαστή, το ότι θα αποκτούσες κάτι premium, που μέσα του και πάνω του, σε κάθε χιλιοστό του, συνοδευόταν από ένα όραμα.

Τα πράγματα στη μόδα άλλαξαν δραματικά όταν ιστορικοί οίκοι υπέκυψαν σε εξαγορά προκειμένου να διασωθούν ή προτίμησαν να μεγαλώσουν οικονομικά εκχωρώντας μεγάλο μέρος της αισθητικής που τους καθόρισε. Έτσι σε παγκόσμιο επίπεδο η αγορά πολυτελών ειδών ορίζεται πλέον από δύο κολοσσούς την  LVMH και την Kering, που έχουν δει τα κέρδη τους να εκτοξεύονται.

Οι βιοτεχνίες μεταφέρθηκαν από την Ιταλία και τη Γαλλία σε χώρες με χαμηλότερο κόστος, τη στιγμή που οι τιμές των προϊόντων διπλασιάστηκαν. Ενδεικτικά μια τσάντα Chanel που το 2019 κόστιζε 5.500 ευρώ το 2024 έφτασε να πωλείται 10.500 ευρώ, κάνοντας πλέον ξεκάθαρο ότι δεν είναι για όλους.

Αυτό το επιβεβαίωσε και η Miuccia Prada, ούσα η ίδια δισεκατομμυριούχος, η οποία είπε: «Σχεδιάζουμε για πλούσιους ανθρώπους. Μιλάμε για ακριβά ρούχα. Πρέπει να το αναγνωρίζουμε αυτό», παραδεχόμενη ότι η μόδα πλέον δεν επιδέχεται ρομαντισμούς. Το όνομα του Cristian Dior, που κάποτε βρισκόταν πάνω στις ετικέτες του New Look τώρα αναγράφεται πάνω σε slippers, παγούρια και αμφιβόλου αισθητικής ρούχα, αρκετά από τα οποία απέχουν άρδην από τη γαλλική φινέτσα του ιδρυτή του οίκου.

Η εμφάνιση του Μάρκ Ζούκεμπεργκ και της συζύγου του στην εβδομάδα μόδας ήταν ακόμη μία αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε ότι η υψηλή ραπτική δεν απευθύνεται πλέον σε εκείνους που την αγαπούν, αλλά σε εκείνους που μπορούν να την πληρώσουν. Οι οίκοι επέλεξαν αφήσουν τον ρομαντισμό τους και να θυσιάσουν μέρος της ιστορίας τους και να στραφεί προς τους ισχυρούς, εκείνος που αντιμετωπίζουν τη μόδα ως έναν ακόμη τρόπο να επιβεβαιώσουν το οικονομικό τους status.

Η μόδα δεν ήταν ποτέ λιγότερο προσβάσιμη. Υπάρχει παντού, αλλά όχι εκεί που πραγματικά ανήκει. Αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που «πουλάει» και να αφήσει στην άκρη την αδιαπραγμάτευτη αισθητική της, η επίδειξη του οίκου Gucci, για παράδειγμα, προκάλεσε συζητήσεις για το αν ήταν κιτς ή ιδιοφυής.

Την ίδια ώρα για την πλειοψηφία της Gen Z η πιο στενή επαφή που θα έχει με high-end προϊόντα είναι πιθανότατα κάποιο άρωμα ή μία μάσκαρα, μιας και τα ρούχα και τα αξεσουάρ κοστίζουν μερικές χιλιάδες ευρώ.

Η μόδα μετατρέπεται σε playground για τους τεχνοκράτες και αυτό αποδείχθηκε και με το φετινό Met Gala, που αλώθηκε από τον Τζεφ Μπέζος μετατρέποντας μια βραδιά φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ελίτ του 1% συνεχίζει να επιδεικνύει τη δύναμη της με τον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζόραν Μαμντάνι να αντιδρά δια της απουσίας του.

Η μόδα αλλάζει, προσαρμόζεται, χάνει για να καταφέρει να βγει νικήτρια. Συχνά θυσιάζει τα νάματα της, αλλά πληρώνεται καλά για αυτό. Η υψηλή ραπτική ήταν πάντα συνδεδεμένη με την ελίτ, το παρόν της όμως δείχνει ξένο ακόμη και για την ίδια, που τελικά είναι διατεθιμένη να παραδοθεί άνευ όρων σε εκείνους που την «αντέχουν».

Σχετικά άρθρα