Αποκλειστικό: 4 κλασικά αριστουργήματα που παίζονται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Μόνο στο ΚΛΙΚ ένα κουαρτέτο ταινιών που επέλεξε ο σκηνοθέτης Όλιβερ Λάσε στο πλαίσιο του αφιερώματος «Καλωσήλθατε στην έρημο».
Περιεχόμενα
Ένα από τα πολυαναμενόμενα σκέλη του φετινού 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15/11) αφορά το αφιέρωμα που παρουσιάζει ο θεσμός σε συνεργασία με τον εικονοκλάστη σκηνοθέτη Όλιβερ Λάσε. Όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν, η πιο πρόσφατη δουλειά του δημιουργου, το συναρπαστικό «Sirat», έφτασε να διεκδικεί δύο βραβεία Όσκαρ όντας ένα «αποκαλυπτικό θρίλερ με ταχύτατα bpm, το οποίο βρίσκεται στο σταυροδρόμι του “Mad Max” και του “Climax”». Παλαιότερα, θυμίζουμε, ο Λάσε είχε αποσπάσει το Χρυσό Αλέξανδρο με το ιδιοσυγκρασιακό φιλμ «Θα Έρθει η Φωτιά» και τώρα, στο απόγειο της δημοφιλίας του, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να συμμετάσχει σε μια ανοιχτή συζήτηση, να παρουσιάσει μία εγκατάσταση, αλλά και να επιμεληθεί ένα ξεχωριστό πρόγραμμα προβολών με τίτλο «Καλωσήλθατε στην έρημο».
Ένα μέρος των επιλογών του Λάσε έχει ήδη ανακοινωθεί, όμως, το ΚΛΙΚ παρουσιάζει αποκλειστικά τέσσερις ακόμα ταινίες που πρόκειται να πάρουν μέρος στο αφιέρωμα. Δείτε παρακάτω τους τίτλους όπως του παρουσιάζει το φεστιβάλ.
«Το Μεγάλο Μονοπάτι» («The Big Trail», Ραούλ Γουολς, 1930)

«Πριν από το CinemaScope, πριν ανακαλυφθούν καν οι δυνατότητες του ήχου, ο Ραούλ Γουόλς έστρεψε μια πειραματική κάμερα 70mm στην άγρια φύση της Αμερικής, την οποία άφηνε να καταβροχθίζει τα πάντα σε κάθε πλάνο. Ο νεαρός Τζον Γουέιν, εικοσάρης στον πρώτο πρωταγωνιστικό του ρόλο, οδηγεί ένα καραβάνι με άμαξες προς τα δυτικά της χώρας, διασχίζοντας τοπία τόσο αχανή, που επισκιάζουν οποιοδήποτε ανθρώπινο δράμα εκτυλίσσεται μπροστά τους – σε μια εντυπωσιακή σκηνή, άμαξες και ζώα κατεβαίνουν με σχοινιά την απότομη πλαγιά ενός γκρεμού, χωρίς να υπηρετούν μια αφηγηματική ανάγκη, αλλά σαν να συνθέτουν έναν πίνακα με υπομονετικότητα και δέος. Πολλά χρόνια πριν γυρίσει τα γουέστερν που βασίζονταν στους ήρωες και τα οποία καθόρισαν το είδος, ο Γουόλς μάς δίνει το καθαρό τοπίο ως υφή: οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι η σκόνη, τα βράχια και ο ορίζοντας, η άγρια φύση την οποία μπορείς να διασχίσεις, αλλά δεν την θα κάνεις ποτέ κτήμα σου. Παρότι η αυθεντική κινηματογραφική της κόπια ήταν ξεχασμένη επί δεκαετίες, η ταινία παραμένει μία από τις πιο αλλόκοτες και αφηρημένες εικόνες της αμερικανικής ερήμου στο πρώιμο σινεμά του Χόλιγουντ».
«Zabriskie Point» (Μικελάντζελο Αντονιόνι, 1970)

«”Ο έρωτας;” τον ρωτάει εκείνη, μετά. “Η έρημος”, της απαντάει, και με αυτήν και μόνο τη συνομιλία ο Αντονιόνι αποκαλύπτει την παράξενη λογική του πιο παρεξηγημένου αριστουργήματός του. Ένας απογοητευμένος επαναστάτης φοιτητής κλέβει ένα μικρό αεροσκάφος και πετάει στην Κοιλάδα του Θανάτου, όπου συναντά μια νεαρή γυναίκα που οδηγεί μόνη προς την έπαυλη ενός ζάπλουτου κτηματομεσίτη, και μαζί περιπλανιούνται ως το Ζαμπρίσκι Πόιντ, το πιο απόκοσμο τοπίο στην Αμερική. Ακολουθεί το πλέον διαβόητο όργιο στην ιστορία του κινηματογράφου: δεκάδες κορμιά που ξεπροβάλλουν από το χώμα και σπαρταρούν στους αμμόλοφους, σε μια φαντασίωση όπου η σάρκα και η σκόνη γίνονται ένα. Η κατά Αντονιόνι Αμερική είναι μια οπτασία που ξεκινάει από τον θορυβώδη καταναλωτισμό του αυτοκινητόδρομου και της διαφημιστικής γιγαντοαφίσας, αλλά τον εγκαταλείπει για ένα τοπίο που αδιαφορεί τόσο για την επανάσταση όσο και για τον καπιταλισμό και τον έρωτα, για να κατακρημνιστεί με υπέροχο τρόπο στην καθαρή γεωλογική επιφάνεια. Όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία, θεωρήθηκε εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, αλλά με την καταπληκτική φωτογραφία της παραμένει ένα εμπύρετο όνειρο που μόνο η έρημος θα μπορούσε να προκαλέσει».
«Σαν Φρανσίσκο: Ώρα Μηδέν» («Vanishing Point», Ρίτσαρντ Κ. Σαραφιάν, 1971)

«Η έρημος δεν ρωτά “γιατί”. Ο Κοβάλσκι, μεταφορέας αυτοκινήτων με μια προθεσμία που δεν επεξηγείται και μια επιθυμία θανάτου που δεν εκφράζεται ρητά, έχει να μεταφέρει ένα λευκό Dodge Challenger από το Ντένβερ στο Σαν Φρανσίσκο σε λιγότερες από δύο μέρες. Κάπου στα σύνορα με τη Νεβάδα, το ριψοκίνδυνο ταξίδι του μετατρέπεται σε θρύλο που μεταδίδεται ζωντανά χάρη σε έναν τυφλό ραδιοφωνικό DJ ο οποίος τον αποκαλεί “τελευταίο ήρωα της Αμερικής”. Στην υπαρξιακή καταδίωξη του Ρίτσαρντ Κ. Σαραφιάν δεν εξηγείται ποτέ από τι προσπαθεί να ξεφύγει ο Κοβάλσκι ή προς τα πού θέλει να διαφύγει, αλλά μέσω φλας μπακ υπονοείται ότι είναι στρατιώτης, ατιμασμένος αστυνομικός, ένας άνθρωπος που έχει χάσει ήδη οτιδήποτε σημαντικό – ελεύθερος με την πιο ζοφερή έννοια, επειδή δεν έχει τίποτα πλέον να προστατεύσει. Στο λιοπύρι της έρημης Δύσης της Αμερικής, με γητευτές φιδιών, γυμνούς μηχανόβιους και μια γυναίκα που μπορεί να είναι ο άγγελος του θανάτου, ο δρόμος γίνεται ο μύθος: δεν είναι οδός διαφυγής, αλλά μια ευθεία γραμμή προς αυτό που περιμένει στην άλλη πλευρά της ελευθερίας. Η ταινία είναι μια φλογερή ελεγεία που υμνεί την ταχύτητα, το να φεύγεις απλώς και μόνο επειδή μπορείς».
«Το Πέρασμα του Μικ» («Meek’s Cutoff», Κέλι Ράικαρντ, 2010)

«Η ιστορία έδωσε στο γουέστερν το μεγάλο κάδρο· η Κέλι Ράικαρντ του ξαναδίνει τη γυναικεία οπτική με την ιδιαίτερα στενή εστίασή της. Τρεις οικογένειες και ένας φαφλατάς οδηγός, που μπορεί να τους πηγαίνει στη μέση του πουθενά, περιπλανιούνται στην έρημο του Όρεγκον το 1845, ενώ το νερό τους λιγοστεύει και η εμπιστοσύνη τους στον Μικ κλονίζεται όσο προχωρούν. Η Ράικαρντ χρησιμοποιεί το σχεδόν τετράγωνο κάδρο του βωβού κινηματογράφου για να εγκλωβίσει εσκεμμένα τους ήρωες, παρότι η έρημος που τους περιβάλλει εκτείνεται στην απεραντοσύνη της − και επικεντρώνεται στην Έμιλι, την οποία ενσαρκώνει η Μισέλ Γουίλιαμς, η οποία σχεδόν δεν βλέπει με το καπέλο, ενώ από την άλλη η αντίληψή της οξύνεται όλο και πιο πολύ. Τελικά, είναι η μόνη που αποφασίζει αν είναι άξιος εμπιστοσύνης ο γηγενής Αμερικανός τον οποίο έχουν αιχμαλωτίσει. Δεν υπάρχει σάουντρακ που να σηματοδοτεί κάποια λύτρωση, δεν υπάρχει πιστολίδι, δεν υπάρχει ο θρίαμβος του αμερικανικού πεπρωμένου – μόνο η ζέστη, η αμφιβολία και η υπόρρητη συνειδητοποίηση ότι εδώ η επιβίωση εξαρτάται από τις γυναίκες τις οποίες η ιστορία συνήθως αφήνει έξω από το κάδρο. Τόσο αμείλικτη όσο και ο τόπος τον οποίο απεικονίζει, η ταινία απογυμνώνει τον μύθο της Αμερικής».