Το «Sirat» είναι ένα κινηματογραφικό rave για τη συντέλεια του κόσμου
Όταν κυνηγάς απεγνωσμένα τη «φάση» κινδυνεύεις να χάσεις τελείως την μπάλα.
Ως τώρα στη ζωή μου έχω βρεθεί σε rave που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και αυτά μάλιστα ήταν… του γλυκού νερού. Δεν εννοώ εκείνα που επιδοτούνται με ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αλλά μερικά αυτοσχέδια πάρτι σε εξοχές εντός πόλεως που παίρνουν πιο διονυσιακό χαρακτήρα καθώς βαθαίνει η νύχτα. Ομολογώ εξαρχής, λοιπόν, πως αν και δεν αποτελώ με κανένα τρόπο εξοικειωμένο υποκείμενο στη rave κουλτούρα, τουλάχιστον απολαμβάνω τη μουσική που τη συνοδεύει, γνωρίζω τι σημαίνει να ξενυχτάς έξω, ιδανικά χορεύοντας ώσπου να ξεκινήσουν τα ΜΜΜ (και λίγο παραπέρα). Και αυτό μεταφράζεται σε ένα «χάσιμο», μια διέγερση αδρεναλίνης και ένα ξέγνοιασμα που ειδικά στα rave διογκώνεται σε πολλαπλάσια επίπεδα. Ακριβώς αυτήν την αίσθηση καταφέρνει να αποκρυσταλλώσει στο «Sirat» ο ισπανικής καταγωγής Γάλλος σκηνοθέτης Όλιβερ Λάσε («Θα Έρθει η Φωτιά», «Mimosas»), καταφέρνοντας να αποσπάσει σωρεία διακρίσεων εκ των οποίων και το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες.
Ο έμπειρος όσο και διχαστικός δημιουργός, βέβαια, δεν πέτυχε μόνο να αποδώσει πειστικότατα πώς είναι να βιώνεις ένα ανοιχτό rave στη φύση, αλλά και να σοκάρει με όσα επιφυλάσσει το σενάριο που συνυπογράφει με το σταθερό συνεργάτη του Σαντιάγο Φιγιόλ. Για αυτό, όσα λιγότερα γνωρίζετε εκ των προτέρων για το «Sirat», τόσο καλύτερα. Το παρακάτω κείμενο δεν έχει spoilers, όμως, οφείλαμε να σας προειδοιήσουμε καθώς συζητάμε για μια από τις πιο έντονες κινηματογραφικές εμπειρίες που θα βιώσετε φέτος. Η ιστορία ξεκινά σα μια υπόθεση εξαφάνισης, με έναν πατέρα που αναζητά την αγνοούμενη κόρη του στα παράνομα raves που γίνονται βαθιά στην έρημο του Μαρόκου. Εκεί αρχίζει να ακολουθεί ένα κομβόι Ευρωπαίων ταξιδευτών που κινούνται από σημείο σε σημείο για να στήσουν το επόμενο πάρτι, διαδρομή η οποία εξελίσσεται αστραπιαία σε περιπέτεια επιβίωσης.

Με πολύ απλά λόγια, εάν θέλαμε να συνοψίσουμε την ενέργεια του «Sirat», θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένα αποκαλυπτικό θρίλερ με ταχύτατα bpm, το οποίο βρίσκεται στο σταυροδρόμι του «Mad Max» και του «Climax». Σε αυτό το αισθητικό πλαίσιο, οι Λάσε – Φιγιόλ προχωρούν σε ένα όχι απαραίτητα ευφράδες, αλλά σίγουρα καίριο σχόλιο για το τι σημαίνει να παρτάρεις και να κυνηγάς με πείσμα τη «φάση», αγνοώντας το κόστος, την ώρα που ο κόσμος τελειώνει. Σαφώς πιο εμβριθής από τη, για παράδειγμα, περιγραφική πλην πλήρη «Τελειότητα» (Βιντσέντζο Λατρόνικο, εκδ. Loggia) στον τρόπο που αναφέρεται στη millennial διασκέδαση και οικονομία της διαφυγής, η ταινία θίγει ακριβώς το πώς η οχύρωση σε μια έμπρακτη εναλλακτικότητα χωρίς κοινωνικά πρόσημα μπορεί να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη εσωτερική φθορά. Διότι, επιπλέον, οι Ευρωπαίοι πρωταγωνιστές εκμεταλλεύονται σχεδόν αποικιοκρατικά, θα έλεγε κάποιος πιο πονηρός, την ελευθεριότητα που προσφέρει ένας ξένος και φθηνός για αυτούς τόπος, αδιαφορώντας για το τι μπορεί να συμβαίνει εκεί κατά τα άλλα. Αρκεί που εκείνοι κάνουν το κομμάτι τους.

Σημαντικό, βέβαια, για το αντίκτυπο του «Sirat» είναι το γεγονός πως οι Λάσε – Φιγιόλ στέκονται μεν κριτικά απέναντι στους ήρωές τους, αλλά δεν τους υποτιμούν. Αντίθετα, τους τοποθετούν εν αγνοία τους σε μια οδύσσεια αυτογνωσίας, η λέξη «sirat» σημαίνει γέφυρα μεταξύ παράδεισου και κόλασης, όπου η λυτρωτική υπερβατικότητα του rave εξαϋλώνεται από την κυριολεξία της πραγματικότητας. Θεατής όλων αυτών, όχι συνέχεια αμέτοχος, ο χαρακτήρας του πατέρα. Μια φιγούρα τραγική που στην απόπειρά της για επανένωση καταλήγει να ανακαλύπτει νέα επίπεδα απόγνωσης. Φυσικά, πάντα υπό τους ήχους εκκωφαντικής EDM, υποψηφιότητα για σάουντρακ της χρονιάς από τον Kangding Ray, και κατανάλωσης ναρκωτικών που ρισκάρουν τη διαγραφή του εαυτού. Το «Sirat», εν τέλει, είναι ξεχωριστό όχι μόνο γιατί εγκολπώνει τις πιο εφιαλτικές πτυχές του rave σε μια εποχή που νομίζεις ότι βρίσκεται παντού, μέχρι και η Λαμπρινή απέκτησε ένα υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων, αλλά και γιατί πια όσο κι αν θες να ξεφύγεις από όλα όσα συμβαίνουν, η ρουτίνα σου θα ανατραπεί εκεί που δεν το περιμένεις, ανεπανόρθωτα.