Ποιο είναι το πρόβλημα με τις 16 οσκαρικές υποψηφιότητες των «Αμαρτωλών»;

Ποιο είναι το πρόβλημα με τις 16 οσκαρικές υποψηφιότητες των «Αμαρτωλών»;

Η ταινία του Ράιαν Κούγκλερ έχει γράψει ήδη ιστορία ακόμα και αν πολλοί απορούν με την επίδοσή της.

Απρίλιος 2022. Στις μαρκίζες προστίθεται η κυκλοφορία ενός σχετικά άγνωστου σκηνοθετικού διδύμου (Νταν Κουάν & Ντάνιελ Σέινερτ) με τον αινιγματικό ελληνικό τίτλο «Τα Πάντα Όλα» («Everything Everywhere All at Once»). Η ταινία περνά σχετικά απαρατήρητη από το κοινό, παρόλο που στις ΗΠΑ σάρωσε το box office, οι κριτικές σε γενικές γραμμές είναι απλώς συμπαθητικές και η ζωή συνεχίστηκε. Ώσπου από τα μέσα φθινοπώρου και μετά, όταν ξεκίνησε η «σεζόν των βραβείων», ξαφνικά το «Τα Πάντα Όλα» απέκτησε οσκαρικό σούσουρο. Flashforward στην άνοιξη του του ’23 όταν η λαϊκή οικογενειακή περιπέτεια διεκδίκησε έντεκα βραβεία Όσκαρ, από τα οποία κέρδισε τα επτά. Μια εντυπωσιακότατη επίδοση για ανεξάρτητη παραγωγή (A24), χωρίς ιδιαίτερο star power (πέρα από τη Μισέλ Γέο), για την οποία η εν Ελλάδι η κουβέντα εξαντλήθηκε σε απορίες του στιλ «μα ποια ταινία είναι αυτή» και «τι στο καλό της βρήκανε και πήρε τόσα βραβεία». Ο τελευταίος προβληματισμός έχει μια βάση, θυμίζουμε πως τότε μεταξύ των φαβορί ήταν σαφώς ανώτερα φιλμ όπως τα «Tár» (Τοντ Φίλιπς) και «Τα Πνεύματα του Ινισέριν» (Μάρτιν ΜακΝτόνα). Ο προηγούμενος, όμως, προδίδει τη σταθερά ελαττωματική σχέση που διατηρούν οι εγχώριοι θεατές με την κινηματογραφική επικαιρότητα, αλλά και το τι κάνει γκελ στους ψηφοφόρους της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Στη θέση του «Τα Πάντα Όλα» μπορούν να μπουν πραγματικά δεκάδες ταινίες στην ιστορία των Όσκαρ, κοντεύουν τις εκατό απονομές εξάλλου, όμως, είναι χρήσιμο να συγκριθεί με τον τίτλο για τον οποίο επαναλαμβάνονται φέτος τα ίδια ερωτήματα, τους «Αμαρτωλούς» (Ράιαν Κούγκλερ). Διότι επίσης κυκλοφόρησε Απρίλιο (2025) και γνώρισε χλιαρή υποδοχή από την κριτική και το ελληνικό κοινό (έκοψε περίπου 34.400 εισιτήρια) τη στιγμή που στις αμερικανικές αίθουσες έσκισε. Οι ομοιότητες δεν τελειώνουν εδώ, ας πούμε στο επίκεντρο αμφότερων παραδειγμάτων βρίσκονται μη προνομιούχοι αντι-ήρωες, αλλά τώρα είναι σημαντικός ο αριθμός εκείνων που έμεινε αποσβολωμένος με τις 16 υποψηφιότητες για Όσκαρ που έλαβαν οι «Αμαρτωλοί». Λόγω τόσο του εύρους των βραβείων που διεκδικεί, όσο και για το γεγονός πως ο αριθμός τους συνιστά ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού, αφού έτσι ξεπερνιούνται εμβληματικοί τίτλοι όπως ο «Τιτανικός» και το «Όλα για την Εύα» που είχαν από δεκατέσσερις. Με αφορμή τις επιλογές της Ακαδημίας, η συζήτηση που ξεκίνησε στα ντόπια social media εγκλωβίστηκε στο άψε – σβήσε στο δίπολο υποκειμενικού γούστου και «σκοτεινών» πολιτικών σκοπιμοτήτων, αδικώντας αφενός το πολιτισμικό αντίκτυπο των «Αμαρτωλών», αφετέρου αποκαλύπτοντας πως αρκετοί προτιμούν τη συνωμοσιολογία από το να ομολογήσουν στους εαυτούς τους πως απλά τους ξέφυγε κάτι που πολλοί άλλοι βρήκαν δημοφιλές, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ένα mainstream φαινόμενο όπως ένα χολιγουντιανό έργο. Αλλά επειδή, όπως λέει μια φίλη, δύο πράγματα μπορούν να είναι αλήθεια ταυτόχρονα, ας δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ και γιατί τα νούμερα είναι απλά νούμερα.

Αμαρτωλοί Sinners 4

Ο παράγοντας Ράιαν Κούγκλερ

Μεταξύ των πλέον κορυφαίων Αμερικανών σκηνοθετών, αλλά και ανάμεσα στους ελάχιστους σήμερα με φιλμογραφία που συνδυάζει τα μπλοκμπάστερ και τις ποιοτικές – προσωπικές δημιουργίες («Μια Στάση Πριν το Τέλος», «Κριντ: Η Γέννηση Ενός Θρύλου», «Black Panther»), ο Κούγκλερ με τους «Αμαρτωλούς» υλοποίησε ένα πραγματικό τόλμημα δεδομένων των κυρίαρχων συγκυριών στο Χόλιγουντ. Κόντρα στη λογική των ασφαλών σεναρίων, των ξεκάθαρων προθέσεων και των αφηγήσεων που βασίζονται σε ήδη γνωστά πολιτισμικά προϊόντα, λέγε με και IPs («intellectual properties»), οι «Αμαρτωλοί» συνιστούν ένα έργο υβρίδιο το οποίο αψηφά τους συμβατικούς διαχωρισμούς σε είδη. Είναι γκανγκστερικό διότι περιστρέφεται γύρω από τη δράση δίδυμων κακοποιών (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν), εποχής καθώς τοποθετείται περίπου εβδομήντα χρόνια μετά την κατάργηση της δουλείας, τρόμου εξαιτίας των αναφορών του σε βαμπιρικούς μύθους, ενώ η διάχυτη μουσική προσδίδει μιούζικαλ ποιότητες στη δράση. Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής είναι και το μόνο δημοφιλές όνομα στο cast, ο προϋπολογισμός ήταν υπέρογκος (περί τα 90 με 100 εκατομμύρια δολάρια) και ο Κούγκλερ είχε τον τελικό λόγο σε κάθε δημιουργική επιλογή με καίριο σημείο το μοντάζ – το οριστικό cut διαρκεί 138’.

Όλα αυτά ήταν αρκετά για να κάνουν τους ιθύνοντες της Warner Bros., του στούντιο πίσω από τους «Αμαρτωλούς», να πονοκεφαλιάσουν. Μάλιστα, έδειχναν διατεθειμένοι να «κάψουν» την ταινία, αφού μέχρι το παρά πέντε της πρεμιέρας οι διαφημιστικές ενέργειες ήταν πενιχρές, αν όχι ανύπαρκτες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη δουλειά που έγινε στο «Marty Supreme» και θα συνεννοηθούμε κατευθείαν. Θυμάμαι, κιόλας, ότι τον Απρίλιο του ‘25 ήταν πρακτικά αδύνατο να σκεφτείς τι ακριβώς να περιμένεις από τους «Αμαρτωλούς», γιατί τα προωθητικά υλικά ήταν εντελώς αποπροσανατολιστικά. Για το λόγο αυτό, έμοιαζε παράδοξο πως το τελικό αποτέλεσμα ήταν ξεσηκωτικό. Γιατί εν ολίγοις, ο Κούγκλερ όχι μόνο βρήκε μια σκηνοθετική συνταγή που πρόσφερε αγνή κινηματογραφική ψυχαγωγία, ομολογουμένως με ορισμένα ζητήματα στο δραματουργικό ρυθμό, αλλά και να αποδώσει όπως οραματιζόταν αποσιωπημένες πτυχές της Μαύρης παράδοσης και κουλτούρας. Μεταξύ άλλων, έχει πια το δικό της μύθο η σκηνή ανθολογίας όπου σμίγουν διαφορετικές γενιές Αφροαμερικανών μουσικών από το παρελθόν και το μέλλον, όπως επίσης η παθιασμένη συνύπαρξη των Τζόρνταν και Χέιλι Στάινφελντ. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, χάρη στην απενοχοποιημένα φαν πλην ουσιώδη ιδιοσυγκρασία τους, οι «Αμαρτωλοί» διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα και πέτυχαν σύνολο κοντά στα 370 εκατ. δολάρια παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να εξελιχθούν σε ένα αυθεντικό σουξέ του (διεθνούς) λαού.

Αμαρτωλοί Sinners 5

Οι τεμπέλικες ενστάσεις

Από ότι φαίνεται, βέβαια, στην Ελλάδα η ταινία μαθεύτηκε ευρέως με χαρακτηριστική αργοπορία, μετά την ανακοίνωση των οσκαρικών υποψηφιοτήτων και με τη βοήθεια του HBO Max. Το οποίο, όντας πλέον διαθέσιμο στην επικράτειά μας, είχε περήφανα στην κεντρική σελίδα του την κιαροσκούρο αφίσα των «Αμαρτωλών». Το «play» έγινε υπόθεση μερικών δευτερολέπτων και ακολούθησε η προαναφερθείσα απορία για το πώς αιτιολογούνται οι… αμαρτωλές υποψηφιότητες (συγγνώμη). Ερώτημα το οποίο συνοδεύτηκε από επικρίσεις οι οποίες, τουλάχιστον για τον υπογράφοντα, είναι εν πολλοίς καφενειακές – αν όχι κατάφωρα τεμπέλικες. Πρώτη και καλύτερη, εκείνη που διατείνεται πως το φιλμ δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απομίμηση του «Απ’ το Σούρουπο ως την Αυγή» («From Dusk Till Dawn», Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, 1996). Σύμφωνοι, η κατασκευή της πλοκής έχει κοινά σημεία (αδέρφια γκάνγκστερ, εγκλωβισμός σε σαλούν, μάχη εναντίον βαμπίρ), αλλά με την ίδια λογική κάθε σενάριο που αφορά έναν απαγορευμένο έρωτα αντιγράφει το «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα». Έπειτα, στην περίπτωση των «Αμαρτωλών» η χρήση του βαμπιρικού μύθου παραπέμπει ευθέως στη φυλετική διάκριση και το θεσμό της δουλείας, κεντρικότατη θεματική που μάλλον πέρασε απαρατήρητη, συνιστώντας μια συμβολική αναπαράσταση του διαχρονικού ανεπούλωτου τραύματος. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι κινητοποιός δύναμη του κακού είναι ένας Ιρλανδός μετανάστης (Τζακ Ο’Κόνελ), δηλαδή ένα ακόμα θύμα ενός καταπιεστικού κοινωνικού συμβολαίου που επιζεί κατασκευάζοντας ετερότητες. Ψιλά γράμματα ενδεχομένως…

Έτερο υποτιμητικό επιχείρημα εις βάρος των «Αμαρτωλών» πως οικειοποιείται το horror συντακτικό για ευκαιριακή επιτυχία, εξαιτίας της απήχησης του είδους στο νεανικό κοινό. Πράγματι, είναι γεγονός πως την τελευταία δεκαπενταετία οι ταινίες τρόμου γνωρίζουν όχι απλά ανανεωμένη δημοφιλία είτε είναι arthouse είτε εμπορικές παραγωγές, αλλά επηρεάζουν γενικότερα τη γραφή των μοντέρνων σεναρίων. Το πρόβλημα με αυτό το σκεπτικό, πέρα από ότι μειώνει ως κάτι απλοϊκό ένα ολόκληρο κινηματογραφικό genre, είναι πως παραβλέπει το ότι υιοθετεί μέρος αυτής της αισθητικής και δεν περιορίζεται σε αυτήν. Το ύφος του φιλμ είναι πιο κοντά στο ριζοσπαστισμό της Οκτάβια Μπάτλερ («Εξ Αίματος», εκδ. Αίολος) παρά στις μαζικής παραγωγής δουλειές της Blumhouse που παραπέμπουν σε escape rooms. Και αν μη τι άλλο, ιστορικά τα Όσκαρ επιβραβεύουν τον τρόμο εξαιρετικά σπάνια. Δεν είναι τυχαίο πως η «Σιωπή των Αμνών» («The Silence of the Lambs», Τζόναθαν Ντέμι, 1991) είναι η μόνη που απέσπασε το χρυσό αγαλματίδιο καλύτερης ταινίας και πως συνολικά, μόλις οκτώ είναι οι τίτλοι του είδους που έχουν βρεθεί υποψήφιοι στη σχετική κατηγορία. Fun fact, το «Weapons» (Ζακ Κρέγκερ), ένα ακόμα horror του 2025 που καθήλωσε τους θεατές, διεκδικεί μόλις ένα Όσκαρ, αυτό του β’ γυναικείου ρόλο για την άψογη Έιμι Μάντιγκαν.

Αμαρτωλοί Sinners 1

Μερικές άβολες αλήθειες

Ανακεφαλαιώνοντας, μια επιπλέον παρατήρηση. Αναντίρρητα, στο παρελθόν οι προτιμήσεις της Ακαδημίας αντανακλούσαν καλύτερα το κοινό σινεφίλ αίσθημα και δεν προέκυπταν συχνά προβληματισμοί όπως αυτοί που αναλύουμε εδώ. Συμβαίνει ακόμα μεν, ο θρίαμβος των «Παρασίτων» (Μπονγκ Τζουν-χο, 2019) παραμένει νωπός, ωστόσο δεν επαρκεί. Πλέον η προσοχή όλων μας έχει κατακερματιστεί σε δεκάδες ταυτόχρονες πρεμιέρες ανά εβδομάδα και μέσο, με αποτέλεσμα η έννοια του «δημοφιλούς» και του «τι θέλει να δει ο κόσμος» να έχει γίνει πιο φευγαλέα από ότι ήταν. Αναπόφευκτα, όλο και κάτι θα μας ξεφύγει και ομολογουμένως, στην οικονομία της προσοχής και των social media λίγα πράγματα είναι πιο άβολα από το να μην έχουμε άποψη επί παντός επιστητού. Παράπλευρη απώλεια, η βιασύνη της ενημερωσης και η προτεραιοποίηση του μεταβολισμού μιας γνώμης, παρά της ψύχραιμης χώνεψης. Παράλληλα, τα Όσκαρ σα μια άτυπη Εκκλησία του Δήμου για τη mainstream βιομηχανία του θεάματος, κάνουν ό,τι μπορούν για να αναδείξουν και να δημιουργήσουν τάσεις. Έτσι, όταν εμφανίζεται η ευκαιρία, οι ψηφοφόροι τους συστρατεύονται πίσω από έναν τίτλο που παραπέμπει σε κοινωνικό ή τύποις πολιτικό μήνυμα. Φέτος αυτός, απολύτως δικαιολογημένα, είναι οι «Αμαρτωλοί».

Γιατί, αναρωτιέστε, και απαντάμε. Δεδομένου των φυλετικών θεματικών του, του σκηνοθετικού θράσους, των ουρών στο box office παρά την αμήχανη στήριξη από ένα στούντιο που εκτός απροόπτου εξαγοράζεται από το Netflix και με φόντο κρατικές δολοφονίες πολιτών μεσημεριάτικα, το φιλμ του Κούγκλερ συμπυκνώνει την πλειοψηφία των κυρίαρχων ανησυχιών στην τρέχουσα αμερικανική συγκυρία. Έτσι εξηγούνται οι δεκαέξι υποψηφιότητες, οι οποίες δε θα μεταφραστούν και σε δεκαέξι Όσκαρ. Όχι επειδή δεν τα αξίζει απαραίτητα, όσο γιατί σημασία έχει η δήλωση που γίνεται με μια τόσο κυριαρχική εμφάνιση στην απονομή. Και, τέλος, με διαφορετικά κριτήρια επιλέγεις τις ταινίες που θες να αναγνωριστούν για την αξία τους και αλλιώς ψηφίζεις, ίσως και με βαριά καρδιά, αυτούς που θες το βράδυ να κοιμηθούν με τον θείο Όσκαρ αγκαλιά.

Σχετικά άρθρα