Η «Αρκουδότρυπα» μπορεί να γίνει η ταινία – τομή για το ελληνικό σινεμά
Το ντεμπούτο των Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιου Ντινόπουλου ξεχωρίζει για το φρέσκο βλέμμα του αλλά και τον τρόπο που φέρνει διακριτικά καινοτομίες στην εγχώρια παραγωγή.
Περιεχόμενα
Η Ελλάδα που απεικονίζεται στη «Αρκουδότρυπα» δεν υπάρχει. Ή μάλλον, το ντεμπούτο των Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιου Ντινόπουλου, το οποίο βασίζεται στην ομώνυμη μικρού μήκους του διδύμου (2023), αποτελείται από πολλές διαφορετικές Ελλάδες οι οποίες συνυπάρχουν σήμερα, χωροταξικά, συναισθηματικά, φαντασιακά, αλλά δεν είχε τύχει να σμίξουν με αυτόν τον τρόπο ως τώρα. Είναι η πραγματικότητα της επαρχίας, η κανονικοποιημένη αναπαράσταση κάποτε αποσιωπημένων ερωτικών σχέσεων και η κοινωνική διεκδίκηση αυτονόητων υπαρξιακών δικαιωμάτων που συμπληρώνουν ένα κινηματογραφικό κολάζ φορτισμένο από την επιτακτικότητα της νιότης, του τώρα που «καίει». Με άλλα λόγια, η «Αρκουδότρυπα» συμπυκνώνει ουσιαστικά την Ελλάδα του 2025-2026, με τρόπο που στο μέλλον, αναπολώντας, θα λέγεται «α, έτσι ήταν τότε».

Κανείς δεν είναι η χώρα του
Το πώς χωρίζονται τα κεφάλαια στην προσωπική μυθολογία του καθένα εμπίπτει, σε καθοριστικό βαθμό, από τους ανθρώπους που είχε στη ζωή του. Γύρω στα είκοσι, η Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή) βασικά έχει την Ανέττα (Πάμελα Οικονομάκη), αμφότερες μεγαλωμένες σε ένα χωριό, στο φόντο η Ελάτη (Τύρνα), το οποίο αντιλαμβάνονται σα σπίτι και αδιέξοδό τους, ταυτόχρονα. Έπειτα, την ίδια ώρα που η σχέση τους δεν είναι ακριβώς κατακριτέα, το να βρίσκονται μαζί σε κοινή θέα δεν είναι κάτι φρόνιμο. Η Ανέττα, εξάλλου, έχει σύντροφο έναν αστυνομικό με τον οποίο μετακομίζει, άρον – άρον, στη Λάρισα για να κάνουν οικογένεια. Τότε, η ανοιχτή πληγή που δημιουργείται ακαριαία στις ηρωίδες μετατρέπεται σε κινητοποιό δύναμη ώστε να μην επιτρέψουν σε άλλους να ορίσουν το μέλλον τους.
Εκ πρώτης όψεως, υφολογικά η «Αρκουδότρυπα» συντονίζεται με το άτυπο ρεύμα του ελληνικού νεορεαλισμού που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια («Digger», «Πίσω από τις Θημωνιές», «Κρέας»), ωστόσο, προτεραιότητά της είναι το ανθρώπινο στοιχείο και κατ’ επέκταση η κοινωνική καταγγελία. Η ενέργεια που πλαισιώνει τις ηρωίδες είναι σαφώς φορτισμένη πολιτικά, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο όπου η Ανέττα δυσφορεί στην προσπάθειά της να συμμορφωθεί με τον πνιγηρό ρόλο της νοικοκυράς, αλλά η αφηγηματική προσοχή δε ξεφεύγει ποτέ από πάνω τους. Δραματουργικά η πλοκή έχει, σαφώς, προορισμό την χειραφέτηση, αλλά η ατραπός που χρησιμοποιείται είναι αυτή του έρωτα που επαναστατεί. Για αυτό και η ταινία κερδίζει εν τέλει το στοίχημα, αφού αφήνει στην άκρη τις όποιες μεγαλοστομίες για να διογκώσει το συναισθηματικό αντίκτυπο όσων βιώνει το «υπό διωγμό» ζευγάρι. Τι Παρίσι, Τέξας, τι Τύρνα, Τρικάλων.
Πάντως, κομβική στις αρετές της «Αρκουδότρυπας» είναι η απεικόνιση μιας οικείας νεανικότητας. Όχι μόνο όσον αφορά την απενοχοποιημένη σεξουαλικότητα, αλλά και στο κομμάτι των πολιτισμικών αναφορών. Στο σάουντρακ, η πωγωνίσια «Χαλασιά» συνυπάρχει με το «OD» της 0-100 Σειρένε, η τέκνο με τα κλαρίνα και τη Μαρίνα Σάττι αντικατοπτρίζοντας, δηλαδή, την ηχητική κατεύθυνση που παίρνει κάθε millennial πάρτι που σέβεται το εαυτό του. Και για να επιστρέψουμε στο επιχείρημα του προλόγου, μπορεί *ακριβώς αυτό* να μην εντοπίζεται αυτούσια στα αμέτρητα ελληνικά χωριά, όμως υφίσταται σαν αύρα από και προς αυτό που ονομάζουμε «επαρχία».

Αρκούδι φουλ χορτάτο
Βέβαια, παρότι το φιλμ ισορροπεί μεταξύ ρομαντικά ονειρικού και αμείλικτα πραγματικού, παρασύρεται από την πληθωρικότητά του. Η «Αρκουδότρυπα» μοιάζει να αποτελείται από δύο και τρεις ταινίες μαζί, αφού πότε στην αφήγηση το λόγο παίρνει η περιπέτεια ενός «απαγορευμένου» έρωτα, πότε η πατριαρχική καταπίεση, άλλοτε το ψυχολογικό τέλμα ενός ανύπαρκτου μέλλοντος και κάπου, αφήνεται στη μέση η τρομερά ενδιαφέρουσα υπερβατική πτυχή του σπηλαίου. Αναπόφευκτα, ενώ κάθε επιμέρους ιστορία «στέκεται» άρτια, σα συνολική συρραφή αμβλύνεται η κινηματογραφική αποτελεσματικότητα τους. Το εν λόγω ψεγάδι μεταφράζεται σε αισθητή αποδυνάμωση σκηνών που διαφορετικά θα οδηγούσαν σε έντονες κορυφώσεις, όπως η ενότητα του πανηγυριού, και αντίστροφα παρατηρούνται συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα μεταξύ των εναλλαγών στα κεφάλαια.
Από την άλλη, πρόκειται για ζητήματα που προκύπτουν από μια καλοδεχούμενη ορμητικότητα που, δυστυχώς, σπανίζει στο εγχώριο σινεμά, ειδικά όταν πηγάζει από πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς (παραδόξως). Αντί για προσεκτική τακτοποίηση των πάντων, οι Παπαδάκη – Ντινόπουλος παίρνουν το ρίσκο να γίνουν παραπάνω αναλυτικοί, να σταθούν μερικά λεπτά περισσότερο πάνω από τους χαρακτήρες τους, αρκεί το γενεαλογικό ψηφιδωτό που σμιλεύουν να είναι όσο πλήρες χρειάζεται. Στάση δικαιολογημένη, επίσης, από το γεγονός πως στο επίκεντρο βρίσκονται οι άψογες Κυριαζή – Οικονομάκη, οι οποίες δίνουν με διαφορά το καλύτερο πρωταγωνιστικό ντουέτο που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες σε ελληνική ταινία.
Η ταινία «Αρκουδότρυπα» κυκλοφορεί από το Cinobo (21/5). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.