Πώς γυρίστηκε η πιο πολυσυζητημένη ελληνική ταινία της χρονιάς;
©Στέλιος Παπαρδέλας

Πώς γυρίστηκε η πιο πολυσυζητημένη ελληνική ταινία της χρονιάς;

Το σκηνοθετικό δίδυμο της «Αρκουδότρυπας» ανοίγει τα χαρτιά του στο Κλικ.

Μια κινηματογραφική περιπέτεια που ξεκίνησε πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, ολοκληρώνεται φτάνοντας στις μαρκίζες των κινηματογράφων. Η «Αρκουδότρυπα» του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθετικού διδύμου των Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιου Ντινόπουλου, αφού απέσπασε το Χρυσό Διόνυσο ως μικρού μήκους στο Φεστιβάλ Δράμας, εξελίχθηκε σε μεγάλου και κατέληξε να βραβεύεται τόσο στο Φεστιβάλ Βενετίας όσο και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – επτά φορές μάλιστα. Κεντρική ηρωίδα της ταινίας είναι η νεαρή Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή), η οποία έχει ως πιο κοντινό άνθρωπό της την Ανέττα (Πάμελα Οικονομάκη). Αμφότερες μεγαλωμένες σε ένα χωριό, στο φόντο η Ελάτη (Τύρνα), το οποίο αντιλαμβάνονται σα σπίτι και αδιέξοδό τους, ταυτόχρονα. Αν και η σχέση τους δεν είναι ακριβώς κατακριτέα, το να βρίσκονται μαζί σε κοινή θέα δεν είναι κάτι φρόνιμο. Η Ανέττα, εξάλλου, έχει σύντροφο έναν αστυνομικό με τον οποίο μετακομίζει, άρον – άρον, στη Λάρισα για να κάνουν οικογένεια. Τότε, η ανοιχτή πληγή που δημιουργείται ακαριαία στις ηρωίδες μετατρέπεται σε κινητοποιό δύναμη ώστε να μην επιτρέψουν σε άλλους να ορίσουν το μέλλον τους.

Όπως γράφαμε σχετικά στην κριτική μας: «Εκ πρώτης όψεως, υφολογικά η “Αρκουδότρυπα” συντονίζεται με το άτυπο ρεύμα του ελληνικού νεορεαλισμού που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια (“Digger”, “Πίσω από τις Θημωνιές”, “Κρέας”), ωστόσο, προτεραιότητά της είναι το ανθρώπινο στοιχείο και κατ’ επέκταση η κοινωνική καταγγελία. Η ενέργεια που πλαισιώνει τις ηρωίδες είναι σαφώς φορτισμένη πολιτικά, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο όπου η Ανέττα δυσφορεί στην προσπάθειά της να συμμορφωθεί με τον πνιγηρό ρόλο της νοικοκυράς, αλλά η αφηγηματική προσοχή δε ξεφεύγει ποτέ από πάνω τους. Δραματουργικά η πλοκή έχει, σαφώς, προορισμό την χειραφέτηση, αλλά η ατραπός που χρησιμοποιείται είναι αυτή του έρωτα που επαναστατεί. Για αυτό και η ταινία κερδίζει εν τέλει το στοίχημα, αφού αφήνει στην άκρη τις όποιες μεγαλοστομίες για να διογκώσει το συναισθηματικό αντίκτυπο όσων βιώνει το «υπό διωγμό» ζευγάρι. Τι Παρίσι, Τέξας, τι Τύρνα, Τρικάλων».

Με αφορμή, λοιπόν, την έξοδο της «Αρκουδότρυπας» στους κινηματογράφους, οι σκηνοθέτες μιλούν στο Κλικ για τη δημιουργία ενός φιλμ που ήδη έχει μονοπωλήσει το σινεφιλικό ενδιαφέρον.

Αρκουδότρυπα 3

Ώσπου να φτάσει, τώρα, στους κινηματογράφους η «Αρκουδότρυπα», έχουν περάσει αρκετά χρόνια που την αναπτύσσατε, κάνατε καμπάνιες crowdfunding, την παρουσιάσατε πρώτα ως μικρού μήκους με επιτυχία κ.ο.κ. Μετά από τόσο καιρό, λοιπόν, πώς νιώθετε που βγαίνει στους κινηματογράφους;

Στέργιος Ντινόπουλος: Ως ένα βαθμό, σίγουρα ανακούφιση. Θυμάμαι πως όταν ξεκινήσαμε είχαμε πλήρη άγνοια κινδύνου, δεν περιμέναμε πως τέσσερα χρόνια μετά θα «τρέχουμε» ακόμα την ταινία μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο δουλεύουμε πάνω της, τόσο απόσταση αποκτούμε από εκείνη. Το ένιωσα στην πρεμιέρα της Αθήνας αυτό, τότε κατάλαβα πως έχει φύγει από εμάς και ανήκει στο κοινό.

Χρυσιάννα Παπαδάκη: Το ίδιο και εγώ, ένιωσα πως κλείνει ο κύκλος της. Γιατί μπορεί να έχει προβληθεί σε κάποια φεστιβάλ, αλλά στην πραγματικότητα ο κόσμος δεν είχε την ευκαιρία να τη δει, ούτε να ξεκινήσουν νέες συζητήσεις έξω από το στενό κύκλο των κινηματογραφιστών και των καλλιτεχνών. Προσωπικά έχω ψηθεί πολύ, μπαίνω συχνά στο Letterboxd για να δω τα σχόλια του κοινού, αλλά και στο Facebook όπου έχουμε ένα τελείως διαφορετικό δημογραφικό ανθρώπων.

Πάντως, η πορεία της «Αρκουδότρυπας» ήταν ξεχωριστή από την πρώτη στιγμή. Διότι σχεδίασατε την παραγωγή της έχοντας εξαρχής υπόψη πως θα εξελιχθεί σε μεγάλου μήκους μελλοντικά. Πιστεύετε αυτή είναι μια τακτική που θα μπορούσε να υιοθετείται συχνότερα;

Σ.Ν.: Χωρίς να είχαμε ορίσει με αυστηρότητα τα βήματα που θα ακολουθούσαμε, γιατί εμπιστευόμασταν και το ένστικτό μας, σαφώς ο στόχος μας ήταν να γίνει κάτι ολοκληρωμένο. Το ενδιαφέρον σε αυτήν την προσέγγιση είναι πως δημιουργείς μια κάποια ανυπομονησία στο κοινό, τους δείχνεις ότι κάτι «έρχεται». Δεν ήταν τυχαίο, για παράδειγμα, πως στη μικρού μήκους προσθέσαμε μια σκηνή μετά τους τίτλους τέλους, ενώ είναι κάτι που δε συνηθίζεται. Θέλαμε να υπάρχει προσμονή, να φαίνεται πως δεν έχει τελειώσει αυτή η ιστορία. Παράλληλα, φροντίσαμε ώστε όταν ταξιδέψαμε στο Φεστιβάλ Δράμας να έχουμε ήδη γυρίσει τη μεγάλου μήκους. Κάτι που μας ωφέλησε τρομερά, γιατί τα πήγαμε πολύ καλά στη διοργάνωση και έτσι μετά είχαμε στα χέρια μας κάτι για να εξελίξουμε.

Χ.Π.: Παρότι συμφωνώ με όσα είπε ο Στέργιος, έχω να προσθέσω κάτι. Ως δημιουργός, είναι κάπως αγχωτικό να σκέφτεσαι πως ό,τι κάνεις πρέπει να το φτάνεις στο μάξιμουμ της δυνατότητάς του. Δηλαδή, να έχεις μια στρατηγική που σου επιβάλλει να κάνεις τη μικρού σου μεγάλου μήκους, μετά να γίνει σουξέ κ.ο.κ. Αυτού του είδους το στρες δε θα το πρότεινα. Από την άλλη, το να θες να φτάσει η ταινία σου σε πολύ κόσμο είναι κάτι που μετράει. Θεωρώ μάλιστα πως μόνο ο κινηματογράφος έχει αυτήν τη τόσο ευρεία απεύθυνση. Ας πούμε, τους τελευταίους μήνες που η «Αρκουδότρυπα» παίζεται κυρίως σε φεστιβάλ, μας στέλνουν άνθρωποι από όλο τον κόσμο να μας πουν πόσο τους επηρέασε. Ε και αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο.

Αρκουδότρυπα 1 ταινίες θερινά

Συν τοις άλλοις, το ύφος σας παρότι έχει σαφή arthouse ποιότητα, προσκαλεί τον καθένα να την παρακολουθήσει. Έχει μια καλώς εννοούμενη εμπορικότητα την ίδια στιγμή που θίγει μια σειρά περίπλοκων και επίκαιρων ζητημάτων.

Χ.Π.: Το επιδιώξαμε αυτό, ίσως είναι απόρροια των αναφορών μας. Κυρίως, μου αρέσει να με κρατάει αυτό που βλέπω και να μη βαριέμαι. Ή τουλάχιστον, εάν πρόθεση μιας ταινίας είναι να σε κάνει να βαριέσαι, ας είναι σαν αποτέλεσμα μιας επιμελημένης καλλιτεχνικής επιλογής. Αντίστοιχα, εμείς αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα πως υπήρχαν πολλές ιδέες που θέλαμε να ενσωματώσουμε στο σενάριο, αλλά δεν ήταν εξαρχής ξεκάθαρο πώς θα δικαιολογηθούν ή θα υποστηριχθούν δραματουργικά. Εν τέλει φτιάχτηκε λύνοντας ακριβώς αυτά τα ζητήματα.

Μιλήστε μου λίγο για το σάουντρακ του John Tournas. Γιατί, όπως φαντάζομαι και αρκετοί άλλοι, ξαφνιάστηκα όταν άρχισε να ακούγεται η Μαρίνα Σάττι, μετά από τα ατμοσφαιρικά κλαρίνα.

Σ.Ν.: Για να είμαστε ειλικρινείς, όταν αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε το «Tucutum», δεν είχε πάρει ακόμα την έκταση που απέκτησε. Μιλάμε, κιόλας, για την εποχή προτού η Μαρίνα πάει στη Eurovision. Εμάς τότε, απλά μας άρεσε τρελά σαν κομμάτι και νιώσαμε πως ταιριάζει πλήρως στο χαρακτήρα της Ανέττας.

Χ.Π.: …είναι και λίγο cunty ε; (γέλια) Γιατί το τραγούδι, όπως και η Ανέττα, αποτελούν συγκερασμό διαφορετικών αισθητικών, διαθέτουν στοιχεία που μπλέκονται και λειτουργούν, παρόλο που στο μάτι μπορεί να μοιάζουν αντιφατικά.

Αρκουδότρυπα 2

Κλείνοντας, θα ήθελα να μάθω περισσότερα για την προσέγγισή σας στις πιο πολιτικά φορτισμένες πτυχές της «Αρκουδότρυπας». Όπως για το γεγονός πως το πρόσωπο του συντρόφου αστυνομικού της Ανέττας δε φαίνεται ποτέ.

Χ.Π.: Για εμάς η πολιτική είναι μέρος των κοινωνικών και ερωτικών σχέσεων, οπότε θα τη «φέρναμε» αναπόφευκτα στην ταινία. Ισχύει, βέβαια, και μια καλλιτεχνική άποφασή μας. Εγώ προσωπικά δε θέλω να δω τον μπάτσο! Έχουμε δει παρόμοιες ταινίες που τον δείχνουν με εκατό διαφορετικούς τρόπους σε εκατό διαφορετικές καταστάσεις. Παρομοίως, πόσα queer φιλμ κι αν έχουμε δει, όπου όλη η πλοκή συνοψίζεται στο διακύβευμα εάν η ηρωίδα θα παρατήσει ή όχι τον άντρα της. Επομένως, για να επιστρέψω σε αυτό που είπες, δε χρειαζόμαστε κι άλλους ρόλους μπάτσου. Είμαστε οκ.

Σ.Ν.: Επιπλέον, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις έχει ενδιαφέρον να εστιάσεις στο τι λείπει τελείως. Απουσιάζει, ας πούμε, μια σαφής αναφορά γύρω από το ότι αυτές οι ηρωίδες είναι queer. Αλλά κινηθήκαμε έτσι για να αποφύγουμε κάποιες συνηθισμένες αφηγήσεις και να δώσουμε έμφαση αλλού, όπως στη χαρμόσυνη ενέργεια που έχουν οι δυο τους. Με τον τρόπο του και αυτό είναι πολιτικό.

Η ταινία «Αρκουδότρυπα» κυκλοφορεί από το Cinobo (21/5). Περισσότερες κινηματογραφικές συνεντεύξεις εδώ.

Σχετικά άρθρα