«Μα πόσο κουλ πια αυτός ο Τζούμας;»
Αναρωτιέμαι. «Όσο κουλ αντέχετε και ανέχεστε, μανδάμ!» τον φαντάζομαι να απαντά λοξοκοιτώντας με, χαμογελώντας. Δεινός χειριστής των λογοπαίγνιων και του εκλεπτυσμένου λεξιλογίου. Από τη Μάιρα Λάττα
Α, τον αγαπώ των Τζούμα… ή καλύτερα είμαι καταγοητευμένη από αυτόν, πάθηση σίγουρα διόλου ασυνήθιστη μεταξύ κορασίδων που καταπιάνονται με την τέχνη, πλατωνικώς τουλάχιστον. Δεν είναι ηθοποιός της γενιάς μου και η μοναδική παράσταση του που έχω παρακολουθήσει είναι η τελευταία, στην οποία ενσάρκωσε τον ποιητή Κ.Π.Καβάφη. Σωστά μαντέψατε, με καταγοήτευσε για άλλη μια φορά. Αέρινος, δωρικός, συναισθηματικός. Μετρημένος και μελαγχολικός, με ανάγκασε να νιώσω την θλίψη και το μεγαλείο του λυρικού ποιητή. Κρατούσα την αναπνοή μου και βούρκωσα στη σκηνή που μόνος στο γραφείο του ενώ χαμήλωναν τα φώτα, εκείνος τυλίγεται σε ένα δυσοίωνο σύννεφο καπνού. Πόσο ντροπή αισθάνθηκα όταν οι τρεις κομψές μεσήλικες κυρίες, οι οποίες καθόντουσαν δίπλα μου στο θέατρο, μετά το τέλος της παράστασης βρέθηκαν να αναφωνούν πως βρήκαν το έργο απλό και βαρετό. «Ακούς εκεί απλό και βαρετό! Ακόμα και η Ελληνική τρίτη ηλικία είναι εθισμένη στην αισθητική φθήνια των εφέ και των blockbusters!!». Δε θυμάμαι ακριβώς πότε κατέληξα να συμπαθώ τον Τζούμα αλλά ήταν λίγο προτού διαβάσω τα βιβλία του και λίγο αφού ξεκίνησα να ακούω την καθημερινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο. Σαν χθες μου φαίνεται, πριν επτά χρόνια που τυχαία έπεσα πάνω στο πρώτο του βιβλίο «Ως εκ θαύματος»2008, Εκδ.Καστανιώτη, στο μαγαζάκι με τα σουβενίρ στο πλοίο για Κρήτη.
Το αγόρασα περιχαρής , κάθισα σε ένα τραπεζάκι στο σαλόνι παρέα με μια κούπα ελληνικό καφέ και το είχα διαβάσει μέχρι να αράξουμε Ηράκλειο. Αυτό ήταν, η ευθύτητα, η χαλαρότητα και ο τρόπος με τον οποίο ο Τζούμας χάιδευε τις λέξεις με συνεπήρε. Ταυτίστηκα και εγώ με την επίμονη- κάτι σαν φαγούρα,-αίσθηση του συγγραφέα πως δεν κολλάει με το γύρω του, πως δε χωρά πουθενά (κάτι που έχουν αισθανθεί σαφώς και οι Τρύπες). Περίμενα πως και πως να εκδοθούν τα δύο επόμενα βιβλία της αυτοβιογραφικής τριλογίας του, «Complete Unknown»,2009 και «Πανωλεθρίαμβος», 2010.
Το δεύτερο βιβλίο το διάβασα στο ΚΤΕΛ από Αθήνα για Καρδίτσα, μέσα σε 4.30 ώρες δηλαδή, και ένιωσα και εγώ σα νομάς καλλιτέχνης που περιδιαβαίνει την υφήλιο, ψάχνοντας να βρει έναν τόπο να αισθάνεται ελεύθερος και ασφαλής.
Το τρίτο μου κράτησε παρέα ένα όμορφο ανοιξιάτικο βράδυ, όπου τελικά τα βρήκα με την μοναξιά μου και πήρα απόφαση πως η ευτυχία βρίσκεται στα καθημερινά και απλά πράγματα.
Τα λάτρεψα αυτά τα βιβλία. Με χάρη και ελαφράδα με ταξίδεψαν στην παλιά Αθήνα, στη Νέα Υόρκη και μετά πίσω πάλι. Γεύτηκα και εγώ με τη σειρά μου λίγη από την αλήτικη ζωή του Τζούμα και συνδιαλέχτηκα με τις φιγούρες που τον συντρόφευσαν εδώ και εκεί. Αν και αποφεύγω να διαβάζω Έλληνες πεζογράφους ο Τζούμας (ναι τολμώ προσωπικά να τον κατατάξω ανάμεσα στους Έλληνες πεζογράφους) με μάγεψε αμπσουλεμόντ και καθολοκληρία! Τι στυλ Θεέ μου! Ο ίδιος δήλωσε σε μια συνέντευξη πως δε θα γράψει άλλο βιβλίο και πραγματικά λυπήθηκα πολύ! Όμως έτσι είναι ο Τζούμας κατάλαβα, απρόβλεπτος, χωρίς ανάγκη να αποδείξει τίποτα, βαδίζει διακριτικά σαν bossa nova μελωδία το μονοπάτι της ζωής.