Πέθανε ο Γιώργος Πανουσόπουλος: Η μέρα που το ελληνικό κινηματογραφικό καλοκαίρι έσβησε μες στην άνοιξη
Φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας «Σ' Αυτήν τη Χώρα Κανείς Δεν Ήξερε Να Κλαίει»

Πέθανε ο Γιώργος Πανουσόπουλος: Η μέρα που το ελληνικό κινηματογραφικό καλοκαίρι έσβησε μες στην άνοιξη

Στις ταινίες του Γιώργου Πανουσόπουλου, τα κορμιά και τα βλέμματα ήταν τοπία. Μα αυτό που μένει στο τέλος είναι μερικές προσωπικές μνήμες-φυλαχτό.

Αν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, λένε, κατέγραψε ασύγκριτα το χειμερινό τοπίο της Ελλάδας, ο Γιώργος Πανουσόπουλος ήταν εκείνος που ύμνησε το καλοκαίρι της, το φως, τις θάλασσες, τις αμμουδιές καταμεσήμερο και τις ερωτικές της νύχτες. Λένε, ακόμα πως στις ταινίες του χωράει ο ερωτισμός της αθωότητας, του μεσοκαλόκαιρου, της εφηβικά απενοχοποιημένης γύμνιας, του πρωτόπλαστου ενστίκτου, η γεωγραφία των επιδερμίδων, τα ξυπόλητα ίχνη στη βρεγμένη αμμουδιά που θα χαθούν για πάντα στο επόμενο κύμα, η αλμύρα στα σώματα, η αμυδρή μυρωδιά σύκου με αντιηλιακό και φλούδες από καρπούζι, όλα τα μπλε που κάνουν ασήμαντο κάθε ιδρώτα. Λένε πως στις εικόνες τους, στο φως του κάνει επανάσταση ο ήλιος και χτίζεται, τόσο πραγματικό που χωράει όλο, πια σε φιλμ, παραδείσιο, το Αιγαίο. Μα, ο ίδιος, πάντως έλεγε, πως κάποτε κατάλαβε ότι κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο το σώμα και πιο μετά πως κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο το πρόσωπο, και στο τέλος πως κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο τα ανθρώπινα μάτια!

Οι άνθρωποι λέμε ιστορίες για εκείνον που φεύγει, σαν να θέλουμε στην άβολη στιγμή του αποχαιρετισμού, να πάρουμε απ’ την σημαντική, εκείνου που τώρα θυμόμαστε. Βιογραφικά, συνεντεύξεις, τυχαίες συναντήσεις, στιγμές σημείων επαφής. Γεμίζουν παρορμητικά το timeline, ή καταγράφονται, προσεκτικά, σε αφιερώματα, ή εξασφαλίζουν ανέκδοτο υλικό και δηλώσεις κοντινών προσώπων, για να αντέξουν το δικό τους μερίδιο στον χρόνο. Στην περίπτωση του Γιώργου Πανουσόπουλου θα αποδοθεί η δημιουργικότητά του ως σκηνοθέτη και η αισθαντικότητα του να καταγράφει όμορφα τα ανθρώπινα πλάσματα, σαν ένα με τόπια χαυνωμένων ερωτισμών. Θα μετρηθεί ως ασύγκριτη η δεξιοτεχνία του στη διεύθυνση φωτογραφίας, που κάθε καλοκαιρινή αχτίδα φωτός αποκτά διαφορά. Θα αναγνωριστεί η τελειομανία, η ευφυΐα, η προσοχή του στην παραγωγή. Θα υμνηθεί η ικανότητα του να κάνει εικαστικά κάδρα στο μοντάζ που όλα στέκουν αυθύπαρκτα ως εικόνες, μα λένε με ουσία την ιστορία. Θα χαιρετιστεί το ταλέντο της ξεχωριστής αφήγησης με αρχή, μέση, τέλος και κατοικημένους χαρακτήρες στο σενάριο. Θα αναλυθούν οι 8 ταινίες του, Ταξίδι του Μέλιτος, Οι Απέναντι, Μανία, Μ’ Αγαπάς; Ελεύθερη Κατάδυση, Μια Μέρα τη Νύχτα, Tεστοστερόνη, Σ’ Αυτή τη Χώρα Κανείς δεν Ήξερε να Κλαίει. Θα τονιστεί η σημαντική του στη διαφήμιση και πως έκανε μικρά αριστουργήματα όπως εκείνο το σποτ της ΜΙΣΚΟ, όπου στη Θεσσαλία το στάρι μονάχο του, υπήρχε, ανάσαινε, γοήτευε, πρωταγωνιστούσε, σε μια ταινία μικρού μήκους. Θα ειπωθεί πως έκανε σποτ για την ΕΡΤ το τελευταίο ηλιοβασίλεμα της χιλιετίας πριν να έρθει το 2000 σε μουσική Χατζιδάκι και όλο έκλαιγε και έκλαιγε από την ομορφιά και τη συγκίνηση ενός ορισμένου απ όλους τέλους.

«Οι απέναντι»
«Οι απέναντι»

Θα ακουστούν λόγια σεβασμού και συγκινήσεις. Θα μετρηθούν τα βραβεία του και οι συμμετοχές του στο φεστιβάλ Βερολίνου και Βενετίας. Θα καταγραφούν τα επιτεύγματα του και οι μεγάλες στιγμές όπως εκείνη με εισαγωγικό φιλμάκι της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004. Όλοι θα μιλήσουν, θα γράψουν, θα αναφέρουν πως για τέσσερις δεκαετίες μοιράστηκε τη ζωή του, με αυτό το ποιητικό πλάσμα ξεχωριστής ωραιότητας, τη Μπέτυ Λιβανού, το ομορφότερο και πιο ζεστό πρόσωπο όλων, που ερωτεύτηκε με πάθος ο ελληνικός κινηματογραφικός φακός, με τις μοναδικές ευαισθησίες, που δεν θέλησε ποτέ λουλούδια στις πρεμιέρες της, γιατί δεν μπορεί να είναι μάρτυρας στο μαρασμό και το θάνατο τους. Θα γραφεί πως απέκτησε δύο κόρες νεραϊδίσιες και έζησε μακριά από τη πόλη των εντυπώσεων, στις αποχρώσεις και στους φυσικούς ήχους, σε ένα κτήμα στο Κορωπί. Κάπου θα ξεχωρίσει πιο προσωπική, η εκμυστήρευση του το 2019, στον Χρήστο Παρίδη. «Έχω μεγαλώσει στην Κηφισιά και η απόσταση από τη θάλασσα την εξιδανίκευε στη φαντασία μου. Μικρός έβλεπα ξανά και ξανά έναν εφιάλτη. Το νερό να πλησιάζει αργά και μόλις έφτανε κοντά μου να φεύγει γρήγορα πίσω. Κι ενώ λατρεύω τη θάλασσα, με φοβίζει το στατικό νερό, μου θυμίζει θάνατο. Δεν μπαίνω ποτέ σε λίμνες, αλλά ούτε και σε πισίνες. Στα δεκαοχτώ μου, ξέρεις, μπάρκαρα στα καράβια σαν μούτσος. Μέσα σε εννιά μήνες γύρισα τον κόσμο όλο. Τότε δεν το είχα πάρει σοβαρά αλλά τώρα καταλαβαίνω τη σημασία του». Τώρα ή τότε, τι σημασία έχει; Μένει πως γύρισε τον κόσμο όλον και τον χώρεσε στο βλέμμα του.

Και όταν όλα θα έχουν ειπωθεί και η 10η Μαρτίου του 2026, η μέρα που πέθανε στα 84 του χρόνια, ο Γιώργος Πανουσόπουλος θα ‘χει τελειώσει, μέσα σε λέξεις, φράσεις, κείμενα, χρόνους παραδόσεις, τότε για μένα θα ‘χει μείνει μια στιγμή, πολύ προσωπική μαζί του, σαν σε μια ζωή πίσω, αλληνής, με μισοφωτισμένες μνήμες. Είναι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και εγώ επιπόλαια και ξετσίπωτα νέα, στέλνω κάτι κακές φωτογραφίες μου στον Γιώργο Πανουσόπουλο, που ένας φίλος μου είπε πως ψάχνει κάποια νέα γυναίκα, όχι γνωστή για μια ταινία. Σκαλωμένη με τους «Απέναντι», που είχε κάνει ο σκηνοθέτης, το βιβλίο του Τατσόπουλου, την ερμηνεία του Άρη Ρέτσου και την σαγήνη της Μπέτυς Λιβάνου, βρήκα πως είχα όλα τα προσόντα να στείλω τις τρισάθλιες σε χρώματα, μέικ απ, μαλλιά και αυθάδικη έκφραση φωτογραφίες μου. Δηλαδή, ήμουν νέα, γυναίκα και εντελώς άγνωστη σε όλους. Το ‘κάνα, το ξέχασα και συνέχισα να ζω μεταξύ πλατείας Εξαρχείων, με φίλους και σινεμάδων Ιντεάλ, Δαναού και Αελώ, με όνειρα.

«Ελεύθερη Κατάδυση»
«Ελεύθερη Κατάδυση»

Ένα πρωί πήρε στο σπίτι στο σταθερό και μίλησε με τη μαμά μου. Κοίτα που ήθελε να με δει κοτζάμ Πανουσόπουλος. Συναντηθήκαμε σε φωτεινά γραφεία. Μια κάμερα έγραφε το πρόσωπο μου. Μου είπε να βγάλω άλλες φωτογραφίες και πως αυτές ήταν άθλιες –«α, ναι;», έκανα την ανύποπτη εγώ! Με ρώτησε κάπως βαριεστημένα τι κάνω και πώς και άλλα τυπικά, ενώ κοιτούσα τον φακό στημένο ανελέητα, απέναντι μου. Μου είπε πως η ταινία θα είχε πολύ γυμνό και ίσως η ζωή μου ποτέ να μην ήταν όπως τώρα, το ξέρω και το καταλαβαίνω. «Ναι», ψέλλισα «και δεν έχω πρόβλημα». Εννοείται πως είχα και ήμουν έντρομη και ήθελα να φύγω και να πάω να κρυφτώ κάπου. Χαμογέλασε μετά από παύση δραματική για μένα, αδιάφορη για εκείνον. Θα με ειδοποιούσε. Μήνες μετά είδα στον κινηματογράφο την «Ελεύθερη Κατάδυση», με νέα εμφάνιση την εκτυφλωτική Βαλέρια Χριστοδουλίδου. Και η ζωή μου δεν άλλαξε. Και ίσως ποτέ να μην αλλάζουν οι ζωές και ο χρόνος να αιωρείται με μια κάμερα να γράφει, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, που δεν τους απέκτησαν ποτέ τους, κανένα κοινό, κατά τα άλλα…

Σχετικά άρθρα