Τάσος Λειβαδίτης | Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου..
O ποιητής που είχε το μοναδικό τρόπο να εκφράζει όλα όσα `έλεγε` η καρδιά... .-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
“Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου…”
Λόγια που με αγγίζουν και αγαπώ ιδιαίτερα… Δημιουργός τους ένας ποιητής που ήξερε να γράφει με ευαισθησία και πάθος.
«Τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς». είπε κάποτε ο φίλος και συνεργάτης του Τάσου Λειβαδίτη, Τίτος Πατρίκιος, για εκείνον…
Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι από τους αγαπημένους μου ποιητές. Οι στίχοι του είναι απλοί αλλά βγάζουν τόσο συναίσθημα και τρυφερότητα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην συνέβαινε αυτό ; `Ενας άνθρωπος χαμηλών τόνων με διαχρονικές αξίες που έζησε μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, την αγάπη, την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.
Μπορεί να μην είναι εύκολο να βρούμε πάντα λέξεις για τα συναισθήματά μας… Εκείνος όμως, είχε το μοναδικό τρόπο να εκφράζει όλα όσα “έλεγε” η καρδιά…
Το ερωτικό ποίημα “Συγχώρα με αγάπη μου” είναι τόσο λυρικό όσο και δυνατό ταυτόχρονα.. Ένα ποίημα για τη σπουδαιότητα και την ανάγκη του έρωτα και της παρουσίας, που προκαλεί συγκίνηση…
Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου… Δινόσουνα ολάκερη και δεν κράταγες για τον εαυτό σου παρά μόνο την έγνοια αν ολάκερη έχεις δοθεί… Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου τότε που μου χαμογελούσες… Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου αγαπημένη μου… Μα και τι να πει κανείς… Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου τόσο μεγάλα.. Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή… Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα και τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας… Θάθελα να φωνάξω τ’ονομά σου,αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη… Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα να μη πεθάνει… Θε μου πόσο ήταν όμορφη σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω… Μισώ τα μάτια μου, που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου.. Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό, που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά, α, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ για να σε συναντήσω γι αυτό έγινε ο κόσμος… Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ’ την πόρτα σου έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο.. Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί… Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου, εσύ θα ξέρεις, πως πέθανε σφαγμένος απ’ τα μαχαίρια του φιλιού, που ονειρευότανε για σένα… Ποδοπάτησε με, να έχω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’αγγίζεις…