Ήτοι μεν πρώτιστα Black Sabbath εγένοντο

Ήτοι μεν πρώτιστα Black Sabbath εγένοντο

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1970. Η βροχή ραπίζει ασταμάτητα το έδαφος. Οι κεραυνοί σκίζουν τους ουρανούς. Ο ήχος μιας καμπάνας αντηχεί πένθιμα.

Ο βαρύς παραμορφωμένος ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας, συνοδευόμενος από το ογκώδες και στακάτο σφυροκόπημα των τυμπάνων, σε καταπλακώνει.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Και μία απόκοσμη φωνή μοιάζει να ζωντανεύει τον υπερφυσικό τρόμο:

“What is this that stands before me?

Figure in black which points at me

Turn around quick and start to run

Find out I’m the chosen one,

Ohno!”

Έπειτα από τα περίπου εξήμισι λεπτά οργιαστικού ροκ που διαρκεί το κομμάτι “Black Sabbath”, η μουσική δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Οι Black Sabbath (πρώην Earth) συστήνονται σε ένα απροετοίμαστο κοινό με το ομώνυμο άλμπουμ τους και, παρά την αρνητική υποδοχή των κριτικών, θέτουν τις βάσεις για το μουσικό ιδίωμα του χέβι μέταλ, το οποίο μισό αιώνα μετά παραμένει ζωντανό και δημιουργικό, συνεχίζοντας να δημιουργεί στρατιές ορκισμένων οπαδών. Χρειάστηκαν μόλις δώδεκα ώρες ηχογράφησης και ελάχιστος προϋπολογισμός.

Ο μοναδικός ήχος που εισήγαγαν οι τέσσερις μαυροφορεμένοι μακρυμάλληδες νεαροί ήταν απόλυτα συμβατός με τις ζωές τεσσάρων παιδιών της εργατικής τάξης στο μουντό βιομηχανικό Μπέρμιγχαμ των δυτικών Μίντλαντς εκείνης της εποχής. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Όζυ στην αυτοβιογραφία του Είμαι ο Ozzy, «Ο πατέρας μου πάντοτε μου έλεγε ότι θα έκανα κάτι μεγάλο μια μέρα. ‘Έχω ένα προαίσθημα για σένα, Τζων Όσμπορν’ μου έλεγε μετά από μερικές μπύρες. Εσύ ή θα κάνεις κάτι πολύ σπουδαίο, ή θα πας στη φυλακή.’ Και είχε δίκιο ο γέρος μου. Ήμουν στη φυλακή πριν από τα δεκαοχτώ μου χρόνια».

Η εργασία του Tony Iommi σε εργοστάσιο μεταλλικών ελασμάτων (όπου και έχασε το μέσο και τον παράμεσο του δεξιού χεριού του) συνέβαλε στη διαμόρφωση του μονολιθικού, μηχανοποιημένου ήχου της κιθάρας. Οι στίχοι, που γράφονταν κατά κύριο λόγο από τον μπασίστα Geezer Butler, πραγματεύονται το ανοίκειο, το ανείπωτο και το εξωπραγματικό. Στο ομώνυμο κομμάτι αναφέρονται σε μία σκοτεινή φιγούρα που επισκέπτεται  κάποιον (και λέγεται πως είναι εμπνευσμένο από μία προσωπική πνευματιστική εμπειρία του Butler). Το Sleeping Village αναφέρεται στις μάγισσες του Σάλεμ, ενώ το Behind the Wall of Sleep έχει επηρεαστεί από σχετικό διήγημα του συγγραφέα ιστοριών μεταφυσικού τρόμου Χάουαρντ Φίλιπς Λόβκαρφτ. Και βέβαια το image της μπάντας ήταν ανάλογο της θεματολογίας των στίχων.

Το εξώφυλλο του δίσκου (πρόκειται για επεξεργασμένη φωτογραφία και όχι ζωγραφικό πίνακα) αποτύπωσε με μοναδικό τρόπο τη σκοτεινή ψυχή του συγκροτήματος. Ένας μεσαιωνικός νερόμυλος που μοιάζει στοιχειωμένος και μπροστά του μια άγνωστη μαυροντυμένη γυναικεία φιγούρα για την ύπαρξη της οποίας έχουν ειπωθεί άπειρες ιστορίες. Σε κάθε περίπτωση, οι Sabbath απέρριπταν την, κυρίαρχη εκείνη την περίοδο, αισιόδοξη, «αγαπησιάρικη» και μεσοαστική όψη της χίπικης κουλτούρας. Προσπάθησαν να δώσουν διέξοδο σε συναισθήματα ματαίωσης, απογοήτευσης και θυμού. Και παραμένουν πάντοτε επίκαιροι για κάθε νεότητα που αντιμετωπίζει τη διάψευση.

Διόλου τυχαία, σε παρόμοιο κοινωνικό περιβάλλον, τα κατοπινά χρόνια θα εμφανιστούν στην πόλη του Μπέρμιγχαμ και άλλες μπάντες-ορόσημα του ακραίου ήχου (αν και με περισσότερο πολιτικοποιημένο στίχο), όπως οι ηγήτορες του oi-punk ρεύματος GBH, οι πρωτομάστορες του grindcore ήχου Napalm Death και οι industrial πειραματιστές  Godflesh.

Οι Sabbath θα ασκήσουν σημαντική επίδραση σχεδόν σε όλο του φάσμα του σκληρού ήχου. Από τους hardcore punk ήρωες Black Flag μέχρι τους thrash metal θρύλους Anthrax (για τον κιθαρίστα τους ScotIan, «οι πέντε αγαπημένοι μου δίσκοι, είναι τα πέντε πρώτα άλμπουμ των Black Sabbath»). Από τον βιομηχανικό ήχο των Ministry μέχρι το desert rock των Kyuss. Και από τον επικό μέταλ καλπασμό των Manilla Road («όταν είδα τους Black Sabbath αποφάσισα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου», σύμφωνα με τον αρχηγό του γκρουπ Mark Shelton) μέχρι τον πνιγηρό doom όλεθρο των Electric Wizard.

Τον περασμένο Μάρτιο οι Sabbath ανακοίνωσαν την διοργάνωση μίας  αποχαιρετιστήριας περιοδείας (χωρίς όμως τη συμμετοχή του αρχικού ντράμερ Bill Ward) που θα σημάνει το τέλος της μακράς πορείας τους. Μιας πορείας που, όπως συμβαίνει συχνά, δεν ήταν πάντοτε ανέφελη. Τσακωμοί, αλλαγές μελών (με κυριότερη την αποχώρηση του Ozzy το 1978 και επιστροφή του το 2011), υπέρμετροι εγωισμοί (στη διάρκεια της μίξης του Live Evil (1982), ο τραγουδιστής Ronnie James Dio κατηγορήθηκε ότι τις νύχτες ανέβαζε κρυφά την ένταση των φωνητικών του), καταχρήσεις (ο ντράμερ Bill Ward ομολόγησε κάποτε ότι δεν θυμόταν την ηχογράφηση ενός δίσκου λόγω του αλκοολισμού του), ασθένειες (το 2012 ο Tony Iommi διαγνώσθηκε με λέμφωμα που αντιμετώπισε με επιτυχία). Και φυσικά ναρκωτικά, πάρα πολλά ναρκωτικά. Όπως γλαφυρά περιγράφει ο Geezer Butler, η ποσότητα κοκαΐνης που καταναλώθηκε στη διάρκεια της ηχογράφησης του Vol. 4 (1972), κόστισαν περισσότερο από το ίδιο το άλμπουμ.  

Όμως αυτά ανήκουν στην (προ)ιστορία του ροκ. Αυτό που απομένει σήμερα είναι το ρίγος που σε διαπερνά στο άκουσμα των εξωπραγματικών μελωδιών των Sabbath. Ακριβώς όπως εκείνη την Παρασκευή και 13, τον Φεβρουάριο του 1970.

*Περισσότερες πληροφορίες για τους Black Sabbath μπορούν να βρεθούν στην εξαιρετική βιογραφία του μουσικού δημοσιογράφου Mick Wall, Black Sabbath: Symptom of the Universe (Orion Books, 2013).

Σχετικά άρθρα