Γιατί η Ryanair δεν θα ξαναπροσγειωθεί Θεσσαλονίκη;
Τέλη Οκτωβρίου φαίνεται να «κλείνει το μαγαζάκι» της Ryanair στο αεροδρόμιο Μακεδονία. Μην είναι οι δασμοί και τα καύσιμα;
Περιεχόμενα
Η απόφαση της Ryanair να αποσύρει τη βάση της από τη Θεσσαλονίκη σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για την αεροπορική συνδεσιμότητα της πόλης και αναδεικνύει τις βαθύτερες παθογένειες της αγοράς των αερομεταφορών. Κεντρικός λόγος της αποχώρησης φαίνεται να είναι η αύξηση των τελών από τη Fraport Greece, που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο «Μακεδονία». Για μια εταιρεία που βασίζει την επιτυχία της στο χαμηλό κόστος, τέτοιες αυξήσεις καθιστούν τη λειτουργία της μη βιώσιμη.
Η Ryanair έχει χτίσει την ταυτότητά της πάνω σε ένα επιθετικό μοντέλο μείωσης εξόδων, ήδη από την ίδρυσή της στο Δουβλίνο τη δεκαετία του ’80. Η στρατηγική αυτή της επέτρεψε να προσφέρει εισιτήρια έως και 50% φθηνότερα από ανταγωνιστές, αλλά την καθιστά εξαιρετικά ευαίσθητη σε οποιαδήποτε αύξηση κόστους. Έτσι, η αποχώρηση από τη Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά την εφαρμογή μιας πάγιας τακτικής. Όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν το μοντέλο της, η εταιρεία μετακινεί τα αεροσκάφη της αλλού.
Το ίδιο έγινε και τον περασμένο Μάρτιο στις Αζόρες. Δημιουργήθηκε ένα κενό στην αγορά που όχι μόνο αύξησε τις τιμές των εισιτηρίων, αλλά επιφέρει και ουσιαστικές αναταράξεις στην τοπική οικονομία. Όπως αναφέρει η Portugal News, οι κρατήσεις για τη φετινή σεζόν εμφανίζονται μειωμένες κατά περίπου 20%, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Τοπικών Καταλυμάτων των Αζορών.
Τι μέλλει γενέσθαι;
Οι συνέπειες για την συμπρωτεύουσα θα είναι μάλλον σημαντικές. Περίπου 200 εργαζόμενοι επηρεάζονται άμεσα, ενώ η μείωση των πτήσεων αναμένεται να περιορίσει τη διεθνή συνδεσιμότητα. Επιπροσθέτως, η εμπειρία από άλλες περιοχές δείχνει ότι η απουσία της Ryanair οδηγεί συχνά σε αύξηση τιμών από τις πιο high-end, καθώς μειώνεται ο ανταγωνισμός.
Ωστόσο, η εταιρεία αφήνει ένα μικρό «παράθυρο» επιστροφής, εφόσον αλλάξουν οι όροι συνεργασίας. Μέχρι τότε, η Θεσσαλονίκη καλείται να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η παρουσία των low-cost αεροπορικών δεν είναι δεδομένη, αλλά εξαρτάται από λεπτές ισορροπίες κόστους και στρατηγικής.