KLIK FILES/ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1990// Jack Nicholson: Παίρνω viagra μόνο όταν είμαι με περισσότερες από μία γυναίκες…

KLIK FILES/ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1990// Jack Nicholson: Παίρνω viagra μόνο όταν είμαι με περισσότερες από μία γυναίκες…

Είναι κάποιοι άνθρωποι που μπορεί να μην είναι αντικειμενικά ωραίοι, ελκυστικοί, συμπαθείς αλλά έχουν γεννηθεί με ένα ιδιαίτερο χάρισμα που τους κάνει να ξεχωρίζουν. Όπως ο Jack Nicholson.-Aπό τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα τη συνεργασία μου με το ΚLIK, ο Άρης Τερζόπουλος μου πρότεινε βιβλία και ταινίες που θα με βοηθούσαν να εξελίξω τον τρόπο σκέψης και γραφής μου. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η ταινία “As good as it get gets” που την είχα δει και πιο παλιά, αλλά ο Άρης επέμενε :”Να την παρακολουθήσεις με μεγαλύτερη προσοχή αυτήν τη φορά…”

Η αλήθεια είναι πως η ιδέα και μόνο ότι θα την ξαναέβλεπα, με χαροποιούσε… Κι ο λόγος δεν ήταν η υπόθεση του έργου. Είναι κάποιοι άνθρωποι που μπορεί να μην είναι αντικειμενικά ωραίοι, ελκυστικοί, συμπαθείς αλλά έχουν γεννηθεί με ένα ιδιαίτερο χάρισμα που τους κάνει να ξεχωρίζουν. Αυτή είναι και η περίπτωση του πρωταγωνιστή της ταινίας, Τζακ Νίκολσον. Ένας αληθινός σταρ με 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ – ρεκόρ για άνδρα ηθοποιό- που τιμήθηκε με τρία βραβεία και με 7 Χρυσές Σφαίρες.  

Στην ταινία “Καλύτερα δεν γίνεται”(As good as it gets) δεν κέρδισε τυχαία το τρίτο του Όσκαρ. Με το ρόλο του Melvin αποδεικνύει εκτός από το ταλέντο του και την ευελιξία του σπουδαίου ηθοποιού. Μια ταινία που με άλλους ερμηνευτές θα ήταν ίσως μια συνηθισμένη ρομαντική κομεντί, ο Νίκολσον τη μετέτρεψε σε κάτι το ξεχωριστό.

Υποδυόμενος έναν μισάνθρωπο, παρανοϊκό, ρατσιστή, ομοφοβικό, ατομικιστή συγγραφέα που οι συνθήκες τον αναγκάζουν αρχικά να έρθει σε επαφή με μια σερβιτόρα κι έναν ομοφυλόφιλο καλλιτέχνη, αρχίζει να αλλάζει και να γίνεται πιο ανθρώπινος, προσιτός και συγκινητικός. Στην ουσία είναι μια εξέλιξη αυτών που τον καταξίωσαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Το καυστικό του χιούμορ τον ακολουθεί αλλά είναι πιο ήρεμος, γήινος και απολαυστικός. Μια από τις πιο ρομαντικές σκηνές των τελευταίων ετών στην ιστορία του κινηματογράφου είναι όταν προσπαθεί να εξηγήσει στη σερβιτόρα που ερωτεύτηκε τελικά, το πόσο πολύ τον έχει βοηθήσει να γίνει καλύτερος άνθρωπος.

   

Ο Νίκολσον κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ Α` ανδρικού ρόλου, το 1975 για την ερμηνεία του στην ταινία του Μίλος Φόρμαν “Στη Φωλιά του Κούκου”. Θεωρείται, μάλιστα, η καλύτερη ταινία που γύρισε ποτέ. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1997 έλαβε την 20ή θέση ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. 

Η ερμηνεία του μεγαλειώδης που θα μείνει στις μνήμες μας όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο Νίκολσον με αυτόν το ρόλο, πέτυχε να οδηγήσει την έννοια του αντι-ήρωα του Νέου Χόλλυγουντ σε άλλη διάσταση. Κατάφερε να γίνει συμπαθής αν και είναι φαινομενικά εγκληματίας. Επέβαλε μια “λογική” στην τρέλα. Με το τραγικό φινάλε της ταινίας, δε, συγκινεί ακόμα και τον πιο αναίσθητο θεατή.

   

Ποιός μπορεί, όμως, να ξεχάσει την ερμηνεία του στην ταινία “Η Λάμψη” του Στάνλεϊ Κιούμπρικ; Αν και δεν κέρδισε κάποιο βραβείο, θεωρείται μια από τις καλύτερές του. Άλλωστε η συνάντηση ενός εκκεντρικού ηθοποιού με έναν εκκεντρικό σκηνοθέτη, δεν μπορεί παρά να είναι αξιομνημόνευτη και να έχει ως αποτέλεσμα ένα εκκεντρικό θρίλερ με επίκεντρο την παράνοια

Θυμάμαι πως όταν είχα δει τον Νίκολσον στο συγκεκριμένο έργο, μετά έβλεπα τη φιγούρα του για καιρό στους… εφιάλτες μου… Όποιος το έχει δει μπορεί να καταλάβει τί εννοώ… Εκείνη η σκηνή στην οποία έχει χάσει κάθε ίχνος λογικής και επιτίθεται στη γυναίκα και στο γιο του με ένα τσεκούρι, με το μάτι του να γυαλίζει λες και ήταν στην πραγματικότητα ένας ψυχωτικός δολοφόνος… θα μου μείνει αξέχαστη!  Ήταν μια κορυφαία στιγμή της καριέρας του που δικαιολογημένα μετέτρεψε τον κινηματογραφικό του χαρακτήρα του σε έναν από τους πιο τρομακτικούς όλων των εποχών.

   

Δεν θα μπορούσα να μη φέρω στο μυαλό μου το εμβληματικό νεο-νουάρ στο οποίο πρωταγωνίστησε ο Νίκολσον και καταξιώθηκε ως σταρ.

Το “Chinatown”, μια από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του ‘70 και της καριέρας του. Εδώ πέτυχε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: να αποδώσει το ρόλο με έναν τρόπο που θα ζήλευε ακόμα, ίσως, και ο Χάμφρει Μπόγκαρντ – που θεωρείται ο μάστερ του είδους. Δίπλα στη Φέι Ντάναγουει δημιουργεί ένα εκπληκτικό δίδυμο που έλαβε διθυραμβικές κριτικές.  

Ο Τζακ Νίκολσον έχει κάνει κατά καιρούς, διάφορες δηλώσεις σε συνεντεύξεις του που έχουν συζητηθεί… Κι εκεί φαίνεται ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης του και το μαύρο χιούμορ του… Έχει πει…

“Παίρνω βιάγκρα μόνο όταν είμαι με περισσότερες από μια γυναίκες.”

“Όταν εμείς κάνουμε λάθη, το αποκαλούμε «Κακό». Όταν ο Θεός κάνει λάθη, το αποκαλούμε «Φύση».”

“H ηθοποιία είναι η δεύτερη ‘δουλειά’ όλων.”

“Σε μόνο δυο ανθρώπους στον κόσμο πρέπει να λες ψέμματα: στην αστυνομία και στο κορίτσι σου.”

“Μην δώσεις σε κανέναν την καλύτερή σου συμβουλή γιατί δεν θα την ακολουθήσουν.”

“Αν γλείφεις ένα βυζί, η ταινία κρίνεται «αυστηρώς ακατάλληλη». Αν πετσοκόβεις το βυζί με ένα τσεκούρι, η ταινία κρίνεται «ακατάλληλη

“Αν γλείφεις ένα βυζί, η ταινία κρίνεται «αυστηρώς ακατάλληλη». Αν πετσοκόβεις το βυζί με ένα τσεκούρι, η ταινία κρίνεται «ακατάλληλη άνω των 13».”

“Πολύ παλιά, αν έμενα μόνος 2-3 νύχτες στη σειρά, άρχιζα να γράφω ποιήματα περί αυτοκτονίας.”

“Στους Αμερικανούς δεν αρέσουν οι σεξουαλικές ταινίες, τους αρέσουν οι σέξυ ταινίες.”

Ανέκαθεν πίστευα ότι ένα από τα πιο αλάνθαστα σημάδια ότι δεν διατρέχεις κίνδυνο, είναι η δυνατότητα να σηκωθείς και να φύγεις.”

Στο ΚΛΙΚ FILES αυτής της εβδομάδας, λοιπόν, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα αφιέρωμα- συνέντευξη για τον Τζακ Νίκολσον από το τεύχος Αυγούστου 1990. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αξίζει να το διαβάσετε…

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη συνέντευξη από το τεύχος Αυγούστου 1990 του περιοδικού ΚΛΙΚ.

Συνέντευξη: Joe Morgenstern/BLITZ

Απόδοση: Μαριλή Ευφραιμίδη

Στο απόγειο μιας καριέρας φαινομένου ο Νίκολσον φόρεσε μία μάσκα άσπρη σαν νεκροκεφαλή και κόκκινη σαν αίμα και υποδύθηκε ξεδιάντροπα, υπερβατικά, διαβολικά παράξενα τον Τζόκερ στον “Μπάτμαν”. “Κάθε ηθοποιός πάντα ανησυχεί αν θα φτάσει στην κορυφή”, είπε πρόσφατα, “αλλά σ’αυτόν τον ρόλο δεν μπορούσες να το κάνεις αυτό: δεν υπήρχε κορυφή”. Ο Νίκολσον διακωμώδησε τον εαυτό του τόσο όσο ποτέ, από την άλλη όμως τον ξεπέρασε, δημιουργώντας έναν παράφρονα που έμοιαζε να έχει μελετήσει όλους τους μεγάλους κινηματογραφικούς ρόλους του Νίκολσον. Έδωσε νέο περιεχόμενο στην έννοια του τρελαμένου και χάρισε νέες διαστροφές στην υπόσταση του διεστραμμένου.  

Το ξεκίνημα του Νίκολσον ήταν κάθε άλλο παρά κλασικό- είναι πολύ συχνά το πρότυπο του μετριοπαθούς επαγγελματία – και καθόλου μυστήριο. Ήθελε απλά να κάνει, ό,τι κάνει, σωστά. Αντίθετα με την τηλεόραση, που απαιτεί ατελείωτους συμβιβασμούς, οι παραγωγές με μεγάλια κονδύλια επιτρέπουν στον σκηνοθέτη να θέλει να κάνει τη δουλειά του καλά, αν όχι τέλεια, και ο Νίκολσον παίρνει την σκηνοθεσία στα σοβαρά.

Το 1971 συνεργάστηκε στο σενάριο και σκηνοθέτησε ένα στυλάτο, χαμηλού προυπολογισμού φιλμ που λεγόταν : “Οδήγησε, είπε” (Drive, he said) και το 1978 σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στο “Πηγαίνοντας Νότια”, ένα πλήρες και ολοκληρωμένο (αν έγινε σκόπιμα) γουέστερν.  

“Η θέση μου είναι υπέρ του κινηματογράφου”, μου είπε αργότερα. “Είμαι αναχρονιστικός. Μ’αρέσει το μεσαίο. “Μ’αρέσει”, όχι “αγαπώ”. Η συζήτηση με τον Νίκολσον μπορεί να παρεξηγηθεί τόσο όσο και το παίξιμό του. Πάντως, όταν τον παρακολουθείς στη δουλειά, ξέρεις ότι πρόκειται για “αγάπη”.

Ο Νίκολσον απέρριψε την κατηγορία του “μεγαλύτερου” κάνοντας μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. “Μπορεί να είμαι σε καλή οικονομική κατάσταση”, παραδέχεται, “αλλά δεν υπήρξα ποτέ γνωστός σαν το νούμερο ένα του Χόλλυγουντ. Και αυτό έγινε σκόπιμα. Θέλω να είμαι δεύτερος ή τρίτος. Άσε κάποιον άλλο τρελό να κάνει τη δουλειά και εσύ συνέχισε , πίσω του. Κανείς δεν πρόκειται να ξεσηκωθεί. Έχω δημιουργική αυτονομία από τον Easy Rider και μετά, με λίγες εξαιρέσεις, και αυτό το καταφέρνεις όταν είσαι νούμερο ένα αστέρι με φαν-κλαμπ.”

Ο Νίκολσον μιλάει συχνά για τους φίλους του. Όχι μόνο τους διάσημους – όπως ο Γουώρεν Μπήτυ η Αντζέλικα Χιούστον, η μόνιμη φίλη του για κάποια χρόνια- αλλά τα άσημα φιλαράκια που κυκλοφορεί μαζί τους και τους άνεργους ηθοποιούς που τους βρίσκει καλούς ρόλους.

Έχω ένα φίλο σ’αυτήν την ταινία που τώρα ονομάζεται Τζεφ Μόρις. Ο Τζεφ ήταν στο Goin’ South. Μετά τον έβαλα στο The Border και στον Ironweed και τώρα σ’αυτό. Ξέρω τον Τζεφ εδώ και είκοσι “fucking years”. Κάθε φορά που τον φέρνω, όλοι λένε “Αα… εσύ και τα φιλαράκια σου”, αλλά χρειάζεται να δουλέψει μόνο μια μέρα για ν’αρχίσουν όλοι να κάνουν “Γαμώτο! Δεν είναι απώς καλός – είναι ιδιοφυία!”

Ο Νίκολσον μιλάει και για τον εαυτό του σαν φίλο με λέξεις που ακούγονται εγωκεντρικές αλλά δεν είναι, μια και οι άνθρωποι που τον έχουν γνωρίσει καλά μιλάνε όλοι για τις πιστές φιλίες του. “Όλοι έχουν σταθεί σπουδαίι για μένα κι εγώ έχω σταθεί σπουδαίος για εκείνους. Δεν έχω, αυτό το ξέρω καλά, ούτε έναν εχθρό που να με μισεί για κάποια δουλειά μου και δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα συνεργάτη μου με τον οποίο να μην έχουμε όχι μόνο σεβασμό αλλά και κάποιες ευχάριστες στιγμές στην σχέση μας.”

  Κι όμως, αρκετές φιλίες δοκιμάστηκαν σοβαρά από τους “Δύο Τζέικ”. Ο Ρόμπερτ Τόουνι το συνέλαβε σαν μια συνέχεια του “Τσάινατάουν” και σαν το δέυτερο μέρος μιας τριλογίας για την Καλιφόρνια. Η ταινία όμως είχε σχεδιαστεί 6 χρόνια πριν, από την σύμπραξη τριών κολλητών φίλων: Νίκολσον, Τόουνι και Ρόμπερτς Ήβανς (παραγωγού του “Τσάινατάουν”). Ο Νίκολσον θα πρωταγωνιστούσε ξανά σαν Τζέικ Γκιτς. Ο Τόουνι θα σκηνοθετούσε σύμφωνα με το δικό του σενάριο και ο Ήβανς – που ήταν ηθοποιός προτού γίνει ένα από τα πιο επιτυχημένα στελέχη της βιομηχανίας του κινηματογράφου (ως διευθυντής παραγωγής της Παραμάουντ γύρω στο ‘70, ήταν υπεύθυνος για ταινίες όπως “ο Νονός”) – θα ήταν παραγωγός και θα έπαιζε τον Τζέικ Μπέρμαν (τον άλλο Τζέικ), έναν εργολάβο που έχτιζε σπίτια στο μεταπολεμικό μπουμ της Νότιας Καλιφόρνια. Όπως οι τρεις φίλοι το είχαν σχεδιάσει, η ταινία θα ήταν δική τους και μόνο δική τους, χωρίς καμιά εξωτερική ανάμιξη.

Σαν άντρας, ο Νίκολσον είναι υπερβολικά δραστήριος, ή αν θέλετε, υπερβολικά ανθρώπινος. Μια ηθοποιός, σ’ένα πρόσφατο τεύχος του Πλέιμπόυ, περιέγραψε λεπτομερέστατα τη σχέση που είχε με τον Τζακ, ενώ μια άλλη ανακοίνωσε ότι περιμένει δικό του παιδί.

Σαν ηθοποιός, πάντως, ο Νίκολσον, δεν φαίνεται να έχει “ανθρώπινες” διαστάσεις και αυτό φαίνεται από την εσοχή του “Easy Rider” και, στην πορεία του ‘70, απ’τα αξιοσημείωτα “Five Easy Pieces” , “Carnal Knowledge”, “The last detail”, “ Chinatown” και “Οne flew over Cukoo’s Nest” μέχρι τα πιο πρόσφατα “Reds”, “Terms of Endearment” και “Broadcast News”. Παρόλο ότι σχεδιάζει να ξεκουραστεί για κάμποσο καιρό μετά το “Τhe two Jakes”, ο επόμενος ρόλος του μπορεί να τον βρει να υποδύεται τον Ναπολέοντα σ΄ένα φιλμ που ξαναήρθε στην επιφάνεια μετά από μια μακρά περίοδο “χειμερίας νάρκης”.

 Όταν ρώτησα τον Μίλος Φόρμαν πώς σκηνοθέτησε τον Νίκολσον στη “Φωλιά του κούκου” – απ’όπου κέρδισαν και οι δύο Όσκαρ- ο Φόρμαν γέλασε και είπε: “Δεν σκηνοθετείς τον Τζακ όπως ακριβώς δεν χρειάζεται να λες στον Γουέιν Γκρέτσκυ πού να χτυπήσει την μπάλα. Χρειάζεται μόνο να καταλάβετε και οι δύο περί τίνος πρόκειται και μετά να τον αφήσεις μόνο του να απογειωθεί.”

“Για να συνεχίσεις να ωριμάζεις ως ηθοποιός”, λέει ο Νίκολσον, “πρέπει αμέσως να εγκαταλείπεις και ν’απορρίπτεις την προηγούμενή σου επιτυχία”. Αν και αυτή η άποψη έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι έπαιξε τον Τζέικ Γκιτς για δεύτερη φορά, πιστεύει ότι το να επαναλαμβάνεις τον έναν ήρωα μετά από μια δεκαετία είναι μια δελεαστική πρόκληση. “Δεν χρειάζεται να φορέσεις μια περούκα, να γκριζάρεις τα μαλλιά σου, να ζαρώσεις ή να πάρεις 250 κιλά για να δείξεις ότι οι άνθρωποι αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Ναι, είναι ο ίδιος ήρωας, αλλά το να παίζεις τον ίδιο ήρωα χωρίς επιτηδευμένες τεχνικές και κατά κάποιο τρόπο να δέιχνεις τί απέγινε, αυτό μου φτάνει για να μπω στον πειρασμό αν μπορώ να το κάνω. Και αν το καταφέρω, θα αισθάνομαι ότι έκανα ακόμα μια καλή δουλειά σαν ηθοποιός.” (…)

“Δεν είμαι αυθεντία στο να κάνω ταινίες παρ’όλα τα πτυχία μου επί του αντικειμένου. Έχω δουλέψει με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου. Και δούλεψα σ’αυτή την ταινία (Δύο Τζέικ) που η δουλειά θα γινόταν και χωρίς εμένα. Ήρθαν στιγμές που σκεφτόμουν ξαφνικά ότι είμαι ο μόνος άνθρωπος ανάμεσα στον εαυτό μου και αυτό που θέλω.”

Μετά ο Νίκολσον, με μία γκριμάτσα, ξαναγύρισε στο στούντιο του μοντάζ, κάθησε και άρχισε να βλέπει το φιλμ, διαλέγοντας τα καλύτερα σημεία, διορθώνοντας τα χαλαρά σημεία, εντείνοντας το ύφος του ρυθμού. Όταν μια σημαντική σκηνή με τον εαυτό του έφτανε στην οθόνη του μοντάζ, έσκυβε προσεκτικά για να εξετάσει εξονυχιστικά τον πρωταγωνιστή του – ο Τζακ αντιμέτωπος με τον Τζακ.

Σχετικά άρθρα