O φόβος πάνω από την Κηφισιά για τον δολοφόνο
Όταν η νύχτα πέφτει ένα αδιόρατο πέπλο φόβου απλώνεται πάνω από την Κηφισιά.-Από τον Αλέξανδρο Δράκο
Προσπαθείστε να φανταστείτε την σκηνή. Αργά το βράδυ στην Κηφισιά ένας νεαρός άνδρας φορώντας φούτερ με ανεβασμένη την κουκούλα μπαίνει σ` ένα ταξί και δίνει εντολή στον οδηγό να τον πάει κάπου προς την Χαριλάου Τρικούπη. Ο ίδιος ξέρει πολύ καλά γιατί έχει κατεβασμένη την κουκούλα. Έχει προφανώς δει πολλές ταινίες με εμμονικούς ή άλλους δολοφόνους. Και ξέρει ότι το μάτι κάποιας κάμερας μπορεί να τον έχει πετύχει κάπου κατά τύχη. Και έτσι πρέπει να είναι. Για να βρεθεί κάποιος στον σταθμό των ταξί στην Κηφισιά, πρέπει να περάσει από τους τριγύρω δρόμους με τα μαγαζιά. Κάπου, σε κάποια κάμερα εκεί τριγύρω πρέπει να υπάρχει και η εικόνα του. Αλλά η κατεβασμένη κουκούλα, δεν αφήνει κανέναν να καταλάβει ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, ούτε το πως έχει τα μαλλιά, ούτε και το αν έχει ή δεν έχει μαλλιά.
Ο πελάτης με το φούτερ λέει στον ανυποψίαστο οδηγό τον προορισμό του και το ταξί αφού ξεκινάει από την Κηφισίας με κατεύθυνση βόρεια σε λίγη ώρα βρίσεκται να ανηφορίζει την οδό Κοκκιναρά. Στο πίσω κάθισμα ο πελάτης κάνει ήσυχα και χωρίς να βα Η ιάζεται αυτό που έχει σκοπό να κάνει. Να σκοτώσει. Έναν κατά πάσα πιθανότητα άγνωστο τους άνθρωπο, ο οποίος προφανώς δεν του έχει κάνει τίποτα. Τι να υπάρχει άραγε στο μυαλό ενός εμμονικού δολοφόνου; Η ηδονή του επικείμενου φόνου. Η οργή για κάτι από το παρελθόν του. Ή είναι απλώς σχιζοφρενής που δεν μπορεί να διακρίνει το Καλό από το Κακό. Όπως και νά `χει σε λίγο το ταξί πλησιάζει την διασταύρωση Κοκκιναρά με Χαριλάου Τρικούπη.
Στις αναλύσεις που κάνει η αστυνομία μια βασική πιθανή αιτία για τον φονιά, είναι κάποιο πιθανό απωθημένο με τους οδηγούς ταξί. Είναι μια πολύ πιθανή αιτία. Υπάρχει όμως και μια άλλη εξ ίσου πιθανή αιτία.
Το ότι είναι εύκολο. Ο οδηγός του ταξί έτσι όπως είναι κατ` αρχάς απορροφημένος με την οδήγηση, αλλά κυρίως επειδή εκείνος κάθεται μπροστά και ο πελάτης -δολοφόνος πίσω, είναι ο απολύτως εύκολος στόχος. Ο δολοφόνος έχει τη ευχέρεια να προετοιμάσει το φονικό με την άνεση του να στοχεύσει με κάθε άνεση επίσης. Και κάτι άλλο. Αν θέλει μπορεί να το μετανιώσει την τελευταία στιγμή, χωρίς το υποψήφιο θύμα να καταλάβει τίποτα.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, όπως και στην απόπειρα φόνου με άλλον οδηγό ταξί προς μηνός περίπου, ο δολοφόνος δεν άλλαξε γνώμη. Στόχευσε το θύμα του με όλη του την άνεση και πυροβόλησε τρεις φορες.
Ανώτατος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ αποκαλύπτει το προφίλ του δολοφόνου του οδηγού ταξί αλλά και για το τι πιστεύει η Αστυνομία ως προς τα κίνητρα του δράστη.
«Εμμονικό άτομο πιστεύουμε ότι είναι ο δράστης της δολοφονίας του οδηγού ταξί στην Κηφισιά και της επίθεσης σε έναν άλλο, στην ίδια περιοχή. Έχει διαταραγμένη προσωπικότητα, είναι πιθανότατα Έλληνας, γύρω στα 30 και εξετάζουμε διάφορες εκδοχές όσον αφορά στο κίνητρο των επιθέσεών του σε οδηγούς ταξί. Η εκτίμησή μου είναι ότι οι επιθέσεις του αυτές σχετίζονται με κάποια εμπλοκή του στο παρελθόν με τον συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο.Το έχει μετατρέψει σε πυροβόλο, ενώ χρησιμοποιεί και σιγαστήρα. Γι’ αυτό, άλλωστε και ο 32χρονος οδηγός ταξί, που δέχθηκε τρεις σφαίρες δεν άκουσε πυροβολισμούς. Στην κατάθεσή του είπε ότι ένιωσε ξαφνικά ένα κάψιμο στο κεφάλι του και να χάνει τις αισθήσεις του».
Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι το πώς ο πρώτος οδηγός, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε τρεις σφαίρες στο πίσω μέρος του λαιμού του, κατάφερε να επιζήσει. «Η ταχύτητα της βολίδας του συγκεκριμένου όπλου, λόγω του ότι είναι μετασκευασμένο, αλλά και επειδή διαθέτει σιγαστήρα, μειώνεται σε μεγάλο βαθμό», εξηγεί ο ανώτατος αξιωματικός.
«Παράλληλα, ο δράστης πυροβόλησε τον 32χρονο από απόσταση περίπου δέκα εκατοστών και έτσι οι σφαίρες δεν πρόλαβαν να αναπτύξουν ταχύτητα και να τον σκοτώσουν, ενώ ταυτόχρονα βρήκαν σε σκληρό οστό. Έτσι, κατάφερε να σωθεί. Στην περίπτωση του 52χρονου, όμως, ο δολοφόνος πυροβόλησε το θύμα από απόσταση περίπου 50 εκατοστών στον δεξιό κρόταφο και το σκότωσε».
Η Αστυνομία έχει κάνει τεράστιες προόδους τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιώντας όλες τις σύγχρονες τεχνικές, για τον εντοπισμό δραστών, με μεγάλη επιτυχία. Αλλά ώσπου να διαλευκανθεί αυτή η υπόθεση,οι κάτοικοι της Κηφισιάς, όταν βραδιάζει, δεν αισθάνονται πια τόσο ανέμελα. Και δεδομένου ότι η Κηφισιά είναι προάστιο, με δέντρα και μικρά άλση, οι νύχτες αυτές τις μέρες κρύβουν και μια αδιόρατη απειλή.
“Δεν αισθάνομαι και πολύ άνετα αυτές τις μέρες γυρίζοντας αργά στο σπίτι” λέει η Τ.Φ. που μένει σ` ένα ήσυχο δρόμο της Κηφισιάς. “Όταν η νύχτα πέφτει, αισθάνομαι σαν να πρωταγωνιστώ σε ταινία θρίλερ” λέει ο Β.Δ επίσης κάτοικος Κηφισιάς.
Ωστόσο αυτή η περίπτωση αυτή δεν είναι η πρώτη με εμμονικό δολοφόνο. Είκοσι περίπου χρόνια πριν μια άλλη περίπτωση είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη.Ας δούμε τι λέει η σχετική ειδησεογραφία…
Πέντε εν ψυχρώ δολοφονίες και έξι σοβαροί τραυματισμοί ήταν τα εγκλήματα που διέπραξε ο ο οδηγός ταξί, Δημήτρης Βακρινός, σε διάστημα ενός έτους (1995-6) και χαρακτηρίστηκε ο πρώτος «σίριαλ κίλερ» της Ελλάδας. Η διπλή δολοφονία των αδελφών Σπυρόπουλου για οικονομικούς λόγους Αν και τα εγκλήματα του Βακρινού δεν είναι όλα τοποθετημένα με χρονολογική ακρίβεια, η πρώτη του δολοφονική ενέργεια φαίνεται πως έγινε στις 21 Δεκεμβρίου του 1995, όταν σκότωσε εν ψυχρώ τον Κώστα και τον Αντώνη Σπυρόπουλο. Ο δολοφόνος ένιωσε πως αδικήθηκε οικονομικά από τα δύο αδέλφια, όταν τους πούλησε ένα αυτοκίνητο για 600.000 δραχμές έναντι 700.000 που ήταν η αρχική συμφωνία. Έτσι, αποφάσισε να πάρει πίσω το αυτοκίνητο με το αντικλείδι που είχε κρατήσει. Για κακή του τύχη την τελευταία στιγμή τον άκουσαν οι αδελφοί Σπυρόπουλοι και άρχισαν να τον καταδιώκουν με άλλο αυτοκίνητο. Ο Βακρινός έμεινε από βενζίνη και αναγκάστηκε να σταματήσει σε ένα βενζινάδικο, όπου τον ακολούθησαν και οι Σπυρόπουλοι. Προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν χωρίς να γνωρίζουν ότι κουβαλούσε πάνω του όπλα. Ο Βακρινός άνοιξε πυρ. Αφού άδειασε πάνω τους όλες τις σφαίρες, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του. Πήρε ένα δεύτερο όπλο, έδωσε στα δύο αδέλφια τη χαριστική βολή και εξαφανίστηκε….
Το Μάιο του 1996 ο Βακρινός διέπραξε έναν ακόμη φόνο. Σκότωσε τον Σεραφείμ Αγιαννίδη, πγιατί, όπως ισχυρίστηκε αργότερα στην αστυνομία, «του είχε χαλάσει ένα προξενιό με μια κοπέλα που ήταν ερωτευμένος και για αυτό έπρεπε να πεθάνει». Ο Βακρινός επισκέφτηκε το σπίτι του θύματος στο Περιστέρι φορώντας μια μαύρη κουκούλα. Ψύχραιμα χτύπησε το κουδούνι. Την ώρα εκείνη ο Αγιαννίδης απουσίαζε και η μητέρα του που είδε τον κουκουλοφόρο από το ματάκι της πόρτας, ειδοποίησε την αστυνομία. Ο δολοφόνος κρύφτηκε και περίμενε μέχρι που εμφανίστηκε ο Αγιαννίδης, τον οποίο πυροβόλησε θανάσιμα. Από τα πυρά του δολοφόνου δεν γλίτωσαν ούτε οι αστυνομικοί που είχαν φτάσει για να διερευνήσουν την καταγγελία, ούτε ο πατέρας του θύματος, που τραυματίστηκαν σοβαρά. Ο τραυματισμός του συναδέλφου τους πείσμωσε τους αστυνομικούς, που έβαλαν σκοπό να συλλάβουν το δράστη. Η σύλληψη Εκτός από δολοφονίες, ο Βακρινός έκλεβε αυτοκίνητα και μηχανάκια. Παράλληλα εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Η αστυνομία τον αναζητούσε παντού, αλλά δεν είχε καταφέρει να τον εντοπίσει. Η μαρτυρία μιας γυναίκας για μια από τις κλοπές του Βακρινού π ου ανέφερε ότι ο δράστης διέφυγε με ταξί, βοήθησε την έρευνα των αστυνομικών. Αρχικά «χτένισαν» όλες τις πιάτσες ταξί ρωτώντας τους οδηγούς αν είχαν πάρει κούρσα ένα κοντό και μιρκοκαμωμένο άντρα, μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα. Σύντομα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, μέχρι που κάποιος αστυνομικός σκέφτηκε ότι ο ύποπτος θα μπορούσε να είναι οδηγός και όχι πελάτης. Το όνομα «Δημήτρης Βακρινός» ήταν ήδη γραμμένο στα κατάστιχα της αστυνομίας από τη δολοφονία των αδελφών Σπυρόπουλου. Οι αστυνομικοί σκέφτηκαν ότι αντικλείδι για το κλεμμένο αυτοκίνητο θα μπορούσε να έχει μόνο ο αρχικός ιδιοκτήτης του, δηλαδή ο Βακρινός. Συνελήφθη στις 12 Μαΐου του 1997. Οι ομολογίες και η κατάληξη του δολοφόνου Ο Βακρινός οδηγήθηκε στην ασφάλεια και προφυλακίστηκε. Στην κατάθεση του ομολόγησε τις δύο δολοφονίες (η μία διπλή) και αποκάλυψε και άλλες τρεις. Πρώτο θύμα του κατά συρροή δολοφόνου ήταν ο συγκάτοικος του, Παναγιώτης Δαγλιάς, που τον είχε αδικήσει σύμφωνα με τα λεγόμενά του, όταν του έκλεψε ένα κυνηγετικό όπλο. Επόμενο θύμα ήταν μια γυναίκα, η Αναστασία Σιμιτζή, που τον είχε προσβάλει αποκαλώντας τον «κοντό». Τρίτο θύμα ήταν ένας συνάδελφος του οδηγός ταξί, ο Θεόδωρος Ανδρεάδης, που τον σκότωσε γιατί δεν τον είχε αφήσει να πάρει κάποιο πελάτη στο ταξί του. Στις 25 Μαΐου ο Βακρινός βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Κορυδαλλού. Ο δολοφόνος είχε κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών του, προτού προλάβει να δικαστεί. Οι αστυνομικοί και οι ψυχολόγοι τον χαρακτήρισαν μανιακό δολοφόνο, παρόλο που η δράση του δεν ήταν ακριβώς ίδια με τους αντίστοιχους του εξωτερικού. Οι ειδικοί έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο με ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο που είχε τις ρίζες του στην τραυματική του παιδική ηλικία. Είχε μειωμένη αυτοεκτίμηση και συμπλεγματική συμπεριφορά, γεγονός που τον οδηγούσε στο να διαπράττει φόνους για ασήμαντους λόγους, απλά και μόνο επειδή θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο. Το χειρότερο που θα μπορούσε κάποιος να του πει, ήταν ότι ήταν κοντός. Αυτό ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη, καθώς, όπως είπε σε μια αναπαράσταση, την ώρα της δολοφονίας… «ψήλωνε». Η ζωή του δολοφόνου…
Δημήτρης Βακρινός γεννήθηκε στη Γορτυνία το 1963 και μεγάλωσε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίστηκαν από τις συγκρούσεις με τον αλκοολικό πατέρα του που τον κακομεταχειρίζονταν. Ο Βακρινός ήταν ένα αντικοινωνικό παιδί και καλός μαθητής που τελείωσε με το ζόρι το δημοτικό σχολείο. Σε ηλικία 13 ετών εγκατέλειψε το χωριό και εργάστηκε σε μια ταβέρνα στη Χασιά. Αργότερα φοίτησε σε μια τεχνική σχολή. Έγινε οξυγονοκολλητής και εργάστηκε στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά έως το 1992. Μετά έγινε ταξιτζής. Η προσωπική του ζωή ήταν προβληματική, εξαιτίας της άσχημης παιδικής ηλικίας και της κακομεταχείρισης από τον πατέρα του. Το 1990 έκανε τον πρώτο του γάμο ο οποίος κράτησε μόνο 14 μήνες, επειδή δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Η μεγάλη ρήξη όμως ήρθε όταν σταμάτησε να δουλεύει στα ναυπηγεία και παρά τη μεγάλη αποζημίωση που πήρε, απαίτησε από τη σύζυγό του να ξεκινήσει να εργάζεται. Εκείνη αρνήθηκε και τον έδιωξε από το σπίτι. Για να την εκδικηθεί ο Βακρινός, έκαψε το εξοχικό σπίτι του πατέρα της στη Σαλαμίνα. Ήταν η πρώτη έκρηξη βίας του μετέπειτα δολοφόνου, αλλά κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί την συνέχεια. Το καλοκαίρι του 1996 πραγματοποίησε το δεύτερο γάμο του, ο οποίος δεν στέριωσε, καθώς λίγο μετά, συνελήφθη για τα εγκλήματά του και οδηγήθηκε στη φυλακή….
Λίγο μετά τον εγκλεισμό του στη φυλακή ο Δημήτρης Βακρινός αυτοκτόνησε με τα κορδόνια των παπουτσιών του…