Οι οικογένειες της Κυριακής
Ένα μεσημέρι Κυριακής. Μια παραδοσιακή ταβέρνα. Δύο τετραμελείς οικογένειες. Δύο ζευγάρια, δύο παιδιά έκαστη, συν ένα βαριεστημένο 13χρονο ανίψι που περίσσεψε της μάνας του, μαζί με το ipad.
Κυριακή μεσημέρι σε μια ταβέρνα στη λεωφόρο Λαυρίου. Είμαστε δυο τετραμελείς οικογένειες. Δύο ζευγάρια από δύο μανάδες, δύο πατεράδες και από δύο παιδιά έκαστη. Συν ένα βαριεστημένο 13χρονο ανίψι που περίσσεψε της μάνας του, μαζί με το ipad. Μπήκαμε στην ταβέρνα με αυτές τις ιδιότητες, τις οικογενειακές. Ο σερβιτόρος «λευκό-πουκάμισο-μαύρο-παντελόνι» μας βλέπει. Έρχεται κοντά.«Θέλετε να φάτε;» Θέλουμε. Ο σερβιτόρος «λευκό-πουκάμισο-μαύρο- παντελόνι» ελέγχει τον χώρο. Πιάνει ένα τραπέζι και το κολλάει δίπλα σ’ ένα άλλο. Κάνει ένα βήμα πίσω, μας κοιτάει, κοιτάει και το δημιούργημά του. Όχι, θέλει άλλα δύο, να είμαστε άνετα. Σηκώνει ένα τρίτο τραπέζι στον αέρα με τα πόδια του ανάσκελα κι ακόμη ένα μικρότερο και τα προσγειώνει δίπλα στα άλλα, σ’ ένα γαμπριάτικο, ανισόπεδο-κουτσό αποτέλεσμα. Να καθίσουμε; Καθόμαστε.
Οι πατεράδες από τη μια μεριά, οι μικροί μαζεμένοι από την άλλη. Οι μανάδες ούτε από δω ούτε από κει. Οι μανάδες στη μέση. Η πείνα μου έχει ήδη λιγοστέψει. Τα παιδιά σε κατάσταση υπογλυκαιμίας. Θολωμένα, ζουρλαμένα, κουνιούνται μπρος-πίσω στην καρέκλα και μιλάνε ακατάληπτα και ακατάπαυστα. Η μεγάλη επιθεωρεί τον κατάλογο και απαγγέλει με απαξίωση: «μαγειρευτά… όχι, της ώρας… ούτε, σαλάτες…μπλιάχ. Όλα χαζά μού φαίνονται. Δεν έχει τίποτα, δεν θα φάω».Τα μικρότερα ανοίγουν τρύπες με την οδοντογλυφίδα στο χάρτινο τραπεζομάντηλο. Πρέπει να τα μπουκώσω με κάτι να ησυχάσουν. Έρχεται το ψωμί, μοιράζω τις φέτες. Το 13χρονο ανίψι συμβεβλημένο με το ipad. Για λίγο επικρατεί ειρήνη.
Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου – αγαπημένο παιχνίδι η ανθρωπο-παρατήρηση. Πίσω δεξιά στο βάθος μια οικογένεια με μωρά της αγκαλιάς που κοιμούνται στα καρότσια. Ο άντρας και η γυναίκα πάνω από τα πιάτα τους, πιρούνια σημαδεύουν το φαγητό, μαχαίρια το κόβουν, δεν ακούγονται. Στο διπλανό τραπέζι ένα ζευγάρι χωρίς μωρά, οι δυο τους. Κεφάλια που σμίγουν να ακούσουν με προσοχή τις λέξεις, ύστερα γέρνουν πίσω στην καρέκλα, σκασμένοι στα γέλια. Ίδια φαγητά μπροστά τους, δύο ποτήρια κόκκινο κρασί στο πλάι και μια σαλάτα στη μέση. Εντάξει, όλα υπό έλεγχο.
Απέναντί μας κάθονται τρεις γυναίκες. Δεν φαινόντουσαν απ’ την αρχή. Δύο αδελφές γύρω στα 60 και η τυφλή μάνα τους. Ένα καλούπι και οι τρεις. Γαλάζια, παγωμένα βλέμματα, άλουστα μαλλιά, βαριά στήθια πάνω από κοιλιές που σπρώχνουν το τραπέζι. Κρεατί νάιλον κάλτσες πιέζουν τα γόνατα, μπλούζες γαριασμένες μπορντώ και μπλε, από πάνω ζακέτες ξεχειλωμένες. Οι αδελφές η μία δίπλα στην άλλη σαν στο θρανίο, η μάνα τους απέναντι. Δεν γελάνε, δεν μιλάνε, ούτε μεταξύ τους. Η μια μασάει τις τηγανητές πατάτες, δεν τη νοιάζει αν είναι ανάλατες ή αν καίνε, δεν ξέρεις αν της αρέσουν. Η άλλη με το τσιγάρο κολλημένο στην άκρη των χειλιών χώνει μπουκιές ψωμί στο στόμα, μία στο δικό της, μία στης μάνας της.
Η γριά γυναίκα αρχίζει να γέρνει αριστερά, αιωρείται λίγο, η μεγάλη κόρη σηκώνεται με βήματα βαριά χωρίς βιασύνη, απλώνει τα χέρια, την επαναφέρει στην καρέκλα. Αυτό έγινε δύο φορές. Σα να παρακολουθώ τρέιλερ από την επόμενη ταινία των αδελφών Κοέν.
Επιστρέφω το μυαλό μου στο δικό μου τραπέζι. Χαμογελάω στη διπλανή μου, όλα καλά. Έρχονται οι σαλάτες, οι πατάτες… «Θες λίγα χόρτα;». «Ναι, βάλε μου». «Ποιος παρήγγειλε σαγανάκι;». «Φέρε κι από δω λίγο». «Πότε θα έρθει το φαγητό μου, μαμά, πεινααάω». «Που λες, Σοφία, δεν είναι καμιά σπουδαία ταβέρνα, δεν την πιάνει το μάτι σου, αλλά έχει καλό φαγητό. Τι θα κάνετε μετά; Θέλετε να έρθετε σπίτι να πιούμε καφέ, να παίξουν και τα παιδιά;»
Οι οικογένειες της Κυριακής, οι άνθρωποί της.