Οι παρίες της Πασχαλιάς
Μια συναισθηματική αντίφαση, μια χαρά που ζορίζεται να βγει. Ο καταναγκασμός της ευτυχίας. Γιατί Πάσχα είναι, οφείλεις να ακολουθήσεις την παράδοση της ημέρας. Πώς αλλιώς δηλαδή; Μόνος; Τι είσαι; Ο παρίας της Πασχαλιάς είσαι;
Υπάρχει εκείνη η κατηγορία ανθρώπων που δεν μπορεί να χωρέσει στο ρούχο που φοριέται απαραιτήτως κάθε χρόνο τέτοια μέρα και λέγεται «ελληνικό Πάσχα». Και το ελληνικό Πάσχα παραδοσιακά θεωρείται η επιτομή του οικογενειακού γλεντιού στο χωριό, της συνεύρεσης με αγαπημένα πρόσωπα γύρω από ένα ξέχειλο στα λιπαρά εδέσματα τραπέζι και της σύσφιγξης (σε βαθμό ασφυξίας) των συγγενικών σχέσεων. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Όχι για όλους όμως.
Το σκηνικό, ίδιο και απαράλλαχτο κάθε χρόνο. Τα ποτήρια τσουγκρίζουν στον αέρα από τις 10 το πρωί, «σήκω εσύ να κάτσω εγώ να γυρίσω λίγο τη σούβλα», μανάδες πηγαινοέρχονται φουριόζες με ταψιά στα χέρια, τα δημοτικά εναλλάξ με τα λαϊκά άσματα στη διαπασών, χαμόγελα γλυκά, χαμόγελα μπουκωμένα με πατάτες φούρνου, ερωτήσεις διατυπωμένες με αγάπη και άλλες με υποβόσκουσα αδιακρισία. «Δεν πειράζει που είσαι μόνος σου/χώρισες/σε άφησε/ακόμα να κάνεις παιδιά/είσαι άνεργος, ευτυχώς έχεις εμάς χρονιάρα μέρα. Κατά τα άλλα; Η δουλειά πώς πάει; Τα παιδιά;». Μια συναισθηματική αντίφαση, μια χαρά που ζορίζεται να βγει. Κάτι σαν τον καταναγκασμό της ευτυχίας. Γιατί Πάσχα είναι, οφείλεις να ακολουθήσεις την παράδοση της ημέρας. Πώς αλλιώς δηλαδή; Μόνος θα μείνεις; Τι είσαι; Ο παρίας της Πασχαλιάς είσαι;
Απ’ την άλλη, αν δεν έχεις χωριό να τα ζήσεις όλα αυτά, μπορείς να ζοριστείς εξίσου καλά και στην πόλη. Αρκεί να μην πληροίς τις κοινωνικές προϋποθέσεις της συγκεκριμένης γιορτής και κάθε παραδοσιακής, οικογενειακής γιορτής. Δηλαδή, να έχει παρέλθει η ηλικία γάμου και να μην είσαι παντρεμένος, να έχεις ξεμείνει μόνος γιατί όλοι οι φίλοι σου βρίσκονται στα χωριά τους ή έχουν πάει ταξίδι, οι γονείς σου να έχουν πάει (και φέτος) εκδρομή στους Αγίους Τόπους για προσκύνημα και την ίδια ώρα ο καλός ή η καλή σου να έχει εκείνες τις δεσμεύσεις που κάθε χρόνο τέτοια μέρα σού θυμίζουν ότι η σχέση σας ανήκει στην κατηγορία «it’scomplicated» – παιδιά, πρώην (ή και νυν) συζύγους δικά του, όχι δικά σου.
Και τελικά ενδίδεις στο κάλεσμα για το τραπέζι εκείνης της ξαδέρφης που όλη την υπόλοιπη χρονιά επιμελώς αποφεύγεις, γιατί δεν έχεις τι να συζητήσεις μαζί της. Εκείνη έχει παιδιά που πηγαίνουν στο γυμνάσιο, εσένα ο καλός σου σου κάνει γυμνάσια. Όμως θα πας. Γιατί είπαμε, Πάσχα είναι, οφείλεις να ακολουθήσεις την παράδοση της ημέρας. Πώς αλλιώς δηλαδή; Μόνος θα μείνεις; Τι είσαι; Ο παρίας της Πασχαλιάς είσαι;
Φοράς το χαμόγελό σου, μαζεύεις την καλή σου διάθεση και για λίγες ώρες βρίσκεσαι ανάμεσα σε ξαδέλφια, ανίψια και κάποιους γνωστούς που τελευταία φορά τους είχες δει σε γάμους και βαφτίσεις. Αποστηθίζεις ονόματα που σε λίγη ώρα θα έχεις ξεχάσει. Από δω η Κατερίνα, «χαίρω πολύ Κατερίνα», ο αδελφός της ο Γιάννης και ο φίλος του Γιάννη με τον γιο του (που επίσης βαριέται),«γεια σας, χρόνια πολλά, καλώς σας βρήκα», ο Στέλιος και η Ελένη, «χρόνια πολλά Στέλιο, Ελένη, χάρηκα». Τρως μαζί τους, αντεύχεσαι, στο τέλος βοηθάς να μαζευτεί και το τραπέζι μέρα που ’ναι. Πού και πού ελέγχεις το κινητό σου για μηνύματα κι ευχές που έρχονται από όλους εκείνους, που υπό άλλες συνθήκες σήμερα θα βρίσκονταν κοντά σου. «Χρόνια πολλά, μου λείπεις». «Χριστός Ανέστη, καλό Πάσχα», «Χρόνια πολλά, φιλενάδα, περνάμε τέλεια στο νησί, άντε του χρόνου να έρθουμε μαζί», «Καλό Πάσχα, σ’ αγαπάω μην το ξεχνάς». Κι εσύ τους αγαπάς. Γιατί είπαμε, Πάσχα είναι, οφείλεις να ακολουθήσεις την παράδοση της ημέρας. Πώς αλλιώς δηλαδή; Μόνος θα μείνεις; Τι είσαι; Ο παρίας της Πασχαλιάς είσαι;