Τα Αστερούσια Όρη στο παγκόσμιο δίκτυο της UNESCO ως Απόθεμα Βιόσφαιρας
Μία εξαιρετική βιόσφαιρα σε μια περιοχή έκτασης 367 τετραγωνικών χιλιομέτρων σε απόλυτη αρμονία με την χλωρίδα και πανίδα, τους οικισμούς και την άυλη πολιτιστική κληρονομιά
Μετά τους Εθνικούς Δρυμούς Ολύμπου και Σαμαριάς στην Κρήτη, έρχονται και τα Αστερούσια Όρη να ενταχθούν στο Παγκόσμιο Δίκτυο Περιοχών «Άνθρωπος και Βιόσφαιρα» της UNESCO ως απόθεμα Βιόσφαιρας, καταδεικνύοντάς τα με αυτό τον τρόπο ως έναν από τους κορυφαίους προορισμούς φυσιολατρικού τουρισμού και όχι μόνο, στη χώρα.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η περιφέρεια Κρήτης, στόχος είναι τα Αστερούσια Όρη να αποτελέσουν ένα μοντέλο βιώσιμης και ισόρροπης ανάπτυξης καθώς και έναν σταθερό πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό για όλο τον χρόνο, ενισχύοντας έτσι και τις συντονισμένες προσπάθειες που υλοποιεί η περιφερειακή αρχή για προσέλκυση ποιοτικού τουρισμού αλλά και επέκταση της τουριστικής περιόδου στο νησί.
Επισημαίνεται ότι η περιοχή που εντάχθηκε στο δίκτυο της UNESCO αποτελεί μια έκταση 367 τετραγωνικών χιλιομέτρων, η οποία περιλαμβάνει, επτά αρχαιολογικούς χώρους, τρεις περιοχές Natura, χαράδρες, φαράγγια, βουνοκορφές, παραλίες, χιλιόμετρα μονοπατιών, πάνω από 192 καταγεγραμμένα είδη φυτών, μία εξαιρετική βιόσφαιρα σε απόλυτη αρμονία με την φυσική παρουσία, τους οικισμούς και την άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Παράλληλα, πέρα από τη χερσαία έκταση περιλαμβάνεται και μια τεράστια παράκτια έκταση, η λεγομένη ελληνική τάφρος, το βαθύτερο τμήμα της Μεσογείου, με σπάνια είδη (φυσητήρες, φώκιες μονάχους μονάχους, δελφίνια).
Ακόμα σημειώνεται ότι η ένταξη των Αστερουσίων στο Παγκόσμιο Δίκτυο Αποθεμάτων Βιόσφαιρας (WNBR) του Προγράμματος ΜΑΒ της UNESCO, προήλθε μετά από υποδειγματική συνεργασία όλων των περιφερειακών και τοπικών φορέων της Κρήτης και με τον συντονισμό της Αναπτυξιακής Ηρακλείου.
Τι είναι τα Αποθέματα Βιόσφαιρας και γιατί είναι είναι σημαντικά
Το πρόγραμμα Άνθρωπος και Βιόσφαιρα της UNESCO (Man and Biosphere ή MAB) είναι ένα διακυβερνητικό επιστημονικό πρόγραμμα που προσπαθεί να βελτιώσει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και του φυσικού περιβάλλοντός τους. Η ιδέα για τα Αποθέματα Βιόσφαιρας ξεκίνησε από μια ομάδα εργασίας τού προγράμματος ΜΑΒ το 1974 ενώ το Παγκόσμιο Δίκτυο Αποθεμάτων Βιόσφαιρας ξεκίνησε το 1976. Τα Αποθέματα Βιόσφαιρας είναι χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές οι οποίες συμπεριλαμβάνουν πολύτιμα οικοσυστήματα και κοινωνίες που επιθυμούν να συνδυάσουν την προστασία του οικοσυστήματος με την αειφόρο χρήση του. Έχουν σκοπό την προώθηση και επίδειξη μιας ισορροπημένης σχέσης μεταξύ ανθρώπου και βιόσφαιρας.
Τα Αποθέματα Βιόσφαιρας ανακηρύσσονται από τις εθνικές κυβερνήσεις και παραμένουν κάτω από την κυρίαρχη δικαιοδοσία των κρατών στα οποία βρίσκονται, αλλά αναγνωρίζονται διεθνώς από την UNESCO. Η αναγνώριση αυτή διέπεται από δύο σημαντικά έγγραφα: από το Ρυθμιστικό Πλαίσιο Αποθεμάτων Βιόσφαιρας και από το Πλάνο Δράσης της Σεβίλλης για τα Αποθέματα Βιόσφαιρας (UNESCO 1996). Το δίκτυο αυτό διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειρίας και προσωπικού. Μέχρι στιγμής υπάρχουν 669 Αποθέματα Βιόσφαιρας σε 120 χώρες, συμπεριλαμβανομένων και 16 διασυνοριακών περιοχών. Η UNESCO βλέπει τα Αποθέματα Βιόσφαιρας ως ένα τεράστιο φυσικό εργαστήριο παγκόσμιας εμβέλειας, στο οποίο η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος συνδυάζεται με την έρευνα, την εκπαίδευση, την επίδειξη, την τοπική συμμετοχή και την αειφόρο ανάπτυξη.

Κάθε Απόθεμα Βιόσφαιρας ακολουθεί ένα σύστημα ζωνοποίησης ανάλογα με την τοπική χρήση γης και το καθεστώς προστασίας. Υπάρχουν τρεις ξεχωριστές ζώνες: η περιοχή του πυρήνα στην οποία το οικοσύστημα διατηρείται με την ελάχιστη δυνατή όχληση, μια ζώνη ρύθμισης γύρω από την περιοχή του πυρήνα και τέλος μια μεταβατική ζώνη στην οποία λαμβάνει χώρα η πλειοψηφία των κοινωνικοοικονομικών χρήσεων των οικοσυστημάτων, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται ένας αειφόρος προσανατολισμός.
Τα αποθέματα βιόσφαιρας είναι «τόποι μάθησης για βιώσιμη ανάπτυξη». Είναι τοποθεσίες για τη δοκιμή διεπιστημονικών προσεγγίσεων για την κατανόηση και τη διαχείριση αλλαγών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ κοινωνικών και οικολογικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης συγκρούσεων και της διαχείρισης της βιοποικιλότητας. Είναι μέρη που παρέχουν τοπικές λύσεις σε παγκόσμιες προκλήσεις. Τα αποθέματα βιόσφαιρας περιλαμβάνουν χερσαία, θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα. Κάθε τοποθεσία προωθεί λύσεις που συνδυάζουν τη διατήρηση της βιοποικιλότητας με τη βιώσιμη χρήση της.
Τα αποθέματα βιόσφαιρας ορίζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις και παραμένουν υπό την κυριαρχική δικαιοδοσία των κρατών όπου βρίσκονται. Ορίζονται στο πλαίσιο του διακυβερνητικού προγράμματος MAB από τον Γενικό Διευθυντή της UNESCO μετά τις αποφάσεις του Διεθνούς Συντονιστικού Συμβουλίου MAB (MAB ICC) και το καθεστώς τους είναι διεθνώς αναγνωρισμένο.