Όταν το junk food δεν είναι το βρώμικο της καντίνας
"Τα δικά σου σκουπίδια είναι ο θησαυρός του άλλου". Δυστυχώς, δεν αναφερόμαστε στις ερωτικές σχέσεις, αλλά στο θλιβερό "σπορ" της αναζήτησης τροφής στους κάδους απορριμμάτων.
Η αναζήτηση φαγητού στους κάδους απορριμμάτων δεν αποτελεί κάτι καινοφανές για την Ελλάδα της κρίσης. Όχι μόνο αλλοδαποί αλλά και Έλληνες επιδίδονται καθημερινά σε αυτό το θλιβερό «κυνήγι θησαυρού». Με σύνεργα… δουλειάς ένα καρότσι σούπερ μάρκετ ή λαϊκής, αναζητούν αγωνιωδώς βρώσιμα ή υποτυπωδώς εμπορεύσιμα αντικείμενα (όπως κουτάκια αναψυκτικών και διάφορα άλλα μεταλλικά αντικείμενα). Ένα ιδιότυπο «σπορ» με καθαρά βιοποριστικό χαρακτήρα.
Η αλλαγή της κυβέρνησης δεν σήμανε ασφαλώς κάποια σημαντική μεταστροφή στη κατάσταση. Άλλωστε, δε θα μπορούσε ίσως, δεδομένων των συνθηκών, παρόλη την ενδεχόμενη ισχυρή θέληση και διάθεση, να προβεί και σε κάποια αξιοσημείωτη πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση και στήριξη των παθόντων.
Ως κάτοικος του κέντρου της Αθήνας, αποφάσισα τη περασμένη εβδομάδα να συνομιλήσω από κοντά με κάποιους από αυτούς τους «ρακοσυλλέκτες» ( ας μου επιτραπεί ο δημοφιλής αυτός παραδομένος όρος). Ξεκινώντας στο Γουδί έναν περίπατο απόγευμα Δευτέρας -μετά το τέλος της καθιερωμένης λαϊκής- συνάντησα πολλούς ανθρώπους που ξεδιάλεγαν τα πεταμένα στο δρόμο φρούτα και λαχανικά. «Πούλησα το σπίτι μου κακήν κακώς το 2007. Φυσικά όσα χρήματα μάζεψα, πέταξαν τώρα. Για κάποιους μήνες, έμενα σε μια γκαρσονιέρα ενός ξάδερφού μου, δεν μου ζητούσε ενοίκιο, όμως δεν είχα και για ρεύμα. Άλλους συγγενείς που να ενδιαφερθούν δεν είχα. Έτσι μετά από λίγο καιρό έμεινα στο δρόμο. Τώρα μαζεύω με ένα καρότσι που έχω, ό,τι βρω για φαΐ και κανά ρούχο και τη βγάζω σε μια πολυκατοικία εδώ πιο πέρα, στην πυλωτή», λέει ο κύριος Γιάννης, 58 χρόνων.
Λίγο πιο κάτω, κοντά στα Ιλίσια , βλέπω μια ηλικιωμένη κυρία να ψάχνει επίμονα στον κάδο της ανακύκλωσης και να παίρνει ό,τι της φαινόταν χρήσιμο από την ανακύκλωση. Αμέσως μετά, πάει στον διπλανό κάδο, ανοίγει μια σακούλα και προσπαθεί να βρει κάποιο σχετικά «καλό» υπόλειμμα τροφίμου. «Κάτι έγινε και σήμερα, την βγάλαμε» γυρίζει και μου λέει -χωρίς καν να τη ρωτήσω- και βγάζει μερικά ψιλοσάπια πορτοκάλια από μία τσάντα και λίγο ρύζι από μια άλλη. Ρωτώντας, έπειτα, την κυρία Δέσποινα αν καταφέρνει να βρει συχνά αρκετό και «καθαρό» φαγητό, μου αποκρίνεται: «Πάλι καλά, υπάρχουν και μερικοί που αφήνουν ό,τι τους περισσέψει από το μεσημεριανό σε μια τσάντα πάνω ή δίπλα στους κάδους. Αν είμαι τυχερή και δεν την προλάβει κάποιος άλλος , πάει καλά η μέρα».
Προχθές πάλι, δεν χρειάστηκε καν να μετακινηθώ για να βρω έναν ακόμη ρακοσυλλέκτη. Κοιτάζοντας από το μπαλκόνι, είδα έναν νεαρό άνδρα με καροτσάκι. Αυτός δεν μάζευε φαγητό. Μάζευε θραύσματα μετάλλων. Τσίγκος, μικρές λαμαρίνες, αλλά και άδεια μπουκάλια ήταν μερικά από αυτά που είχε μέσα στο καρότσι. «Από πού είστε;» του φωνάζω. «Πακιστάν», απαντά. «Είστε καιρό Αθήνα, έχετε κάπου να μείνετε ή όπου τύχει;». «Είμαι οκτώ χρόνια. Όχι, μένω με παρέα, οχτώ φίλοι από Πακιστάν, υπόγειο εδώ στη Μικρασίας, αλλά μαζεύω ανακύκλωση για ευρώ» μου φώναξε από κάτω – λίγα, εντούτοις αξιοπρεπέστατα ελληνικά. Και φυσικά , όπως σχεδόν όλοι οι ρακοσυλλέκτες που παρατηρεί κανείς, έφυγε κι αυτός βιαστικά, βιαστικά να πάει στον επόμενο κάδο, στην επόμενη γωνία.
Εικόνες και μαρτυρίες όπως αυτές είναι γνωστές σε όλους μας. Καθημερινά, ιδιαίτερα οι κάτοικοι του κέντρου της Αθήνας, βιώνουν από κοντά το δράμα και την προσωπική ιστορία κάθε τέτοιου ρακοσυλλέκτη, κάθε τέτοιου «ήρωα» που μάχεται για την επιβίωσή του. Κάποιοι με οικογένειες, κάποιοι μοναχικοί βιοπαλαιστές ζουν δίπλα μας και ζητούν όχι ελεημοσύνη, αλλά κάτι πολύ πιο απλό και συνάμα ανέξοδο για τους υπόλοιπους: «Μην πετάτε το φαγητό που περισσεύει μέσα στους κάδους, αλλά αφήστε το έξω. Πάντα θα βρεθεί ένας από εμάς που το έχει ανάγκη για να βγάλει μία ακόμη μέρα.»