Όχι δάκρυα για αυτή την Εθνική, αλλά θέλει αυτοκριτική

Όχι δάκρυα για αυτή την Εθνική, αλλά θέλει αυτοκριτική

«Η νίκη έχει πολλούς πατέρες, η ήττα είναι ορφανή», λένε συνήθως, εκτός αν αναλάβει να την υιοθετήσει κάποιος θα συμπληρώναμε εμείς.

Με έναν Αντετοκούνμπο να παλεύει για να φέρει την… πρόκριση και όχι την άνοιξη, η Εθνική ομάδα μπάσκετ έχασε ξανά από τους Ισπανούς με 73-71. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Αυτή τη φορά όμως δεν χάσαμε από τη διαιτησία, δεν χάσαμε από τους θεατρινισμούς των Ισπανών, αλλά χάσαμε από έναν παίκτη και κάτι φανέλες που κατείχαν τα βασικά του μπάσκετ. Όταν ο ένας παίκτης λέγεται Πάου Γκασόλ και οι υπόλοιποι βάζουν αυτά που πρέπει, όταν πρέπει, τότε εσύ πρέπει να βρεις τον τρόπο να τους αντιμετωπίσεις και όχι να τους φοβηθείς. Μόνο ένας παίκτης τους κοίταξε στα μάτια και αυτό λόγω ταλέντου και όχι κάποιου συστήματος. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ήταν συγκλονιστικός σε άμυνα και επίθεση (12 πόντοι και 17 ριμπάουντ!!) και ήταν αυτός που μας κράτησε κοντά στους Ισπανούς, παρά τα 2 λάθη στο τέλος λόγω της απειρίας και της κούρασης του.

Δυστυχώς η υπόλοιπη ομάδα, με πρώτους και καλύτερους τους προπονητές της, πιάστηκε «αδιάβαστη» στην προετοιμασία του αγώνα, πρώτα ψυχολογικά και μετά αγωνιστικά. Αυτή η Ισπανία δεν ήταν το φόβητρο προηγούμενων διοργανώσεων και όμως την φοβηθήκαμε. Και εγκλωβιστήκαμε σε παιδικά τρικ του προπονητή της, ο οποίος δεν είναι κάποια μπασκετική ιδιοφυΐα, αλλά έκανε τα αυτονόητα. Έκλεισε καλά τον Σπανούλη αφήνοντας σκανδαλωδώς τον Καλάθη ελεύθερο για σουτ, τροφοδότησε τον Γκασόλ και γεια σας. Αλλά ακόμη και με τον Γκασόλ στον πάγκο, πάλι συνέχισαν στον ίδιο ρυθμό. Και εμείς τι κάναμε; Αφήσαμε την βασική μας πεντάδα να ολοκληρώσει τον αγώνα με 34-35 λεπτά στην πλάτη ο καθένας, ξεχάσαμε στον πάγκο παίκτες-κλειδιά όπως ο Σλούκας, παροπλίσαμε παίκτες οι οποίοι θα μπορούσαν να μας ξεκολλήσουν με κάποια σουτ και γενικά… τιτανικός.

Η ήττα αυτή την φορά δεν είναι ορφανή. Έχει πατέρα, συγγενείς, τα πάντα. Δεν ξέρω αν ο Φώτης Κατσικάρης ή ο Αντρέα Τρινκιέρι ή ακόμη και ο Ζούρος ο Ηλίας, ήταν ικανοί για κάτι παραπάνω από τα ναυάγια στα οποία ήταν καπετάνιοι τα τελευταία χρόνια. Και για να είμαστε ειλικρινείς η ιστορία λέει ότι οι μεγάλες επιτυχίες της Εθνικής τα τελευταία 28 χρόνια έχουν συνδυαστεί με ένα ονοματεπώνυμο: Παναγιώτης Γιαννάκης. Είτε τον συμπαθείς είτε όχι, είτε σαν παίκτης είτε σαν προπονητής, ο «Δράκος» είναι το Τοτέμ της «επίσημης αγαπημένης». Ναι, δεν ξεχνάω τον Νίκο Γκάλη, οποίος ακόμη και σήμερα θα έκανε πλάκα σε όλους. Ή τον Φάνη, το μεγαλύτερο ταλέντο που έχουμε αναδείξει. Όπως θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι το μέλλον ακούει στο όνομα Γιάννης Αντετοκούνμπο. Αυτό το παιδάκι που έχει πετύχει τόσα πολλά μέσα σε δύο χρόνια και έπαιζε χθες σαν να θέλει να ευχαριστήσει όλους τους Έλληνες που τον αγκάλιασαν σαν δικό τους παιδί. Τα έχουμε ξαναπεί, αυτός ο Γιάννης είναι πιο  Έλληνας από πολλούς δήθεν Ελληναράδες. Το μέλλον του ανήκει.

Μετά από 28 χρόνια επιτυχιών η συγκεκριμένη Εθνική δεν έχει ανάγκη από κανένα γελοίο άλλοθι. Ούτε από εποχιακούς χειροκροτητές στις νίκες, ούτε από παντογνώστες που βγαίνουν στις ήττες να πουν τα δικά τους. Όλοι αυτοί είναι κάτι σαν εγχώριοι «Ρούντηδες», κοινώς μακριά και αγαπημένοι. Και παρά τον αποκλεισμό, υπάρχει ζωή ακόμη στον πλανήτη Εθνική. Κάπως έτσι χτίστηκε το έπος του 1987, κάπως έτσι και το 2005. Μετά από δυνατά στραπάτσα. Όχι δάκρυα λοιπόν. Ναι στην αυτοκριτική. Το μέλλον είναι τώρα. 

Σχετικά άρθρα