Interoception: Μπορεί το σώμα να ξέρει τι νιώθουμε πριν το καταλάβει το μυαλό μας;
Η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή αλλάζει, το στομάχι σφίγγεται και μια ανεξήγητη ένταση εμφανίζεται στο στήθος πριν ακόμη καταφέρουμε να πούμε «αγχώθηκα»
Περιεχόμενα
Το interoception, μία από τις πιο συναρπαστικές περιοχές της σύγχρονης νευροεπιστήμης, εξετάζει ακριβώς αυτή την αθέατη συνομιλία ανάμεσα στο σώμα και στον εγκέφαλο. Και ίσως μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε πού ακριβώς γεννιέται ένα συναίσθημα.
Υπάρχουν στιγμές που το σώμα μοιάζει να έχει καταλάβει πρώτο.
Μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο και κάτι μας κάνει να αισθανθούμε άβολα χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε τι. Περιμένουμε ένα σημαντικό τηλεφώνημα και, πριν ακόμη παραδεχτούμε στον εαυτό μας ότι έχουμε αγωνία, αντιλαμβανόμαστε την καρδιά να χτυπά γρηγορότερα. Βρισκόμαστε απέναντι σε έναν άνθρωπο που μας ελκύει και νιώθουμε εκείνη την ανεπαίσθητη αλλαγή στην αναπνοή, στη θερμοκρασία, στο στομάχι. Ή, αντίθετα, περνάμε μια ολόκληρη ημέρα λέγοντας «είμαι καλά» μέχρι τη στιγμή που ο πονοκέφαλος, η κόπωση ή η ένταση στους ώμους μοιάζουν να διαφωνούν μαζί μας.
Συνηθίζουμε να φανταζόμαστε ότι η διαδικασία είναι γραμμική: πρώτα σκεφτόμαστε κάτι, μετά αισθανόμαστε ένα συναίσθημα και στο τέλος το σώμα αντιδρά.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Ο εγκέφαλος βρίσκεται σε αδιάκοπη επικοινωνία με το εσωτερικό του σώματος, λαμβάνοντας και ερμηνεύοντας πληροφορίες για την καρδιά, την αναπνοή, το πεπτικό σύστημα, τη θερμοκρασία, την πείνα, τη δίψα και μια σειρά άλλων φυσιολογικών καταστάσεων. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται interoception — ενδοδεκτικότητα στα ελληνικά — και αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία συνάντησης ανάμεσα στη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία και την ψυχιατρική.
Δεν πρόκειται για κάποιο μυστηριώδες «ένστικτο» με τη μεταφυσική έννοια.
Πρόκειται για βιολογία.
Η αίσθηση που ξεχνάμε όταν απαριθμούμε τις αισθήσεις
Στο σχολείο μάθαμε ότι έχουμε πέντε αισθήσεις: όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή.
Η ανθρώπινη αισθητηριακή πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Υπάρχει, για παράδειγμα, η proprioception, χάρη στην οποία γνωρίζουμε πού βρίσκονται τα άκρα μας ακόμη και με κλειστά μάτια. Και υπάρχει η interoception, η οποία αφορά την αντίληψη της εσωτερικής φυσιολογικής κατάστασης του σώματος.
Πείνα.
Δίψα.
Ανάγκη για αέρα.
Καρδιακός παλμός.
Θερμοκρασία.
Σπλαχνικές αισθήσεις.
Η αίσθηση ότι πρέπει να πάμε στην τουαλέτα.
Όλα αυτά αποτελούν πληροφορίες που το νευρικό σύστημα συλλέγει, μεταδίδει και επεξεργάζεται διαρκώς.
Η κλασική επιστημονική δουλειά πάνω στην interoception έχει περιγράψει αυτή την εσωτερική αναπαράσταση του σώματος σχεδόν σαν το νευροβιολογικό υπόβαθρο του «υλικού εαυτού» μας: ένας συνεχώς ενημερωμένος χάρτης του τι συμβαίνει μέσα μας. Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος.
Γιατί αυτός ο χάρτης δεν φαίνεται να αφορά μόνο τη φυσιολογία.
Συνδέεται στενά και με το συναίσθημα.
Πού τελειώνει το σώμα και πού αρχίζει το συναίσθημα;
Σκεφτείτε τη λέξη «φόβος».
Πώς ξέρουμε ότι φοβόμαστε;
Υπάρχει βέβαια η γνωστική πληροφορία — «αυτό είναι επικίνδυνο». Υπάρχει όμως και η φυσιολογία: η καρδιά, η αναπνοή, οι μύες, η εφίδρωση, η εγρήγορση.
Το συναίσθημα δεν συμβαίνει σε έναν εγκέφαλο αποκομμένο από το σώμα.
Η σύγχρονη έρευνα εξετάζει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο τα εσωτερικά σωματικά σήματα συμμετέχουν στην εμπειρία του affect, δηλαδή στις βασικές διαστάσεις του πώς αισθανόμαστε. Δεν έχουμε ακόμη έναν απλό μηχανισμό που να εξηγεί πώς από ένα σύνολο φυσιολογικών σημάτων προκύπτει η πολύπλοκη ανθρώπινη συναισθηματική εμπειρία, όμως η σχέση σώματος και συναισθήματος θεωρείται πλέον κεντρικό πεδίο μελέτης.
Αυτό αλλάζει μια πολύ παλιά ιδέα.
Το σώμα δεν είναι απλώς ο αποδέκτης των συναισθημάτων του εγκεφάλου.
Συμμετέχει στην κατασκευή τους.
Και αν ο εγκέφαλος δεν «διαβάζει» απλώς αλλά προβλέπει;
Η ιστορία γίνεται ακόμη πιο συναρπαστική όταν μπαίνει στο παιχνίδι το predictive processing.
Ο εγκέφαλος δεν θεωρείται πλέον από πολλές σύγχρονες θεωρίες ένας παθητικός δέκτης που περιμένει πληροφορίες από τον κόσμο και στη συνέχεια τις αναλύει. Δημιουργεί συνεχώς προβλέψεις για το τι πρόκειται να συμβεί και συγκρίνει αυτές τις προβλέψεις με τις πληροφορίες που λαμβάνει.
Ανάλογες θεωρίες έχουν προταθεί και για την interoception.
Ο εγκέφαλος δεν περιμένει απλώς να ακούσει την καρδιά.
Δημιουργεί προσδοκίες για την κατάσταση του σώματος και τις ενημερώνει με βάση τα σήματα που ανεβαίνουν από το εσωτερικό του οργανισμού.
Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί δύο άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν τον ίδιο γρήγορο καρδιακό παλμό και να τον ερμηνεύσουν εντελώς διαφορετικά.
Ο ένας βρίσκεται στο γυμναστήριο και σκέφτεται «ασκούμαι».
Ο άλλος βρίσκεται σε μια δύσκολη κοινωνική κατάσταση και σκέφτεται «κάτι δεν πάει καλά».
Το σήμα δεν αποκτά νόημα μόνο του.
Ο εγκέφαλος πρέπει να το ερμηνεύσει.
Η περίπλοκη σχέση με το άγχος
Εδώ η interoception συναντά το anxiety.
Θα ήταν δελεαστικό να πούμε ότι οι άνθρωποι με άγχος «ακούνε καλύτερα» το σώμα τους. Η επιστημονική εικόνα όμως είναι πολύ πιο περίπλοκη.
Πρόσφατη μετα-ανάλυση 71 μελετών έδειξε ότι το άγχος συνδέεται με περισσότερο αρνητική αξιολόγηση των σωματικών σημάτων, μεγαλύτερη αρνητικά φορτισμένη προσοχή προς αυτά και δυσκολίες στην περιγραφή σωματικών σημάτων και συναισθημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι οι άνθρωποι με άγχος έχουν αντικειμενικά μεγαλύτερη ακρίβεια στο να αντιλαμβάνονται, για παράδειγμα, τον καρδιακό τους παλμό.
Άλλες ανασκοπήσεις επίσης προειδοποιούν ότι διαφορετικές διαστάσεις της interoception συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους. Άλλο είναι πόσο ακριβώς αντιλαμβάνεται κάποιος ένα σήμα, άλλο πόση προσοχή του δίνει και άλλο πώς το ερμηνεύει.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Γιατί το να ακούς το σώμα σου δεν είναι πάντα καλό αν κάθε σήμα μεταφράζεται αυτομάτως ως απειλή.
Ένας γρήγορος παλμός μπορεί να είναι απλώς γρήγορος παλμός.
Αλλά ένας εγκέφαλος σε κατάσταση υπερεπαγρύπνησης μπορεί να του δώσει διαφορετικό νόημα.
Είναι λοιπόν το «gut feeling» επιστήμη;
Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η interoception δεν αποτελεί επιστημονική απόδειξη ότι «το σώμα ξέρει πάντα την αλήθεια» ούτε ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε κάθε ανεξήγητη σωματική αίσθηση ως προφητική διαίσθηση.
Το σώμα μπορεί να μας πληροφορεί.
Μπορεί όμως και να παρερμηνεύεται.
Έλλειψη ύπνου, καφεΐνη, πείνα, αφυδάτωση, στρες και φυσιολογικές μεταβολές μπορούν να δημιουργήσουν σωματικά σήματα στα οποία ο εγκέφαλος στη συνέχεια προσπαθεί να δώσει νόημα.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό μάθημα της interoception να μην είναι «εμπιστεύσου πάντα το σώμα σου».
Είναι κάτι πιο ώριμο:
μάθε να το ακούς χωρίς να θεωρείς ότι κάθε ψίθυρός του είναι αλάθητος.
Η επιστροφή στο σώμα
Ζούμε σε μια εποχή παράξενης αποσύνδεσης.
Μετράμε βήματα, παλμούς, θερμίδες, ύπνο και HRV με συσκευές, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να περνάμε ώρες χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι πεινάμε, ότι κουραστήκαμε ή ότι κρατάμε την αναπνοή μας μπροστά σε μια οθόνη.
Έχουμε περισσότερα δεδομένα για το σώμα μας από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά.
Δεν είναι βέβαιο ότι το αισθανόμαστε καλύτερα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ο λόγος που η interoception μοιάζει τόσο σύγχρονη παρότι αφορά έναν πανάρχαιο μηχανισμό.
Μας υπενθυμίζει ότι πριν από τα wearables υπήρχε ήδη ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα παρακολούθησης.
Το ίδιο μας το νευρικό σύστημα.
Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε κάθε παλμό σε μήνυμα ούτε κάθε σφίξιμο στο στομάχι σε αλήθεια.
Αλλά ίσως αξίζει να αναγνωρίσουμε ότι η ερώτηση «πώς νιώθω;» δεν απαντάται αποκλειστικά με σκέψεις.
Μερικές φορές η απάντηση έχει ήδη αρχίσει να γράφεται στην αναπνοή, στην καρδιά και στο στομάχι μας, πριν ακόμη βρούμε τις λέξεις για να την περιγράψουμε.