Κωνσταντίνος Πάτσιος: Έχουμε πραγματικά εκπολιτιστεί ή απλώς μάθαμε να κρύβουμε καλύτερα τη βαρβαρότητά μας;

Κωνσταντίνος Πάτσιος: Έχουμε πραγματικά εκπολιτιστεί ή απλώς μάθαμε να κρύβουμε καλύτερα τη βαρβαρότητά μας;

Από την πολιτική ορθότητα και την κοινωνική υποκρισία μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, την προπαγάνδα και την εμπορευματοποίηση της τέχνης, ο εικαστικός καλλιτέχνης μιλά για τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου, την ελευθερία της έκφρασης και την ανάγκη να αναζητούμε την αλήθεια πίσω από τις εικόνες. Μια συζήτηση για την τέχνη που εξελίσσεται σε μια βαθύτερη αναζήτηση γύρω από την ανθρώπινη φύση και την εποχή μας

Υπάρχουν καλλιτέχνες που δημιουργούν εικόνες για να ομορφύνουν τον κόσμο και άλλοι που χρησιμοποιούν την τέχνη για να μας αναγκάσουν να τον κοιτάξουμε διαφορετικά. Ο Πάτσιος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στον δικό του εικαστικό κόσμο, τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται και καμία εικόνα δεν υπάρχει απλώς για να προκαλέσει αισθητική απόλαυση. Πίσω από τα χρώματα, τα σύμβολα, τις αποσπασματικές αναφορές στην επικαιρότητα και τις ανατρεπτικές συνθέσεις του κρύβεται μια διαρκής αναμέτρηση με τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, την πολιτική εξουσία, την κοινωνική υποκρισία και τα όρια της ελευθερίας.

Έχοντας ξεκινήσει την ακαδημαϊκή του διαδρομή από τα Οικονομικά, με σπουδές στην Ελλάδα και στη Γαλλία, πριν στραφεί στην εικαστική δημιουργία, αντιμετωπίζει την τέχνη όχι ως έναν κόσμο αποκομμένο από την πραγματικότητα, αλλά ως έναν διαφορετικό τρόπο ερμηνείας της. Εκεί όπου η οικονομική επιστήμη αναζητά κανόνες, συστήματα και εξηγήσεις, η ζωγραφική τού επιτρέπει να αμφισβητεί τις βεβαιότητες, να αποδομεί τις καθιερωμένες αφηγήσεις και να αναζητά νοήματα ακόμη και μέσα στο χάος.

Η έκθεσή του «Woke on the Wild Side», με τον τίτλο που συνομιλεί τόσο με το εμβληματικό τραγούδι του Lou Reed όσο και με μία από τις πιο πολωτικές πολιτισμικές συζητήσεις της εποχής μας, αποτελεί μια χαρακτηριστική έκφραση αυτής της φιλοσοφίας. Σε έναν κόσμο που διεκδικεί την πρόοδο, αλλά εξακολουθεί να αναπαράγει τη βία, τον διχασμό και τον αποκλεισμό, ο καλλιτέχνης αναρωτιέται κατά πόσο έχουμε πραγματικά εξελιχθεί ή αν απλώς έχουμε μάθει να συγκαλύπτουμε με πιο εκλεπτυσμένους τρόπους τα πιο σκοτεινά μας ένστικτα.

Στη συζήτησή μας, η τέχνη γίνεται η αφετηρία για να μιλήσουμε για πολύ περισσότερα από τη ζωγραφική. Για την πολιτική ορθότητα και την ελευθερία της έκφρασης, τη δύναμη της προπαγάνδας, την κατασκευή της δημόσιας εικόνας, την τεχνητή νοημοσύνη και την ολοένα δυσκολότερη διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και στην ψευδαίσθηση. Για μια κοινωνία που προβάλλει τη διαφορετικότητα, αλλά συχνά δυσκολεύεται να ανεχθεί τη διαφορετική άποψη. Για την αγορά της τέχνης, όπου η οικονομική αξία δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την καλλιτεχνική σπουδαιότητα, αλλά και για τον σύγχρονο άνθρωπο που, ενώ διαθέτει περισσότερα μέσα έκφρασης από ποτέ, μοιάζει να χάνει σταδιακά την ουσιαστική επαφή με τον εαυτό του.

Ο Πατσιός δεν επιχειρεί να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε να παρουσιάσει μια εξιδανικευμένη εικόνα του καλλιτέχνη ως αιώνιου επαναστάτη. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ακόμη και η αντισυμβατικότητα μπορεί να μετατραπεί σε μόδα, η αμφισβήτηση σε εμπορικό προϊόν και η τέχνη σε ένα ακόμη σύμβολο κοινωνικού κύρους. Με λόγο αιχμηρό, φιλοσοφικές αναφορές και μια διάθεση αυτοσαρκασμού, μιλά για τη δημιουργία ως μια βαθιά προσωπική διαδικασία που απαιτεί αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία και, πάνω απ’ όλα, την ελευθερία να παραμένεις πιστός σε όσα πραγματικά πιστεύεις.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συνάντησής μας: ότι πίσω από τις εικόνες ενός καλλιτέχνη που επιλέγει να αποδομεί την πραγματικότητα, ανακαλύπτει κανείς έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να αναζητά την ουσία της. Και σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε εικόνα, να αναπαραχθούν και να καταναλωθούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αυτή η αναζήτηση αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι βλέπουμε, αλλά πόσα από όσα βλέπουμε είμαστε πραγματικά διατεθειμένοι να κατανοήσουμε.

Σπουδάσατε Οικονομικά στην Ελλάδα και στη Γαλλία, βρεθήκατε με υποτροφία στο Rhode Island School of Design και στη συνέχεια σπουδάσατε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Πώς ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τον κόσμο των αριθμών κατέληξε να εκφράζεται μέσα από έναν κόσμο εικόνων;

Μα οι τέχνες και οι επιστήμες είναι, κατά τη γνώμη μου, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τα εικαστικά εμπεριέχουν τη γεωμετρία, τη μαθηματική σκέψη, την αναλογία και την αφαίρεση. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τον Kandinsky, για να διαπιστώσει πόσο στενά συνδέεται η ζωγραφική του τόσο με τη μουσική όσο και με τα μαθηματικά. Η εικόνα δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση της πραγματικότητας· μπορεί να αποτελεί ένα ολόκληρο σύστημα σκέψης.

Θα μπορούσα, με την ίδια ευχαρίστηση, να είχα σπουδάσει φιλοσοφία, κοινωνιολογία ή ψυχολογία. Όλες αυτές οι γνώσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εναύσματα για τη δημιουργία εικόνων. Άλλωστε, οι αριθμοί, ιδιαίτερα μέσα από την πυθαγόρεια σκέψη, δεν είναι απλές ποσότητες. Αποτελούν συμπυκνωμένες ιδέες, σχεδόν ιδεογράμματα, που εμπεριέχουν μια ολόκληρη κοσμοθεωρία.

Δεν βλέπω, λοιπόν, την πορεία μου ως εγκατάλειψη του ενός πεδίου προς χάριν του άλλου. Περισσότερο ως μια μετατόπιση από έναν τρόπο ανάγνωσης του κόσμου σε έναν άλλο. Στην τέχνη, όπως και στα οικονομικά, αναζητάς δομές, σχέσεις και νοήματα. Η διαφορά είναι ότι στην τέχνη δεν είσαι υποχρεωμένος να καταλήξεις σε ένα μοναδικό, ορθολογικά αποδεδειγμένο συμπέρασμα. Μπορείς να αφήσεις ανοιχτές τις αντιφάσεις και να τις μετατρέψεις σε εικόνες.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στη ζωή σας που συνειδητοποιήσατε ότι η τέχνη δεν ήταν απλώς μια δημιουργική διέξοδος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θέλατε να υπάρχετε;

Δεν θα έλεγα ότι υπήρξε μία και μοναδική στιγμή. Η είσοδος στον χώρο της τέχνης είναι μια σταδιακή διαδικασία μεταμόρφωσης: αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον εαυτό σου, τους άλλους και τον κόσμο. Η τέχνη δεν είναι απλώς μια δουλειά ή μια δημιουργική διέξοδος. Είναι ένας τρόπος να υπάρχεις και να αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα.

Ο καλλιτέχνης χρειάζεται ένα σημαντικό απόθεμα αυτογνωσίας, γιατί το έργο του είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια έκθεση του ίδιου του εαυτού του. Πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις εμμονές, τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τις επιθυμίες του, να τις επεξεργαστεί και τελικά να τις μετατρέψει σε μορφή. Χρειάζεται, επίσης, να αγαπά το έργο του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να το αμφισβητεί.

Κάθε καλλιτεχνική φόρμα εμπεριέχει μια έρευνα πάνω στο περιεχόμενό της. Γι’ αυτό και η τέχνη δεν εξαντλείται στην ψυχαγωγία ή στην αισθητική απόλαυση. Είναι μια διαρκής αναμέτρηση με ερωτήματα που συχνά δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Με αυτή την έννοια, η τέχνη δεν είναι κάτι που κάνεις περιστασιακά. Είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγεις να κατοικείς μέσα στον κόσμο.

Η οικονομική επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα από συστήματα και κανόνες, ενώ η τέχνη συχνά αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα συστήματα. Πόσο συνυπάρχουν μέσα σας αυτές οι δύο διαφορετικές προσεγγίσεις;

Στην τέχνη, όπως και στη φύση, υπάρχει μια διαρκής εναλλαγή χάους και τάξης, συστολής και διαστολής, αρσενικού και θηλυκού. Οι αντιθέσεις δεν είναι αναγκαστικά εχθρικές μεταξύ τους· συχνά αποτελούν τις δύο αναγκαίες πλευρές μιας ενιαίας διαδικασίας.

Τα ανθρώπινα συστήματα οργανώνονται γύρω από αρχές, κανόνες και συμβάσεις. Η τέχνη, αντίθετα, διαθέτει την ελευθερία να πειραματίζεται, να παραβιάζει τα όρια και να αμφισβητεί τις βεβαιότητές μας. Στο πεδίο της, τουλάχιστον ως προς τις δυνατότητες της έκφρασης, σχεδόν όλα είναι επιτρεπτά.

Η επιστήμη επιδιώκει να εξηγήσει, να αναλύσει και να αποδείξει. Η τέχνη λειτουργεί διαφορετικά: υπαινίσσεται, υποδηλώνει, αποκαλύπτει αποσπασματικά και σκιαγραφεί εκείνες τις περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που η λογική αδυνατεί να εξαντλήσει. Δεν προσφέρει πάντοτε απαντήσεις· συχνά δημιουργεί καλύτερα ερωτήματα.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις συνυπάρχουν μέσα μου ως μια αρμονική αντίφαση. Η οικονομική σκέψη μού προσφέρει εργαλεία κατανόησης των συστημάτων, ενώ η τέχνη μού επιτρέπει να εξετάζω όσα διαφεύγουν από αυτά. Και ίσως ακριβώς εκεί, στο σημείο όπου η τάξη συναντά το απρόβλεπτο, να αρχίζει η δημιουργία.

Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σας θεωρείτε ότι έχει επηρεάσει περισσότερο τη ζωγραφική σας; Η παρατηρητικότητα, η αμφισβήτηση, η ανάγκη για ελευθερία ή κάτι βαθύτερο;

Νομίζω ότι πρόκειται για έναν συνδυασμό όλων αυτών, μαζί με βαθύτερες, υπαρξιακές αγωνίες που σχετίζονται με το θεμελιώδες δίπολο της ζωής και του θανάτου. Η παρατηρητικότητα, η αμφισβήτηση και η ανάγκη για ελευθερία δεν λειτουργούν ανεξάρτητα· αλληλοτροφοδοτούνται.

Με ενδιαφέρει να παρατηρώ όχι μόνο όσα φαίνονται, αλλά και όσα κρύβονται πίσω από αυτά: τις αντιφάσεις των ανθρώπων, τη φθορά των ιδεών, τη βία που μπορεί να ενυπάρχει σε μια φαινομενικά αθώα εικόνα. Η ζωγραφική γίνεται έτσι ένας τρόπος να διαχειριστώ ερωτήματα που δεν λύνονται εύκολα με τον λόγο.

Στο τέλος, νομίζω ότι κάθε έργο κουβαλά κάτι από τη συνειδητή και την ασυνείδητη πλευρά του δημιουργού του. Ακόμη κι όταν ξεκινάς από μια εικόνα της επικαιρότητας, αυτό που πραγματικά αναζητάς μπορεί να είναι πολύ πιο προσωπικό και διαχρονικό.

Ο τίτλος της έκθεσής σας, «Woke on the Wild Side», παραπέμπει στο εμβληματικό τραγούδι του Lou Reed, αλλά συνομιλεί και με μία από τις πιο έντονες πολιτισμικές αντιπαραθέσεις της εποχής μας. Τι θέλατε να εκφράσετε μέσα από αυτή τη σύνδεση;

Με ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η διπλή σημασία: το ξύπνημα σε μια άγρια εποχή. Παρά την τεχνολογική πρόοδο και το βάρος είκοσι ενός αιώνων πολιτισμού, ο άνθρωπος εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του το αγρίμι. Η βαρβαρότητα δεν εξαφανίστηκε· απλώς απέκτησε νέα εργαλεία, νέες μορφές και πολύ πιο εξελιγμένους μηχανισμούς προβολής.

Η λατινική φράση Homo homini lupus —ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο— εξακολουθεί να περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια πολλές όψεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ξυπνήσαμε σε μια εποχή νέων πολέμων, εθνικισμών και αναζωπύρωσης παλιών ανταγωνισμών. Η τεχνολογία, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο χειραφέτησης, χρησιμοποιείται συχνά και ως μηχανισμός επιτήρησης, προπαγάνδας και καταστροφής.

Ο τίτλος συνομιλεί, βέβαια, και με τη σύγχρονη διαμάχη γύρω από την έννοια του woke. Με ενδιαφέρει αυτή η ένταση ανάμεσα στην αφύπνιση και την αγριότητα, ανάμεσα στη διεκδίκηση μιας πιο ελεύθερης κοινωνίας και στην αναβίωση των πιο σκοτεινών ενστίκτων της.

Δεν πρόκειται για μια εύκολη ηθική καταγγελία. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια να κοιτάξουμε κατάματα τις αντιφάσεις μας. Το ερώτημα είναι αν έχουμε πράγματι εκπολιτιστεί ή αν απλώς μάθαμε να κρύβουμε καλύτερα τη βαρβαρότητά μας.

Η έννοια του woke ξεκίνησε ως μια μορφή κοινωνικής αφύπνισης, αλλά σήμερα αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Πιστεύετε ότι η κοινωνία μας έχει γίνει περισσότερο ευαισθητοποιημένη ή απλώς περισσότερο διχασμένη;

Νομίζω ότι σήμερα είμαστε περισσότερο διχασμένοι και αντιφατικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές διεκδικήσεις για ισότητα και δικαιώματα στερούνται σημασίας. Σημαίνει, όμως, ότι η ευαισθητοποίηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ουσιαστική κατανόηση ή σε καλύτερη κοινωνική συνύπαρξη.

Ζούμε σε μια ιδιαίτερα εκρηκτική περίοδο, κατά την οποία οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν νέες οικονομικές ανασφάλειες, ανισότητες και μεταναστευτικές ροές που μεταβάλλουν τις κοινωνικές ισορροπίες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι φόβοι και οι ανασφάλειες γίνονται συχνά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Από τη μία πλευρά, διευρύνεται η απαίτηση για συμπερίληψη και σεβασμό στη διαφορετικότητα. Από την άλλη, ενισχύονται νέες μορφές συντηρητισμού, εθνικισμού και κοινωνικού αποκλεισμού. Οι άνθρωποι μοιάζουν να αναζητούν ταυτόχρονα περισσότερη ελευθερία και περισσότερες βεβαιότητες.

Το πρόβλημα είναι ότι η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται συχνά σε πεδίο αλληλοκατηγοριών, όπου οι ταυτότητες προηγούνται της σκέψης. Η πραγματική ευαισθητοποίηση, όμως, προϋποθέτει κάτι δυσκολότερο από τη δημόσια δήλωση μιας άποψης: προϋποθέτει την ικανότητα να ακούς, να αμφισβητείς τον εαυτό σου και να συνυπάρχεις με τον άλλον χωρίς να απαιτείς να σκέφτεται όπως εσύ.

Στα έργα σας φαίνεται να υπάρχει μια διάθεση αποδόμησης των καθιερωμένων συμβόλων και αφηγήσεων. Θεωρείτε ότι η πολιτική ορθότητα προστατεύει την ελευθερία ή ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να την περιορίζει;

Η τέχνη, και ιδιαίτερα η σύγχρονη τέχνη, δεν μπορεί να υπακούει σε κάποια προκαθορισμένη ορθότητα, ιδίως όταν αυτή μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής. Η ιστορία της τέχνης είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία της σύγκρουσης με τις κυρίαρχες αντιλήψεις κάθε εποχής.

Από το Salon des Refusés μέχρι τον ουρητήρα του Marcel Duchamp, οι καλλιτέχνες διεύρυναν τα όρια του αποδεκτού και άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την τέχνη. Αυτό που κάποτε θεωρούνταν απαράδεκτο ή ακατανόητο μπορεί αργότερα να αναγνωριστεί ως καθοριστικό σημείο μιας πολιτισμικής αλλαγής.

Η τέχνη δεν είναι υποχρεωμένη να είναι ευγενική, καθησυχαστική ή συμβατή με τις κυρίαρχες ευαισθησίες. Οφείλει να διατηρεί τη δυνατότητα της πρόκλησης, της αμφισβήτησης και της ανατροπής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρόκληση είναι αυτομάτως ενδιαφέρουσα ή ότι η προσβολή αποτελεί από μόνη της καλλιτεχνική αξία.

Σημαίνει, όμως, ότι αν αφαιρέσουμε από την τέχνη το δικαίωμα να ενοχλεί, κινδυνεύουμε να της αφαιρέσουμε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της: την ελευθερία να θέτει σε κρίση το ίδιο το σύστημα μέσα στο οποίο δημιουργείται.

Ζούμε σε μια εποχή όπου μια εικόνα, μια λέξη ή ακόμη και μια άποψη μπορεί να προκαλέσει τεράστιες αντιδράσεις. Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες σήμερα αυτολογοκρίνονται περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν;

Πιστεύω ότι ο σύγχρονος καλλιτέχνης χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να διαθέτει αυτογνωσία, ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί τόσο τον εαυτό του όσο και το έργο του. Η αυτογνωσία δεν σημαίνει αυτολογοκρισία. Σημαίνει να γνωρίζεις τι κάνεις, γιατί το κάνεις και ποιες είναι οι συνέπειες των επιλογών σου.

Η τέχνη έχει γίνει ένα σύνθετο πεδίο, στο οποίο η εικόνα συχνά δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το περιεχόμενο ενός έργου. Χρειάζεται ο καλλιτέχνης να πλαισιώνει τη δουλειά του με κείμενα, αναφορές και ένα σαφές θεωρητικό υπόβαθρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να εξαντλεί κάθε πιθανή ερμηνεία.

Παράλληλα, η ταχύτητα των κοινωνικών δικτύων δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ένα έργο μπορεί να αποσπαστεί από το αρχικό του πλαίσιο και να κριθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η δημόσια συζήτηση συχνά προηγείται της ουσιαστικής θέασης.

Δεν θα έλεγα, λοιπόν, ότι όλοι οι καλλιτέχνες αυτολογοκρίνονται περισσότερο. Θα έλεγα ότι εργάζονται μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης έκθεσης και μεγαλύτερης πίεσης να εξηγούν ή να δικαιολογούν τις επιλογές τους. Το ζητούμενο είναι να μην αφήσουν αυτή την πίεση να υποκαταστήσει την εσωτερική τους αναγκαιότητα.

Αν η τέχνη έχει ιστορικά τον ρόλο να αμφισβητεί την εξουσία, τι συμβαίνει όταν η ίδια η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε μια νέα μορφή κοινωνικής συμμόρφωσης;

Τότε παύει να είναι ουσιαστική αμφισβήτηση. Μετατρέπεται σε μια αυτάρεσκη, ενίοτε ηδονιστική χειρονομία, η οποία καταλήγει να λειτουργεί ως διακόσμηση του ίδιου συστήματος που υποτίθεται ότι πολεμά.

Η αντισυμβατικότητα μπορεί εύκολα να γίνει μόδα, επαγγελματική ταυτότητα ή εμπορικό πλεονέκτημα. Όταν η ανατροπή μετατρέπεται σε αναμενόμενη συμπεριφορά, χάνει μεγάλο μέρος της δύναμής της. Μπορεί να παραμένει εντυπωσιακή, αλλά δεν είναι αναγκαστικά ανατρεπτική.

Το κρίσιμο ερώτημα για τον καλλιτέχνη είναι αν εξακολουθεί να διακινδυνεύει κάτι μέσα από το έργο του. Αν αμφισβητεί πραγματικά τις βεβαιότητές του ή αν απλώς επαναλαμβάνει μια καθιερωμένη γλώσσα αμφισβήτησης, επειδή αυτή είναι ήδη αποδεκτή από το περιβάλλον του.

Η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι μονίμως σκανδαλώδης. Χρειάζεται, όμως, να παραμένει πνευματικά ανήσυχη. Διαφορετικά, ακόμη και η επανάσταση μπορεί να καταλήξει ένα καλοστημένο προϊόν προς κατανάλωση.

Στα έργα σας συναντάμε αποσπάσματα από εφημερίδες, διαφημίσεις, πολιτικά σύμβολα και εικόνες της μαζικής κουλτούρας. Πόσο πιστεύετε ότι η εικόνα έχει αντικαταστήσει σήμερα την ουσία στον δημόσιο διάλογο;

Κάθε κοινωνία έχει, σε έναν βαθμό, τις εικόνες που της αξίζουν και το επίπεδο δημόσιου διαλόγου που της αναλογεί. Δεν θα έλεγα, ωστόσο, ότι η εικόνα είναι από τη φύση της επιφανειακή. Μια εικόνα μπορεί να εμπεριέχει τεράστια πυκνότητα νοημάτων, συμβόλων και πολιτισμικών αναφορών. Το ζήτημα είναι πώς τη χρησιμοποιούμε και πώς την κοιτάζουμε.

Δεν περάσαμε απλώς από τον λόγο στην εικόνα. Περάσαμε σε μια εποχή όπου η εικόνα συχνά καταναλώνεται χωρίς να προλαβαίνει να παραχθεί σκέψη γύρω από αυτήν. Η λογική του lifestyle, η επιδίωξη της εντύπωσης και η διαρκής ανάγκη για ορατότητα υποκαθιστούν συχνά την ουσιαστική συζήτηση.

Αυτό αφορά και την τέχνη. Υπάρχει μια ισχυρή τάση προς τον κομφορμισμό, την ευκολία και την πνευματική αποχαύνωση. Το έργο κινδυνεύει να γίνει ένα ευχάριστο αντικείμενο, σχεδιασμένο για να εντάσσεται αρμονικά σε έναν χώρο, αντί να διαταράσσει τις βεβαιότητες εκείνων που το παρατηρούν.

Με ενδιαφέρει να χρησιμοποιώ εικόνες από τον δημόσιο χώρο ακριβώς επειδή δεν είναι αθώες. Οι εφημερίδες, οι διαφημίσεις και τα πολιτικά σύμβολα αποτελούν κομμάτια της συλλογικής μας μνήμης. Όταν αποσπώνται από το αρχικό τους πλαίσιο και επανασυντίθενται, μπορούν να αποκαλύψουν πλευρές της πραγματικότητας που η καθημερινή τους χρήση αποκρύπτει.

Η εικόνα, επομένως, δεν είναι ο εχθρός της ουσίας. Η απουσία σκέψης είναι.

Η πολιτική επικοινωνία βασίζεται όλο και περισσότερο στην εικόνα και λιγότερο στον λόγο. Θεωρείτε ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τους πολίτες ή να διαμορφώσουν την εντύπωση που έχουν οι πολίτες γι’ αυτούς;

Νομίζω ότι η πολιτική επικοινωνία μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο από την επιχειρηματολογία στη διαχείριση της εντύπωσης. Οι νέες μορφές προπαγάνδας διαμορφώνονται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, το TikTok και τις πλατφόρμες που επιβραβεύουν την ταχύτητα, τη συναισθηματική φόρτιση και την αδιάκοπη αναπαραγωγή του περιεχομένου.

Ο πολιτικός δεν χρειάζεται πλέον να αναπτύξει ένα συνεκτικό επιχείρημα για να κατακτήσει την προσοχή. Αρκεί συχνά να προκαλέσει θόρυβο, να δημιουργήσει μια εικόνα που θα αναπαραχθεί ή να προσφέρει ένα σύντομο μήνυμα που θα λειτουργήσει ως σύνθημα. Η πολιτική μετατρέπεται έτσι σε ένα θέαμα διαρκούς παρουσίας.

Το πρόβλημα δεν είναι η χρήση των νέων μέσων καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική ουσία. Το να φαίνεσαι ικανός δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι ικανός· όπως και το να έχεις τον έλεγχο της εικόνας σου δεν σημαίνει ότι έχεις απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή καλύπτεται από έναν επικοινωνιακό θόρυβο. Η οικονομική ανέχεια και η αποξένωση μπορούν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μεγάλες κοινωνικές ανατροπές. Αυτές ενδέχεται να ξεκινήσουν ακόμη και μέσα από τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα που σήμερα χρησιμοποιούνται για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Το μέσο δεν καθορίζει από μόνο του το αποτέλεσμα· σημασία έχει ποιος το χρησιμοποιεί και για ποιον σκοπό.

Η προπαγάνδα υπήρξε πάντοτε εργαλείο εξουσίας. Σήμερα, όμως, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνητή νοημοσύνη, η χειραγώγηση γίνεται πολύ πιο σύνθετη. Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την κατασκευασμένη εικόνα της;

Φοβάμαι ότι η αλήθεια και το είδωλό της θα συγχέονται ολοένα περισσότερο. Ζούμε σε μια νέα δυστοπία, όπου οι ψευδαισθήσεις, η προπαγάνδα, τα τρολ και τα ψεύτικα προφίλ διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η ίδια η έννοια της πραγματικότητας γίνεται αντικείμενο αμφισβήτησης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι μπορούμε να εξαπατηθούμε από μια κατασκευασμένη εικόνα. Είναι ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας ακόμη και στις αυθεντικές εικόνες. Όταν τα πάντα μπορούν να παραχθούν, να αλλοιωθούν ή να αναπαραχθούν, η αμφιβολία γίνεται μόνιμη συνθήκη.

Η τεχνολογία προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την εξουσία εκείνων που μπορούν να ελέγχουν τη διανομή της πληροφορίας. Και η προπαγάνδα γίνεται ιδιαίτερα αποτελεσματική όταν δεν προσπαθεί απλώς να μας πείσει για ένα ψέμα, αλλά να μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.

Η κριτική σκέψη, η παιδεία και η καλλιέργεια της αμφιβολίας είναι ίσως τα σημαντικότερα αντίβαρα. Δεν μας προσφέρουν απόλυτη προστασία, αλλά μας επιτρέπουν να μην παραδινόμαστε αμαχητί στην πρώτη εικόνα που εμφανίζεται μπροστά μας.

Αν έπρεπε να δημιουργήσετε ένα έργο που να αποτυπώνει την πολιτική πραγματικότητα της σημερινής Ελλάδας, ποια πρόσωπα, ποια σύμβολα και ποιες αντιφάσεις θα επιλέγατε;

Θα έλεγα ότι τα έργα μου δημιουργούνται ήδη μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Αν τα παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι σχολιάζουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, έστω και με έναν έμμεσο τρόπο. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να εικονογραφήσω την επικαιρότητα όσο να αναδείξω τις αντιφάσεις που κρύβονται πίσω από αυτήν.

Η Ελλάδα είναι ένας τόπος όπου το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν συχνά με εκρηκτικό τρόπο. Η κλασική παράδοση, η πολιτική ιστορία, οι σύγχρονες κοινωνικές συμπεριφορές και η μαζική κουλτούρα συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο εικαστικής έρευνας.

Ακόμη και οι τίτλοι των έργων μου επιχειρούν να συνδέσουν τη μεγάλη κλασική παράδοση με το σήμερα. Με ενδιαφέρει αυτή η συνάντηση όχι ως νοσταλγία για ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά ως τρόπος να εξετάσουμε τι έχει απομείνει από τις ιδέες που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό μας.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ζωγραφίσω ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο για να μιλήσω για την πολιτική. Μερικές φορές, μια εικόνα, ένα σύμβολο ή ένας τίτλος μπορεί να αποκαλύψει πολύ περισσότερα για μια κοινωνία από ένα ευθύγραμμο πορτρέτο της εξουσίας.

Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την πολιτική και την κοινωνία ή τελικά απευθύνεται σε ένα περιορισμένο κοινό που έχει ήδη διαμορφώσει τις απόψεις του;

Ασφαλώς και μπορεί να επηρεάσει. Ένα έργο τέχνης μπορεί να έχει μια ριζοσπαστική δύναμη που υπερβαίνει τα όρια του ίδιου του καλλιτεχνικού πεδίου. Αρκεί να σκεφτούμε πόσες κινηματογραφικές ταινίες και πόσα ντοκιμαντέρ αποκάλυψαν αλήθειες που οι πολιτικοί και οι θεσμοί θα προτιμούσαν να παραμείνουν κρυφές.

Η τέχνη δεν χρειάζεται πάντοτε να διατυπώνει μια άμεση πολιτική θέση για να λειτουργήσει πολιτικά. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε έναν άνθρωπο, ένα γεγονός ή μια κοινωνική ομάδα. Και αυτή η αλλαγή της οπτικής μας είναι ήδη μια μορφή παρέμβασης.

Θα θυμίσω τον Caravaggio, ο οποίος χρησιμοποίησε ανθρώπους του δρόμου ως πρότυπα για τις θρησκευτικές του συνθέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, έφερε το θείο δράμα σε μια απρόσμενα ανθρώπινη και σωματική διάσταση, ανατρέποντας τις συμβάσεις της εποχής του. Το ιερό δεν εμφανιζόταν πλέον αποκομμένο από την καθημερινότητα, αλλά μέσα από σώματα και πρόσωπα που ο θεατής μπορούσε να αναγνωρίσει.

Αυτή είναι, για μένα, μία από τις μεγάλες δυνατότητες της τέχνης: να αλλάζει το φως μέσα στο οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Δεν χρειάζεται να μετατρέψει κάθε θεατή σε πολιτικό ακτιβιστή. Αρκεί να του προσφέρει μια νέα οπτική, η οποία μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επίμονη από ένα σύνθημα.

Στην έκθεσή σας υπάρχει έντονη αναφορά στη ρευστότητα των ταυτοτήτων και στην αμφισβήτηση των παραδοσιακών κοινωνικών ρόλων. Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία να είναι ο εαυτός του ή ότι δυσκολεύεται περισσότερο να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;

Η ελευθερία συνδέεται περισσότερο με τη δυσκολία και το βάθος παρά με την ελαφρότητα. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αναμφίβολα πιο ελεύθερος από πολλές προκαταλήψεις και στερεότυπα του παρελθόντος. Έχει περισσότερες δυνατότητες να αμφισβητήσει τους παραδοσιακούς ρόλους και να διαμορφώσει την ταυτότητά του με μεγαλύτερη αυτονομία.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η αυτογνωσία γίνεται ευκολότερη. Αντιθέτως, όσο διευρύνονται οι δυνατότητες επιλογής, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ευθύνη να αποφασίσουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε. Η ελευθερία δεν είναι απλώς η δυνατότητα να επιλέγεις ανάμεσα σε πολλές εκδοχές του εαυτού σου. Είναι και η ικανότητα να κατανοείς τις επιλογές σου.

Για να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, πρέπει να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, τι επιθυμούμε και ποιες ανάγκες μας είναι αυθεντικές. Αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, εσωτερική εργασία και συχνά την αποδοχή πλευρών του εαυτού μας που δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικές.

Νομίζω ότι η διάθεση για αυτογνωσία υπάρχει, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι οι σημερινές συνθήκες την ευνοούν. Ζούμε σε μια εποχή που απαιτεί διαρκή παρουσία, άμεση ανταπόκριση και αδιάκοπη παραγωγή εικόνων. Η αυτογνωσία, αντίθετα, χρειάζεται σιωπή, χρόνο και τη δυνατότητα να μείνεις για λίγο μόνος με τον εαυτό σου.

Ζούμε σε μια εποχή που προβάλλει διαρκώς τη διαφορετικότητα, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να δυσκολεύεται να αποδεχθεί τη διαφορετική άποψη. Πώς εξηγείτε αυτή την αντίφαση;

Η διαφορετικότητα περιλαμβάνει ασφαλώς και τη διαφορετική άποψη. Το πρόβλημα είναι ότι ζούμε σε μια εποχή συγκεχυμένων, συχνά αντικρουόμενων τάσεων, οι οποίες συνυπάρχουν χωρίς απαραίτητα να οδηγούν σε ουσιαστικό διάλογο.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει μια αυξανόμενη απαίτηση για συμπερίληψη και αναγνώριση της ετερότητας. Από την άλλη, εμφανίζονται νέοι σοβινισμοί και εθνικισμοί, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται ως υπεράσπιση μιας καλύτερης ή ασφαλέστερης κοινωνίας.

Η αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η αποδοχή της διαφορετικότητας γίνεται μερικές φορές επιλεκτική. Είμαστε πρόθυμοι να αποδεχθούμε τον άλλον όσο δεν αμφισβητεί τις δικές μας βεβαιότητες. Μόλις το κάνει, η ανεκτικότητα δοκιμάζεται.

Η ουσιαστική συμπερίληψη δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική αναγνώριση της διαφορετικότητας. Προϋποθέτει την αποδοχή ότι η κοινωνία είναι ένας χώρος σύγκρουσης ιδεών και όχι ένα σύστημα στο οποίο όλοι οφείλουν να συμφωνούν.

Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν ακούμε απόψεις με τις οποίες συμφωνούμε. Δοκιμάζεται όταν καλούμαστε να συνυπάρξουμε με εκείνες που μας ενοχλούν, χωρίς να εγκαταλείπουμε την κριτική μας ικανότητα.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς επιτρέπουν να κατασκευάζουμε καθημερινά μια εικόνα του εαυτού μας. Πιστεύετε ότι έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε ακόμη και την προσωπική μας ταυτότητα ως ένα είδος κολάζ;

Ναι, αλλά ένα κολάζ μπορεί να είναι απολύτως έντιμο και ειλικρινές. Η αποσπασματικότητα δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την απάτη. Το ζήτημα είναι ποια κομμάτια επιλέγουμε να συνθέσουμε και τι προσπαθούμε να αποκρύψουμε.

Στα κοινωνικά δίκτυα, ο άνθρωπος συχνά εξωραΐζει τον εαυτό του, τον φτιασιδώνει και παρουσιάζει μια επιμελημένη εκδοχή της ζωής του, από την οποία απουσιάζουν οι αδυναμίες, οι αποτυχίες και οι λιγότερο ελκυστικές πλευρές της καθημερινότητας. Δημιουργείται έτσι ένα ιδεατό εγώ, μια εικόνα που προορίζεται να καταναλωθεί από τους άλλους και να επιστρέψει στον δημιουργό της ως επιβεβαίωση.

Ωστόσο, δεν λειτουργούν όλοι με αυτόν τον τρόπο. Πολλοί καλλιτέχνες, όπως κι εγώ, χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυρίως για να προβάλλουμε το εικαστικό μας έργο και όχι για να εκθέτουμε την προσωπική μας ζωή σαν να παρακολουθεί κανείς από μια κλειδαρότρυπα.

Με ενδιαφέρει περισσότερο η δημόσια παρουσία του έργου παρά η διαρκής έκθεση του ιδιωτικού βίου. Δεν θεωρώ ότι η προσωπική ταυτότητα χρειάζεται να γίνει ένα θέαμα για να αποκτήσει αξία. Υπάρχουν πράγματα που κερδίζουν από την έκθεσή τους και άλλα που προστατεύονται από τη σιωπή.

Στα έργα σας οι εικόνες αποσυντίθενται και επανασυντίθενται, αποκτώντας νέες σημασίες. Θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να λειτουργήσει ως μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει σήμερα και η ανθρώπινη ταυτότητα;

Ασφαλώς. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι πρόκειται για μια διαδικασία που αφορά όχι μόνο τη σύγχρονη ταυτότητα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ο άνθρωπος και η φύση γενικότερα.

Ζούμε μέσα σε μια διαρκή εναλλαγή συστολής και διαστολής, αποσύνθεσης και ανασύνθεσης. Το χάος διαδέχεται την τάξη και η τάξη, με τη σειρά της, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα νέο χάος. Τίποτε δεν παραμένει απολύτως σταθερό.

Στο κολάζ, μια εικόνα αποσπάται από το αρχικό της περιβάλλον και αποκτά μια νέα σημασία μέσα από τη συνάντησή της με άλλες εικόνες. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την ταυτότητα: διαμορφώνεται μέσα από εμπειρίες, μνήμες, σχέσεις και συγκρούσεις, χωρίς να παραμένει ποτέ εντελώς αμετάβλητη.

Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι ένα ολοκληρωμένο αντικείμενο που απλώς αποκαλύπτει σταδιακά τον εαυτό του. Είναι και μια διαρκής διαδικασία κατασκευής και ανακατασκευής. Η ταυτότητα έχει μνήμη, αλλά έχει επίσης τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Και ίσως αυτή η ανοιχτή, ασταθής συνθήκη να είναι μία από τις βαθύτερες πηγές της δημιουργικότητας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να δημιουργήσει μέσα σε δευτερόλεπτα εικόνες που παλαιότερα απαιτούσαν ώρες ή ημέρες καλλιτεχνικής εργασίας. Πιστεύετε ότι αυτό απειλεί τη δημιουργικότητα ή ότι μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει πραγματική τέχνη;

Προσωπικά, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να επαναπροσδιορίσω τη δική μου αντίληψη για την τέχνη εξαιτίας κάθε νέας τεχνολογικής μετατόπισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμώ την τεχνολογία ή ότι αγνοώ τις δυνατότητές της. Απλώς το έργο μου αποτελεί μια οργανική προέκταση του εαυτού μου: είναι χειροποίητο, βιωματικό και υπογεγραμμένο.

Για μένα, η δημιουργία δεν εξαντλείται στο οπτικό αποτέλεσμα. Η διαδικασία που προηγείται της εικόνας, οι συνειδητές και ασυνείδητες διεργασίες, οι εμπειρίες, οι εμμονές και οι εσωτερικές συγκρούσεις του δημιουργού αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του έργου.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει εικόνες εντυπωσιακής αισθητικής, να ανασυνθέτει μορφές και να μιμείται ύφη. Δεν θεωρώ, όμως, ότι η μίμηση ισοδυναμεί αυτομάτως με την πρωτοτυπία ή ότι η παραγωγή μιας εικόνας ταυτίζεται με τη δημιουργία ενός έργου τέχνης.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο γρήγορα παράγεται μια εικόνα, αλλά τι ακριβώς εκφράζει και ποια αναγκαιότητα την έχει γεννήσει. Η ταχύτητα δεν αποτελεί από μόνη της καλλιτεχνική αρετή. Και η τεχνολογική πολυπλοκότητα δεν εγγυάται το βάθος.

Δεν θα επιχειρούσα να προβλέψω όλες τις μελλοντικές δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι η δική μου καλλιτεχνική πρακτική παραμένει συνδεδεμένη με τη χειρωνακτική εργασία, την προσωπική εμπειρία και την ανάγκη να μετατρέψω κάτι εσωτερικό σε υλική μορφή. Αυτός είναι ο δικός μου δρόμος, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις της τεχνολογίας.

Αν μια μηχανή μπορεί να δημιουργήσει ένα αισθητικά εντυπωσιακό έργο, αλλά δεν έχει βιώματα, μνήμη ή συναισθήματα, μπορούμε να μιλάμε για καλλιτεχνική δημιουργία με την ίδια έννοια;

Ένα αισθητικά ωραίο έργο μπορεί να είναι διακοσμητικό και, ταυτόχρονα, ανούσιο. Η αισθητική αρτιότητα δεν εγγυάται το βάθος ούτε η εντυπωσιακή μορφή συνεπάγεται ουσιαστικό περιεχόμενο.

Για τη δική μου κοσμοθεωρία, ένα πραγματικό έργο τέχνης οφείλει να διαθέτει περιεχόμενο και να συνομιλεί με βαθιά υπαρξιακά ζητήματα. Να μιλά για τη ζωή, τον άνθρωπο, τη φθορά, τον θάνατο, την επιθυμία και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Κυρίως, να έχει κάτι καινούργιο να μας δείξει, να ανοίγει ένα παράθυρο που προηγουμένως δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε.

Ένα μεγάλο έργο τέχνης συνθέτει τις ιδέες με τα χρώματα, τις μορφές και τις υλικές του ποιότητες. Δεν είναι απλώς ένα όμορφο αποτέλεσμα, αλλά μια σύνθετη πρόταση για τον κόσμο. Η μορφή και το περιεχόμενο δεν λειτουργούν ανεξάρτητα· αλληλοκαθορίζονται.

Δεν θα έλεγα ότι το ερώτημα έχει μια οριστική απάντηση για όλες τις μορφές τέχνης. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι η δυνατότητα μιας μηχανής να παράγει μια πειστική εικόνα αρκεί για να εξομοιώσει τη διαδικασία της με την ανθρώπινη δημιουργία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ. Για μένα, η τέχνη συνδέεται βαθιά με τη βιωμένη εμπειρία και την ανάγκη να δοθεί μορφή σε κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί διαφορετικά.

Στη δική σας δουλειά η ανθρώπινη παρέμβαση είναι ιδιαίτερα εμφανής, μέσα από το κολάζ, τις στρώσεις χρώματος και την αποδόμηση των εικόνων. Θεωρείτε ότι στο μέλλον η ανθρώπινη ατέλεια θα αποκτήσει μεγαλύτερη αξία απέναντι στην τεχνολογική τελειότητα;

Οι καλλιτέχνες ασχολούμαστε συχνά με τις ατέλειες. Προσπαθούμε να τις οικειοποιηθούμε, να τις αποτυπώσουμε και να ανακαλύψουμε μέσα τους μια διαφορετική μορφή ομορφιάς. Αυτό που σε ένα τεχνικό σύστημα θεωρείται σφάλμα μπορεί, μέσα σε ένα έργο τέχνης, να αποκτήσει εκφραστική δύναμη.

Η ανθρώπινη ατέλεια δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Μπορεί να αποκαλύπτει τη φθορά, την αβεβαιότητα και την ευθραυστότητα της ύπαρξης. Μια ακανόνιστη γραμμή, μια ασυνέχεια ή μια επιφάνεια που διατηρεί τα ίχνη της χειρονομίας του δημιουργού μπορούν να μεταφέρουν μια αίσθηση παρουσίας που δεν εξαντλείται στην οπτική τελειότητα.

Ζούμε, άλλωστε, σε μια κατεξοχήν αντιφατική εποχή. Από τη μία πλευρά, διαθέτουμε δεκάδες σχολές ψυχοθεραπείας και ένα τεράστιο λεξιλόγιο αυτογνωσίας. Από την άλλη, ο άνθρωπος μπορεί να περνά ώρες στα κοινωνικά δίκτυα, παρακολουθώντας από μια ψηφιακή κλειδαρότρυπα τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους.

Η τεχνολογική τελειότητα δεν καταργεί την ανάγκη μας για ανθρώπινη επαφή. Ίσως, αντιθέτως, να την καθιστά πιο επιτακτική. Δεν γνωρίζω αν η ατέλεια θα αποκτήσει μεγαλύτερη εμπορική ή κοινωνική αξία στο μέλλον. Πιστεύω, όμως, ότι θα εξακολουθήσει να έχει ουσιαστική καλλιτεχνική σημασία, ακριβώς επειδή μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα άψογο, προγραμματισμένο σύστημα.

Έχοντας σπουδάσει Οικονομικά, πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την εμπορική αξία ενός έργου; Μπορεί ένα έργο να είναι εξαιρετικά σημαντικό καλλιτεχνικά και ταυτόχρονα να μην έχει αναγνωριστεί από την αγορά;

Ασφαλώς. Δεν υπάρχει μια ευθύγραμμη σχέση ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την εμπορική αξία ενός έργου. Η εμπορική αξία κατασκευάζεται κοινωνικά και επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων που δεν σχετίζονται αναγκαστικά με την ποιότητα ή τη σημασία του έργου: τους θεσμούς, τις γκαλερί, τους συλλέκτες, την προβολή, τις τάσεις και τις εκάστοτε ισορροπίες ισχύος.

Από την άλλη πλευρά, και η καλλιτεχνική αξία υπόκειται σε διαδικασίες ερμηνείας και ιστορικής αξιολόγησης. Δεν είναι ένα μέγεθος που μπορεί να μετρηθεί με απόλυτη αντικειμενικότητα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κρίσεις είναι ισοδύναμες ή ότι η αξία ενός έργου ταυτίζεται με την προσωπική προτίμηση του καθενός.

Η αγορά δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που αναγνωρίζει πάντοτε το σημαντικότερο έργο. Λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές δομές, στις οποίες ορισμένοι έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζουν τι θα προβληθεί, τι θα αγοραστεί και τι θα θεωρηθεί σημαντικό.

Αν προσεγγίσουμε το ζήτημα μέσα από την κριτική θεωρία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης, μπορούμε να εξετάσουμε τη σχέση της πολιτισμικής παραγωγής με τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις εξουσίας. Η ιστορία της τέχνης δεν γράφεται σε κοινωνικό κενό. Η αναγνώριση ενός δημιουργού εξαρτάται και από το ποιοι θεσμοί διαθέτουν την ισχύ να διαμορφώνουν την πολιτισμική μνήμη.

Ένα έργο μπορεί, λοιπόν, να προηγείται της εποχής του και να αναγνωριστεί πολύ αργότερα. Η απουσία εμπορικής επιτυχίας δεν αποδεικνύει την καλλιτεχνική αποτυχία, όπως και η υψηλή τιμή δεν αποτελεί πιστοποιητικό καλλιτεχνικής σπουδαιότητας.

Τα τελευταία χρόνια η τέχνη αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο και ως επενδυτικό προϊόν. Πιστεύετε ότι αυτή η εξέλιξη ενισχύει τους δημιουργούς ή ότι κινδυνεύει να μετατρέψει την καλλιτεχνική έκφραση σε αντικείμενο οικονομικής κερδοσκοπίας;

Η εμπορευματοποίηση της τέχνης, όταν γίνεται κυρίαρχη λογική, δεν βοηθά ουσιαστικά κανένα στάδιο της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Απομακρύνει τον δημιουργό από το νόημα της εργασίας του και τον ωθεί να αντιμετωπίζει το έργο ως προϊόν που πρέπει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μιας αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομική διάσταση της τέχνης είναι από μόνη της προβληματική. Ο καλλιτέχνης χρειάζεται να ζήσει από τη δουλειά του και η αγορά μπορεί να προσφέρει πόρους, ανεξαρτησία και τη δυνατότητα να συνεχίσει να δημιουργεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το οικονομικό κριτήριο μετατρέπεται στο μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης.

Τότε το έργο κινδυνεύει να γίνει μια καλοσχεδιασμένη κατασκευή, εύκολα αναγνωρίσιμη και ευχάριστη στην κατανάλωση, η οποία δεν θέτει δύσκολα ερωτήματα και δεν διακινδυνεύει τίποτα. Μια γλυκανάλατη εικόνα που ομορφαίνει τα σαλόνια των επιχειρηματιών μπορεί να έχει τη θέση της στη διακόσμηση, αλλά δεν είναι αυτό που προσωπικά αναζητώ στην τέχνη.

Με ενδιαφέρει μια τέχνη σκεπτόμενη, αληθινή και ανθρώπινη. Μια τέχνη που δεν φοβάται την πολυπλοκότητα και δεν προσπαθεί να ικανοποιήσει τους πάντες.

Η αγορά μπορεί να στηρίξει την τέχνη, αλλά δεν πρέπει να την υποκαταστήσει. Όταν ο καλλιτέχνης αρχίζει να δημιουργεί αποκλειστικά με γνώμονα το τι θα πουλήσει, κινδυνεύει να χάσει ακριβώς εκείνο το στοιχείο που καθιστά το έργο του αναγκαίο: την εσωτερική του ελευθερία.

Πόσο ελεύθερος μπορεί να παραμείνει ένας καλλιτέχνης όταν γνωρίζει ότι το έργο του πρέπει να είναι και εμπορικά επιτυχημένο;

Τίποτα δεν «πρέπει» εκ των προτέρων. Ο καλλιτέχνης δεν οφείλει να παράγει έργα που θα ικανοποιούν τις προσδοκίες της αγοράς, των θεσμών ή του κοινού. Οφείλει πρωτίστως να είναι έντιμος με τον εαυτό του και να αγαπά το έργο του. Και προϋπόθεση αυτής της σχέσης είναι η αυτογνωσία.

Αν δεν γνωρίζεις ποιος είσαι και τι πραγματικά επιδιώκεις, είναι εύκολο να παρασυρθείς από τις προσδοκίες των άλλων. Η εμπορική επιτυχία μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί τον λόγο για τον οποίο δημιουργείς.

Ο Sartre έλεγε ότι «η κόλαση είναι οι άλλοι». Θα πρόσθετα ότι και ο παράδεισος είναι οι άλλοι. Οι άλλοι μπορούν να σε περιορίσουν, να σε κρίνουν και να σε εγκλωβίσουν στις προσδοκίες τους, αλλά μπορούν επίσης να αναγνωρίσουν το έργο σου, να το κατανοήσουν και να του δώσουν μια ζωή πέρα από τις δικές σου προθέσεις.

Η ελευθερία του καλλιτέχνη δεν σημαίνει ότι ζει έξω από την κοινωνία ή ότι δεν χρειάζεται την αναγνώριση. Σημαίνει ότι διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει ο ίδιος ποια σχέση θέλει να έχει με αυτήν. Να δέχεται την επικοινωνία, χωρίς να υποτάσσει τη δημιουργία του στην ανάγκη της αποδοχής.

Πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία διαθέτει πραγματική παιδεία γύρω από τη σύγχρονη τέχνη ή εξακολουθούμε να την αντιμετωπίζουμε περισσότερο ως ένδειξη κοινωνικού κύρους;

Νομίζω ότι υπάρχει ένα σημαντικό έλλειμμα παιδείας γύρω από τις εικαστικές τέχνες και ιδιαίτερα γύρω από τη σύγχρονη τέχνη. Ένα μέρος του κοινού εξακολουθεί να προσεγγίζει το έργο ως ένδειξη πλούτου, κοινωνικής θέσης ή πολιτισμικού κύρους, χωρίς να ενδιαφέρεται απαραίτητα για το περιεχόμενό του.

Ζούμε σε μια εποχή φετιχισμού των αντικειμένων. Οι άνθρωποι αποδίδουν στα αντικείμενα που τους περιβάλλουν συμβολικές και σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Το έργο τέχνης μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος κοινωνικού διαπιστευτηρίου, σε κάτι που επιβεβαιώνει την οικονομική ή πολιτισμική θέση του ιδιοκτήτη του.

Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά εδώ το έλλειμμα ουσιαστικής εξοικείωσης με τις εικαστικές τέχνες γίνεται συχνά ιδιαίτερα αισθητό. Η σύγχρονη τέχνη απαιτεί χρόνο, διάθεση για παρατήρηση και μια στοιχειώδη γνώση του ιστορικού και θεωρητικού της πλαισίου. Δεν αρκεί να αποφασίσεις αν κάτι σου αρέσει ή δεν σου αρέσει με την πρώτη ματιά.

Χρειάζεται να μάθεις να κοιτάζεις, να αναρωτιέσαι και να αναζητάς το περιεχόμενο πίσω από τη μορφή. Η παιδεία γύρω από την τέχνη δεν είναι πολυτέλεια ούτε κοινωνικό αξεσουάρ. Είναι ένας τρόπος να διευρύνουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο και να καλλιεργήσουμε την κριτική μας σκέψη.

Τα έργα σας μοιάζουν να ισορροπούν ανάμεσα στο χάος και στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένα νέο νόημα. Εσείς ως άνθρωπος αισθάνεστε περισσότερο δημιουργικός μέσα στην αβεβαιότητα ή χρειάζεστε την τάξη για να λειτουργήσετε;

Χρειάζομαι και τα δύο, αν και τα τελευταία χρόνια αισθάνομαι ότι έχω μεγαλύτερη ανάγκη την τάξη. Ίσως επειδή έχω ήδη βιώσει, στα νεότερα χρόνια μου, ένα πολυδιάστατο χάος, το οποίο μου έδωσε αρκετό υλικό για να επεξεργαστώ.

Το χάος είναι δημιουργικό όταν μπορεί να ανοίξει νέες δυνατότητες και να ανατρέψει παγιωμένες αντιλήψεις. Αν, όμως, παραμένει ανεπεξέργαστο, κινδυνεύει να γίνει απλώς θόρυβος. Η τάξη, από την άλλη, δεν είναι απαραίτητα περιορισμός. Μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για να οργανωθεί η εμπειρία και να αποκτήσει μορφή.

Στην τέχνη με ενδιαφέρει αυτή η μετάβαση: πώς κάτι αποσπασματικό και φαινομενικά ασύνδετο μπορεί να μετατραπεί σε μια σύνθεση που δημιουργεί νέο νόημα. Ίσως η ωριμότητα να συνίσταται ακριβώς στην ικανότητα να αντέχεις το χάος χωρίς να χάνεις την ανάγκη σου για δομή.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αντίφαση που αναγνωρίζετε στον εαυτό σας;

Ότι δεν έχω αντιφάσεις.

Ή, τουλάχιστον, ότι έχω καταφέρει να τις συμφιλιώσω τόσο καλά, ώστε να μην τις αναγνωρίζω πλέον ως τέτοιες. Άλλωστε, η βεβαιότητα ότι δεν αντιφάσκεις μπορεί να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση όλων.

Υπάρχει κάτι που πιστεύατε με απόλυτη βεβαιότητα όταν ήσασταν νεότερος και σήμερα το αμφισβητείτε;

Ότι είμαι πολύ ξεχωριστός και ότι διαθέτω μαντικές ικανότητες.

Με τα χρόνια μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις με μεγαλύτερη επιφύλαξη τις βεβαιότητές σου, ακόμη κι εκείνες που κάποτε έμοιαζαν αδιαπραγμάτευτες. Και κοιτάζεις  τον νεότερο εαυτό σου με μια δόση ειρωνείας, χωρίς να τον αποκηρύσσεις εντελώς.

Πόσο σημαντικό είναι για έναν καλλιτέχνη να παραμένει αντισυμβατικός; Και μήπως κάποια στιγμή ακόμη και η αντισυμβατικότητα κινδυνεύει να γίνει μια νέα μορφή συμβατικότητας;

Ο καλλιτέχνης πρέπει να γνωρίζει με τι, πότε και με ποιον χρειάζεται να συγκρουστεί, προκειμένου να διατηρήσει το όραμά του διαυγές και καθαρό. Δεν πιστεύω στην αντισυμβατικότητα ως αυτοσκοπό. Η διαρκής πρόκληση, όταν δεν υπηρετεί μια ουσιαστική ιδέα, μπορεί να γίνει εξίσου προβλέψιμη με τον κομφορμισμό που υποτίθεται ότι πολεμά.

Αναφέρομαι κυρίως στη σφαίρα των ιδεών. Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι απαραίτητα θεαματική ούτε χρειάζεται να συνοδεύεται από θόρυβο. Μπορεί να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο επιλέγεις να δουλέψεις, στις αναφορές που χρησιμοποιείς, στις βεβαιότητες που αμφισβητείς και στις απαντήσεις που αρνείσαι να δώσεις.

Ο καλλιτέχνης, επίσης, χρειάζεται να μπορεί να μπαίνει και να βγαίνει από την κοινωνία. Να συμμετέχει, να παρατηρεί και να συνομιλεί με την εποχή του, χωρίς να εγκλωβίζεται πλήρως στις επιταγές της. Η απόσταση είναι χρήσιμη, αλλά και η συμμετοχή είναι αναγκαία.

Η αντισυμβατικότητα έχει αξία όταν προκύπτει από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Όταν γίνεται επαγγελματικό προφίλ ή επαναλαμβανόμενη χειρονομία, χάνει την ελευθερία της. Το ζητούμενο δεν είναι να είσαι διαρκώς απέναντι σε κάτι, αλλά να γνωρίζεις γιατί επιλέγεις να σταθείς απέναντί του.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο προσωπικό κόστος που μπορεί να έχει η επιλογή να ακολουθήσει κανείς τον δικό του δημιουργικό δρόμο;

Το μεγαλύτερο κόστος είναι να μη νιώθει ψυχικά πλήρης και να μην είναι έντιμος με τον εαυτό του. Να καταλήξει να ζει μια ζωή που δεν τον εκφράζει, επειδή προσπάθησε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων ή να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον που δεν του ταιριάζει.

Βέβαια, η επιλογή ενός προσωπικού δημιουργικού δρόμου δεν συνεπάγεται απαραίτητα οικονομική αποτυχία. Μπορεί να αποδειχθεί και εμπορικά καρποφόρα. Αλλά αυτό δεν είναι το ουσιαστικό κριτήριο.

Η πραγματική δυσκολία είναι να διατηρήσεις τη σχέση με τον εαυτό σου μέσα σε μια διαδρομή που συχνά χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, μοναξιά και αμφισβήτηση. Να μπορείς να συνεχίζεις να δημιουργείς χωρίς να προδίδεις αυτό που θεωρείς σημαντικό, ακόμη κι όταν η εξωτερική αναγνώριση αργεί ή δεν έρχεται ποτέ.

Για μένα, η ελευθερία του δημιουργικού δρόμου δεν βρίσκεται στην απουσία δυσκολιών, αλλά στη δυνατότητα να αναλαμβάνεις το κόστος των επιλογών σου χωρίς να χάνεις τον εσωτερικό σου προσανατολισμό.

Υπάρχει κάποιο έργο σας που θεωρείτε ιδιαίτερα προσωπικό, αλλά το κοινό ενδεχομένως να μην έχει αντιληφθεί τι πραγματικά κρύβεται πίσω του;

Υπάρχει ένα έργο με σαφές θεολογικό υπόβαθρο, το οποίο δεν έχω εκθέσει ακόμη. Για τους λόγους που προανέφερα, δεν αισθάνομαι ότι έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή να το παρουσιάσω στο κοινό.

Υπάρχουν έργα που χρειάζονται τον δικό τους χρόνο, τόσο για να ολοκληρωθούν όσο και για να βρουν τη θέση τους μέσα στη συνολική πορεία του δημιουργού. Δεν είναι απαραίτητο κάθε έργο να εκτεθεί αμέσως ούτε κάθε προσωπική αναφορά να εξηγηθεί δημόσια.

Κάποιες φορές, η σιωπή αποτελεί μέρος της ίδιας της σχέσης μας με το έργο. Και ίσως ορισμένα πράγματα να χρειάζεται πρώτα να κατασταλάξουν μέσα μας, προτού αποκτήσουν μια δημόσια μορφή.

Ποια ανθρώπινη συμπεριφορά σάς προβληματίζει περισσότερο στη σημερινή εποχή;

Η ελαφρότητα με την οποία ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τις μεγάλες προκλήσεις της ζωής.

Με προβληματίζει η ευκολία με την οποία προσπερνάμε ζητήματα που απαιτούν σκέψη, ευθύνη και ουσιαστική εμπλοκή. Σαν να έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε ακόμη και τις πιο σοβαρές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης με την ίδια ταχύτητα που καταναλώνουμε μια εικόνα στην οθόνη μας.

Η ζωή, όμως, δεν είναι ένα διαρκές θέαμα ούτε η ανθρώπινη εμπειρία μπορεί να εξαντληθεί σε μια σειρά από εντυπώσεις. Χρειάζεται να μπορούμε να σταθούμε απέναντι στα δύσκολα ερωτήματα, να αντέξουμε την αβεβαιότητα και να αναγνωρίσουμε τη σοβαρότητα της ευθύνης που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να μην είναι η έλλειψη πληροφορίας ή εικόνων, αλλά η έλλειψη βάθους. Και η τέχνη, όταν παραμένει πιστή στον εαυτό της, μπορεί να μας υπενθυμίσει ακριβώς αυτό: ότι υπάρχουν πράγματα που δεν προσφέρονται για εύκολη κατανάλωση, αλλά απαιτούν χρόνο, σκέψη και συμμετοχή.

Σχετικά άρθρα