Sylvia Plath | Ο ‘άγγελος-εκδικητής’ του φεμινισμού που αυτοκτόνησε με τραγικό τρόπο στοιχειώνοντας τη ζωή του συζύγου της
59 χρόνια πριν, στις 11 Φεβρουαρίου του 1963, η ποιήτρια που βασανίστηκε από τις διακυμάνσεις στην ψυχής της, έδωσε τέλος στη ζωή της. Με τον θάνατό της, όχι μόνο στοίχειωσε τη ζωή του άπιστου συζύγου της αλλά και σφράγισε την εποχή της.
“Ένα συντριβάνι αίματος είναι η ποίηση. Δεν μπορείς να το σταματήσεις”, είχε προφητεύσει κάποτε μια εξαίρετη ποιήτρια. Μια αυτόχειρας που ξεχείλιζε οργή για τους ψεύτικους εαυτούς με τους οποίους έζησε, για την έμπνευση που στρίμωχνε ανάμεσα σε νοικοκυριό και δύο παιδιά, αλλά και για τους άνδρες της ζωής της. Τον πατέρα της που έχασε στα οκτώ της χρόνια και τον άνδρα της, τον ποιητή Ted Hughes.
Η ποίηση της Sylvia Plath διαμόρφωσε τον 20ό αιώνα, αν και δεν άφησε πολλά έργα πίσω της. Τα γεμάτα συναίσθημα αλλά απλά λόγια της συχνά δημιουργούσαν ζοφερές εικόνες, καθώς αναφέρθηκε γενναία στους δικούς της αγώνες με την ψυχική υγεία. Η ποιητική συλλογή Ariel, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό της το 1965, έχει πολλές αναφορές για περιστάσεις στη ζωή της που την απογοήτευσαν. Τελικά, την οδήγησαν στην αυτοκτονία. Τρία ποιήματα της συλλογής ξεχωρίζουν σχετικά με το θέμα της ψυχικής υγείας: «Lady Lazarus», «Cut» και «Daddy». Έντονα συναισθήματα αντηχούν σε κάθε στίχο αυτών των ποιημάτων. Η δύναμή της στη γραφή και οι εξαίρετες επιδόσεις της στις σπουδές και τα λογοτεχνικά βραβεία που απέσπασε, είναι αντιφατικά με τον εύθραστο χαρακτήρα της.
Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από όλα αυτά “κρύβονται” πολλά ηλεκτροσόκ, ένας νευρικός κλονισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας όπως μάλιστα περιγράφεται και στο μυθιστόρημά της “The Bell Jar” το οποίο δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Victoria Lucas;
Tα πρώτα χρόνια & η ποίηση
Η Plath γεννήθηκε το 1932 στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, αφού ο πατέρας της, καθηγητής κολλεγίου Otto Plath, μετανάστευσε στην Αμερική από τη Γερμανία με τη μητέρα της. Είχε μια πολύ ταραχώδη σχέση με τον πατέρα της, αφήνοντάς της πολλά άλυτα συναισθήματα όταν πέθανε το 1940. Τότε, κρατούσε ημερολόγιο και ξεκίνησε να εκφράζει τα συναισθήματά της με τη μορφή γραφής. Το 1950, πήρε υποτροφία στο Smith College, ένα ιδιωτικό κολέγιο φιλελεύθερων τεχνών για γυναίκες.
Ενώ ήταν στο πανεπιστήμιο το 1953, άρχισε να εργάζεται ως εξωτερική συντάκτρια στο Mademoiselle στη Νέα Υόρκη. Την ίδια χρονιά έκανε την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Έπρεπε να κάνει μια παύση στις σπουδές της και πήγε στο νοσοκομείο McLean για να αναρρώσει. Οι κριτικοί υποτηρίζουν ότι ο χρόνος της στην ψυχιατρική περίθαλψη ήταν η έμπνευση πίσω από το μοναδικό της μυθιστόρημα, The Bell Jar.
Μετά από δύο χρόνια εσωτερικής θεραπείας, ολοκλήρωσε το πτυχίο της και έλαβε υποτροφία Fulbright για σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ στη Μεγάλη Βρετανία. Δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει και δημοσίευε συνεχώς την ποίησή της στη φοιτητική εφημερίδα “Varsity” κατά τη διάρκεια των σπουδών της. Τον Φεβρουάριο του 1956, ένα χρόνο μετά τη μετακόμισή της στην Αγγλία, γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο, τον συνάδελφο ποιητή Ted Hughes. Ερωτεύτηκαν αρκετά γρήγορα και με πάθος. Δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι παντρεύτηκαν στο Λονδίνο λίγους μήνες αργότερα, στις 16 Ιουνίου. Επέστρεψαν στην Αμερική το 1957, αφού η Plath τελείωσε το πτυχίο της στο Κέιμπριτζ. Λίγο μετά την επιστροφή τους, η Plath δίδαξε για λίγο αγγλικά στο Smith College.
Ο φαινομενικά ευτυχισμένος γάμος της
Γρήγορα έγινε σαφές ότι η Sylvia Plath είχε ακόμα κατάθλιψη, ακόμη και σε έναν φαινομενικά ευτυχισμένο γάμο. Σταμάτησε να εργάζεται στο Smith College και σύντομα έπιασε δουλειά ως ρεσεψιονίστ στην ψυχιατρική μονάδα στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης. Παράλληλα, πήρε μαθήματα δημιουργικής γραφής και γνώρισε τον Robert Lowell και τη συγγραφέα Anne Sexton. Τελικά τους ομολόγησε ότι η ψυχική της υγεία δεν βελτιώνονταν καθόλου στο γάμο της και αναφέρθηκε στην προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της.
Τον Απρίλιο του 1960 γέννησε το πρώτο της παιδί, τη Frida, και έμεινε έγκυος σχεδόν αμέσως μετά. Δυστυχώς, η δεύτερη εγκυμοσύνη της οδήγησε σε αποβολή, κάτι που δημιούργησε εμπόδια στη σχέση της με τον σύζυγό της.Την ίδια χρονιά, ολοκλήρωσε τη συγγραφή του πρώτου και μοναδικού της μυθιστορήματος, The Bell Jar, αλλά δεν το δημοσίευσε αμέσως. Είχε φοβίες στο να εξομολογηθεί πάρα πολλά για τη ζωή της μέσα από μια τόσο βαθιά προσωπική ιστορία.
Το 1961, ο Ted και η Sylvia νοίκιασαν ένα διαμέρισμα που ανήκε στους Assia και David Wevill. Ο Hughes ενθουσιάστηκε από την κυρία Wevill από την αρχή της γνωριμίας του και ξεκίνησε σχέση μαζί της. Η Plath παρόλο που αρχικά είχε γίνει φίλη με την Assia ήταν αρκετά έξυπνη για να αντιληφθεί τι συνέβαινε μεταξύ τους. Αυτή ήταν μια σημαντική στιγμή στα καταθλιπτικά επεισόδια της, τα οποία εξέφρασε ξεκάθαρα μέσα από πολλά από τα ποιήματά της, ιδιαίτερα το «Lady Lazarus».
Ο δυστυχισμένος γάμος τους οδήγησε σε χωρισμό τον Σεπτέμβριο του 1962. Παραδόξως, ήταν ακριβώς όταν η Plath άρχισε να γράφει όλη την εξομολογητική της ποίηση και ολοκλήρωσε όλα τα ποιήματα που μπορεί κανείς να βρει σήμερα στην ποιητική της συλλογή Ariel.
Το τραγικό τέλος της
Ήταν 11 Φεβρουαρίου του 1963 όταν έδωσε τραγικό τέλος στη ζωή της… Άφησε το γάλα των παιδιών της δίπλα στις κούνιες τους, έβαλε το κεφάλι της στο φούρνο και άνοιξε το υγραέριο. Στις αρχές εκείνης της χρονιάς ανακαλύφθηκε ότι σε παλαιότερες άγνωστες επιστολές που έγραψε η Plath στην πρώην ψυχίατρό της, Dr Ruth Barnhouse, ισχυριζόταν πώς ο Ted τη χτύπησε δύο ημέρες πριν τη δεύτερη αποβολή της.
Ο Hughes προτίμησε να κάψει ένα μεγάλο μέρος από τα ημερολόγιά της, καθώς ισχυρίστηκε ότι “υπάρχουν πράγματα που τα παιδιά μας δεν πρέπει να διαβάσουν”.
Με τον θάνατό της, όχι μόνο στοίχειωσε τη ζωή του άπιστου συζύγου της αλλά και σφράγισε την εποχή της. Ομάδες οργισμένων γυναικών έσβησαν από την ταφόπλακά της το όνομα Hughes… Έξι χρόνια αργότερα, η ποιήτρια για την οποία εγκατέλειψε ο Ted τη Sylvia, η Assia, και η κόρη της, βρέθηκαν νεκρές με το κεφάλι τους μέσα στο φούρνο… Ίσως εδώ ταιριάζει το γνωμικό: “ό,τι σπέρνεις θερίζεις…”
Ακολουθεί το ποίημα της Σύλβια Πλαθ, “Καθρέφτης” (Mirror). Σε αυτό, ένας καθρέφτης -προικισμένος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά- περιγράφει την ύπαρξή του και τον ιδιοκτήτη του. Όπως παρατηρεί ο καθρέφτης, συνεχώς μεγαλώνει. Δεν πρόκειται για ένα σκληρό καθρέφτη, παραμόνο “ειλικρινή”.
Μια γυναίκα κοιτάζει μέσα σε αυτόν. Προτιμά να κοιτάξει τον εαυτό της υπό το φως των κεριών ή του φεγγαριού, για να κρυφτεί πίσω από μια ψευδαίσθηση. Μόνο ο καθρέφτης, που εδώ υφίσταται ως λίμνη, αναπαραστά τον εαυτό της όπως είναι πραγματικά…
Καθρέφτης
Είμαι ασημένιος και σωστός. Χωρίς προκαταλήψεις/Ότι κι αν δω το καταπίνω αμέσως/Έτσι όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απέχθεια./Δεν είμαι σκληρός, μονάχα ειλικρινής/Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνιασμένο./Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι στον τοίχο απέναντι./Είναι ρόδινος, με πιτσιλιές. Τον έχω δει τόσο πολύ/Που φαίνεταισαν μέρος της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει./Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν πάλι και πάλι./Μια λίμνη είμαι τώρα. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,/Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου αυτό που πράγματι είναι./Στρέφει μετά σ’ αυτούς τους ψεύτες, το φεγγάρι ή τα κεριά./Βλέπω τη ράχη της, και πιστά την καθρεφτίζω./Με δάκρυα μ’ ανταμείβει κι ένα τρέμουλο χεριών./Είμαι γι’ αυτήν σημαντική. Έρχεται και φεύγει./Κάθε πρωί η μορφή της παίρνει του σκοταδιού τη θέση./Μέσα μου έχει πνίξει ένα κορίτσι, και εκεί μια γριά/Μέρα με τη μέρα ορθώνεται εμπρός της, σαν ψάρι τρομερό.
Mirror
I am silver and exact. I have no preconceptions/Whatever I see, I swallow immediately/Just as it is, unmisted by love or dislike/I am not cruel, only truthful/The eye of a little god, four-cornered/Most of the time I meditate on the opposite wall/It is pink, with speckles. I have looked at it so long/I think it is a part of my heart. But it flickers/Faces and darkness separate us over and over.
Now I am a lake. A woman bends over me/Searching my reaches for what she really is/Then she turns to those liars, the candles or the moon/I see her back, and reflect it faithfully/She rewards me with tears and an agitation of hands/I am important to her. She comes and goes/Each morning it is her face that replaces the darkness/In me she has drowned a young girl, and in me an old woman/Rises toward her day after day, like a terrible fish.