The New Young: Γιατί τα 45 δεν μοιάζουν πια καθόλου με τα 45 άλλων δεκαετιών;
Κάποτε τα 45 έμοιαζαν με μια ηλικία στην οποία η ζωή είχε, λίγο πολύ, αποφασιστεί. Οι μεγάλες επιλογές είχαν γίνει, οι ρόλοι είχαν μοιραστεί και το μέλλον δεν ήταν τόσο ένας ανοιχτός ορίζοντας όσο η συνέχεια όσων είχαν ήδη χτιστεί.
Περιεχόμενα
Σήμερα, στην ίδια ακριβώς ηλικία, μπορεί κάποιος να αλλάζει καριέρα, να ερωτεύεται ξανά, να επιστρέφει στο πανεπιστήμιο, να ξεκινά μια επιχείρηση, να εγκαταλείπει μια ζωή που έπαψε να τον εκφράζει ή απλώς να ανακαλύπτει ότι δεν είναι καθόλου ο άνθρωπος που πίστευε πως θα γίνει. Δεν γίναμε ξαφνικά νεότεροι. Αυτό που άλλαξε είναι κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: η ηλικία έπαψε να αποτελεί οδηγία χρήσης για το πώς οφείλουμε να ζούμε. Υπάρχει κάτι παράξενο στις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Τις κοιτάζεις και προσπαθείς να υπολογίσεις τις ηλικίες των ανθρώπων, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις ότι η γυναίκα που ήσουν βέβαιος πως πλησίαζε τα εξήντα ήταν σαράντα πέντε και ο άνδρας που σου φαινόταν ήδη μεσήλικας μόλις είχε περάσει τα σαράντα. Δεν είναι μόνο τα ρούχα, τα χτενίσματα ή η φωτογραφική αισθητική μιας άλλης εποχής που δημιουργούν αυτή την εντύπωση. Είναι κάτι βαθύτερο, σχεδόν αόρατο, που βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκείνων των δεκαετιών κατοικούσαν την ηλικία τους.
Στα σαράντα πέντε ήσουν ήδη «μεγάλος».
Όχι μεγάλος με την έννοια του ηλικιωμένου, αλλά με την έννοια του ολοκληρωμένου. Η ζωή είχε αποκτήσει το σχήμα της και δεν αναμενόταν να αλλάξει δραματικά. Είχες πιθανότατα παντρευτεί, είχες παιδιά που μεγάλωναν, είχες μια δουλειά την οποία θα συνέχιζες για πολλά ακόμη χρόνια και έναν κοινωνικό ρόλο αρκετά καθορισμένο ώστε να μην απαιτεί καθημερινές επαναδιαπραγματεύσεις. Η νεότητα είχε υπάρξει μια περίοδος αναζήτησης, αλλά κάποια στιγμή η αναζήτηση όφειλε να τελειώσει και να δώσει τη θέση της στη σταθερότητα.
Σήμερα, όμως, ένας άνθρωπος στα σαράντα πέντε μπορεί να βρίσκεται σχεδόν οπουδήποτε μέσα στην προσωπική του αφήγηση. Μπορεί να μεγαλώνει παιδιά ή να αποκτά το πρώτο του παιδί, να έχει ήδη χωρίσει ή να ερωτεύεται με εκείνη την απρόβλεπτη ένταση που κάποτε θεωρούσαμε αποκλειστικό προνόμιο των είκοσι. Μπορεί να έχει φτάσει πολύ ψηλά επαγγελματικά και να αναρωτιέται αν τελικά θέλει να βρίσκεται εκεί, να εγκαταλείπει μια καριέρα είκοσι ετών για να ξεκινήσει κάτι που κανείς γύρω του δεν καταλαβαίνει ή να κοιτάζει τη ζωή που έχτισε με κόπο και να συνειδητοποιεί, χωρίς δράμα και χωρίς απαραίτητα να έχει συμβεί κάτι κακό, ότι δεν τον χωράει πια.
Τα σαράντα πέντε δεν μετακινήθηκαν. Μετακινήθηκε ολόκληρη η ζωή γύρω τους.
Όταν κάθε ηλικία είχε το δικό της σενάριο
Για πολλές γενιές η ηλικία δεν ήταν απλώς ένας αριθμός· ήταν σχεδόν κοινωνικός ρόλος.
Κάθε δεκαετία ερχόταν με τις δικές της οδηγίες, τις δικές της προσδοκίες και, κυρίως, με έναν αρκετά σαφή κατάλογο πραγμάτων που επιτρέπονταν και πραγμάτων που θεωρούνταν πλέον ακατάλληλα. Υπήρχε η ηλικία για να πειραματιστείς και η ηλικία για να σοβαρευτείς, η ηλικία για να ερωτευτείς και η ηλικία για να «νοικοκυρευτείς», η ηλικία στην οποία μπορούσες ακόμη να αλλάξεις γνώμη και εκείνη στην οποία η αλλαγή άρχιζε να μοιάζει ύποπτη.
Η φράση «στην ηλικία σου» αρκούσε για να επαναφέρει κάποιον στη θέση του. Στην ηλικία σου δεν φοράς αυτό, δεν ξεκινάς από την αρχή, δεν εγκαταλείπεις μια ασφαλή δουλειά επειδή ξαφνικά ανακάλυψες ότι δεν σε κάνει ευτυχισμένο, δεν χωρίζεις επειδή θέλεις κάτι περισσότερο από μια σχέση που λειτουργεί απλώς ικανοποιητικά, δεν αποφασίζεις να σπουδάσεις κάτι καινούργιο και, κυρίως, δεν συμπεριφέρεσαι σαν να έχεις ακόμη όλο τον κόσμο μπροστά σου.
Κάπου μετά τα σαράντα, το κοινωνικό σενάριο άλλαζε χρόνο. Από το «τι θα κάνεις;» περνούσες στο «τι έχεις κάνει;». Το μέλλον έχανε σιγά σιγά την πρωταγωνιστική του θέση και η ζωή άρχιζε να αξιολογείται περισσότερο από όσα είχαν ήδη επιτευχθεί.
Ακριβώς αυτό είναι που σήμερα μοιάζει να υποχωρεί.
Όχι επειδή ανακαλύψαμε κάποιο μαγικό ελιξίριο νεότητας ούτε επειδή αποφασίσαμε συλλογικά να αρνηθούμε τον χρόνο, αλλά επειδή η ίδια η έννοια της ενήλικης ζωής έχει γίνει πολύ λιγότερο γραμμική. Οι γάμοι γίνονται αργότερα ή δεν γίνονται καθόλου, οι οικογένειες δημιουργούνται με διαφορετικούς τρόπους, οι άνθρωποι αλλάζουν περισσότερες από μία καριέρες, οι σχέσεις τελειώνουν και ξαναρχίζουν, οι πόλεις αλλάζουν, οι ταυτότητες μετακινούνται και το παλιό μοντέλο μιας ζωής που αποφασίζεται στα τριάντα και απλώς εκτελείται για τις επόμενες δεκαετίες μοιάζει όλο και λιγότερο ρεαλιστικό.
Όχι, τα 40 δεν είναι τα νέα 30
Για χρόνια προσπαθήσαμε να συμφιλιωθούμε με την ηλικία ακυρώνοντάς την.
Τα σαράντα έγιναν «τα νέα τριάντα», τα πενήντα «τα νέα σαράντα» και, αν συνεχίζαμε με την ίδια λογική, κάποια στιγμή θα φτάναμε στα εβδομήντα προσπαθώντας ακόμη να αποδείξουμε ότι κατά βάθος είμαστε τριάντα πέντε.
Ίσως όμως αυτή η φράση, όσο καλοπροαίρετη κι αν ήταν, έκρυβε την ίδια προκατάληψη που υποτίθεται ότι προσπαθούσε να πολεμήσει. Γιατί, αν τα σαράντα πρέπει να γίνουν τριάντα για να θεωρηθούν συναρπαστικά, τότε εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η νεότητα είναι η μόνη ηλικία που αξίζει πραγματικά να ζει κανείς.
Το The New Young είναι κάτι διαφορετικό. Δεν αφορά την προσπάθεια να δείχνουμε νεότεροι ούτε την εμμονή να συμπεριφερόμαστε σαν να μην πέρασε ο χρόνος. Αφορά το γεγονός ότι η ηλικία χάνει σταδιακά την εξουσία που είχε πάνω στις επιλογές μας. Μπορείς να είσαι σαράντα πέντε και να είσαι απολύτως σαράντα πέντε, με όλη την εμπειρία, τις απώλειες, τις αποφάσεις, τα λάθη και τις μικρές βεβαιότητες που κουβαλά αυτή η ηλικία, χωρίς όμως να θεωρείς ότι η ιστορία σου έχει ήδη γραφτεί.
Κι ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική νεότητα: όχι στο πρόσωπο που δεν έχει ρυτίδες, αλλά στον άνθρωπο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το μέλλον ως κάτι που μπορεί να τον εκπλήξει.
Οι γυναίκες και η ηλικία της αορατότητας
Για τις γυναίκες αυτή η αλλαγή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, επειδή για πολύ καιρό η ηλικία τους αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν αντίστροφη μέτρηση.
Υπήρχε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο μέσα στο οποίο έπρεπε να συμβούν τα περισσότερα από όσα η κοινωνία θεωρούσε σημαντικά: να είσαι όμορφη, επιθυμητή, να ερωτευτείς, να παντρευτείς, να αποκτήσεις παιδιά, να δημιουργήσεις μια ζωή που να δείχνει ολοκληρωμένη. Μετά από κάποιο σημείο, δεν εξαφανιζόσουν ακριβώς, αλλά περίμεναν από εσένα να γίνεις λίγο πιο διακριτική.
Η ίδια γυναίκα που στα τριάντα πέντε χαρακτηριζόταν δυναμική μπορούσε δέκα χρόνια αργότερα να χαρακτηριστεί υπερβολική. Η φιλοδοξία, η σεξουαλικότητα, ακόμη και η επιθυμία για αλλαγή είχαν ημερομηνία κατάλληλης χρήσης, και ίσως γι’ αυτό τόσες γυναίκες έμαθαν να φοβούνται τα σαράντα και τα πενήντα πολύ πριν φτάσουν εκεί.
Μόνο που η πραγματικότητα άρχισε να γράφει ένα διαφορετικό σενάριο. Σήμερα μια γυναίκα στα σαράντα πέντε μπορεί να βρίσκεται στην πιο δημιουργική, πιο ενδιαφέρουσα και, συχνά, πιο ελεύθερη περίοδο της ζωής της, όχι επειδή κατάφερε να παραμείνει τριάντα αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι πια τριάντα.
Έχει προλάβει να γνωρίσει μερικές εκδοχές του εαυτού της, να απογοητευτεί από ανθρώπους που κάποτε εξιδανίκευσε, να αλλάξει γνώμη για πράγματα που θεωρούσε αδιαπραγμάτευτα και να καταλάβει ότι η αποδοχή των άλλων είναι πολύ ακριβό νόμισμα για να αγοράζεις με αυτό τη ζωή σου.
Αυτή ίσως είναι και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να είσαι νέος και στο να αισθάνεσαι νέος. Στα είκοσι έχεις περισσότερο χρόνο, αλλά συχνά τον ξοδεύεις προσπαθώντας να αποδείξεις ποιος είσαι. Στα σαράντα πέντε έχεις λιγότερη ανάγκη να το αποδείξεις και, ξαφνικά, ο χρόνος αποκτά άλλη ποιότητα.
Όταν ο χρόνος παύει να είναι άπειρος, γίνεται πολύτιμος
Η νεότητα έχει μια παράξενη πολυτέλεια: πιστεύει ότι όλα μπορούν να περιμένουν. Γι’ αυτό μπορεί να περάσει μήνες αναλύοντας μια σχέση που δεν οδηγεί πουθενά, χρόνια σε μια δουλειά που δεν αγαπά, ατελείωτα βράδια με ανθρώπους που δεν την ενδιαφέρουν πραγματικά και αμέτρητες ώρες προσπαθώντας να πείσει κάποιον να τη δει όπως θα ήθελε.
Μεγαλώνοντας, δεν γίνεσαι απαραίτητα σοφότερος. Γίνεσαι όμως πολύ πιο ευαίσθητος στην αξία του χρόνου σου.
Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι μια σχέση πέντε ετών δεν είναι απλώς μια σχέση που «δεν πήγε καλά», αλλά πέντε χρόνια από τη ζωή σου. Ότι μια δουλειά που σε εξαντλεί δεν είναι μόνο ένας μισθός, αλλά χιλιάδες πρωινά που ξύπνησες χωρίς να θέλεις να πας εκεί. Ότι ένα βράδυ με ανθρώπους που δεν έχεις τίποτα να πεις δεν είναι απλώς ένα βαρετό βράδυ, αλλά ένα βράδυ που θα μπορούσες να είχες περάσει με κάποιον που αγαπάς, με ένα βιβλίο, με μουσική ή ακόμη και μόνος σου, χωρίς να χρειάζεται να συμβαίνει τίποτα.
Και ίσως γι’ αυτό στα σαράντα πέντε αρχίζεις να λες περισσότερα «όχι» χωρίς να έχεις γίνει πιο δύσκολος άνθρωπος. Απλώς έχεις καταλάβει ότι κάθε «ναι» καταλαμβάνει χώρο.
Δεν θέλεις πια απαραίτητα περισσότερους ανθρώπους, αλλά καλύτερες σχέσεις. Δεν θέλεις να βρίσκεσαι σε περισσότερα μέρη, αλλά να θέλεις πραγματικά να βρίσκεσαι εκεί όπου είσαι. Δεν σε ενδιαφέρει τόσο να αποδείξεις ότι έχεις μια γεμάτη ζωή, όσο να αισθάνεσαι ότι η ζωή που έχεις αξίζει τον χρόνο που της δίνεις.
Η πολυτέλεια να μπορείς ακόμη να αλλάξεις γνώμη
Ίσως το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του New Young να είναι ακριβώς αυτό: η ιδέα ότι η ταυτότητα δεν χρειάζεται να ολοκληρωθεί σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία.
Μπορείς στα σαράντα πέντε να ανακαλύψεις ότι η δουλειά που κάποτε αποτελούσε όνειρό σου δεν είναι πια το όνειρό σου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα προηγούμενα χρόνια πήγαν χαμένα.
Μπορείς να καταλάβεις ότι μια σχέση που κάποτε ήταν σωστή δεν είναι σωστή για πάντα, χωρίς να ακυρώνεις όσα υπήρξαν μέσα σε αυτήν.
Μπορείς να αλλάξεις τρόπο ζωής, παρέες, πόλη, φιλοδοξίες ή ακόμη και την εικόνα που είχες για το τι σημαίνει ευτυχία.
Γιατί ίσως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάναμε ήταν ότι αντιμετωπίσαμε τη συνέπεια σαν αρετή ακόμη και όταν αφορούσε τον ίδιο μας τον εαυτό. Σαν να χρωστάμε στον άνθρωπο που ήμασταν στα είκοσι πέντε να πραγματοποιήσουμε όλα όσα εκείνος φανταζόταν, παρότι στο μεταξύ ζήσαμε άλλα είκοσι χρόνια και μάθαμε πράγματα που εκείνος δεν μπορούσε να γνωρίζει.
Το να αλλάζεις γνώμη δεν σημαίνει πάντα ότι δεν ήξερες τι ήθελες. Μερικές φορές σημαίνει ότι έζησες αρκετά ώστε να θέλεις κάτι διαφορετικό.
Δεν υπάρχει πια μία σωστή εκδοχή των 45
Αν έβαζες σήμερα δέκα ανθρώπους σαράντα πέντε ετών στο ίδιο δωμάτιο και άκουγες τις ιστορίες τους, δύσκολα θα πίστευες ότι βρίσκονται στην ίδια «φάση ζωής». Κάποιος μπορεί να έχει παιδί στο πανεπιστήμιο και κάποιος άλλος μωρό στο σπίτι, κάποιος να γιορτάζει είκοσι χρόνια γάμου και κάποιος να έχει μόλις κατεβάσει ένα dating app, κάποιος να πλησιάζει στην κορυφή της επαγγελματικής του διαδρομής και κάποιος να βρίσκεται ξανά στην αρχή, όχι επειδή απέτυχε αλλά επειδή επέλεξε να αλλάξει κατεύθυνση.
Και ίσως αυτή η ασυμμετρία είναι ένα από τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά της εποχής μας.
Γιατί όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την ιδέα ότι υπάρχει μία σωστή χρονική σειρά, τόσο λιγότερο νόημα έχει να αναρωτιόμαστε αν «αργήσαμε». Δεν υπάρχει αργά όταν δεν υπάρχει ένα κοινό ρολόι για όλους.
Υπάρχει μόνο το δικό σου.
Το μέλλον δεν τελειώνει στα 40
Για πολύ καιρό η μέση ηλικία παρουσιαζόταν σαν μια περίοδος απολογισμού. Κοιτάζεις πίσω, βλέπεις τι κατάφερες, συμφιλιώνεσαι με όσα δεν έγιναν και συνεχίζεις. Η ίδια η έκφραση «κρίση μέσης ηλικίας» αντιμετώπιζε σχεδόν κάθε μεγάλη αλλαγή μετά τα σαράντα σαν μικρή ψυχολογική εκτροπή, σαν να ήταν παράλογο ένας άνθρωπος που είχε ήδη ζήσει τέσσερις δεκαετίες να ξυπνήσει ένα πρωί και να αναρωτηθεί αν θέλει να ζήσει τις επόμενες με διαφορετικό τρόπο.
Ίσως όμως το παράλογο να ήταν ακριβώς το αντίθετο: να περιμένουμε ότι ένας άνθρωπος θα πάρει τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του όταν γνωρίζει τον εαυτό του λιγότερο και θα παραμείνει πιστός σε αυτές όταν τον γνωρίζει περισσότερο.
Στα σαράντα πέντε δεν έχεις μπροστά σου τη ζωή που είχες στα είκοσι, αλλά έχεις κάτι που στα είκοσι δεν μπορούσες ακόμη να έχεις: μια πιο καθαρή αίσθηση του τι αξίζει να πάρεις μαζί σου.
Κι εκεί ίσως βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή της νεότητας. Όχι στην ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος δεν πέρασε, αλλά στην αίσθηση ότι ο χρόνος που πέρασε δεν έχει δικαίωμα να αποφασίσει μόνος του για εκείνον που έρχεται.
Το New Young δεν είναι να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη στα σαράντα πέντε και να προσπαθείς να βρεις εκείνον που ήσουν στα τριάντα. Είναι να κοιτάζεις τον άνθρωπο που είσαι τώρα και να μη θεωρείς ότι έχει ολοκληρωθεί.
Να υπάρχει ακόμη χώρος για έναν έρωτα που δεν είχες προβλέψει, για μια δουλειά που δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο, για μια πόλη στην οποία δεν φανταζόσουν ποτέ ότι θα ζήσεις, για έναν φίλο που δεν έχεις γνωρίσει ακόμη, για ένα ταξίδι που θα αλλάξει κάτι μέσα σου ή απλώς για μια εκδοχή του εαυτού σου που δεν έχει εμφανιστεί ακόμη.
Γιατί τελικά το πιο νεανικό πράγμα πάνω μας ίσως να μην είναι το σώμα, το πρόσωπο ή ο αριθμός που γράφει η ταυτότητα.
Είναι να μπορείς ακόμη να κοιτάζεις μπροστά και να μην ξέρεις ακριβώς τι θα συμβεί.
Και, αντί αυτό να σε τρομάζει, να σου αρέσει.
*Στη φωτό εξωφύλλου είναι η Ζιζέλ μαζί με το μωρό της. Μια φωτό που μοιράστηκε μέσα από τον προσωπικό της λογαριασμό στο instagram.