Γλυκειά μου Μάνη
Είναι περίεργος αυτός ο τόπος. Βράχοι, πέτρες, θάλασσα, οχυρά. Τοπίο από άλλη εποχή μιας ένδοξης Ελλάδας.
Φωτογραφίες: Μελίνα Βατινέλ
Πουθενά δεν έχω δει τόσα αστέρια στη ζωή μου όσα έχω δει στη Μάνη. Ένα αρχιπέλαγος αστεριών, ένα σκοτάδι στιγματισμένο, βγαλμένο από πίνακα του Βαν Γκογκ. Είναι περίεργος αυτός ο τόπος. Βράχοι, πέτρες, θάλασσα, οχυρά. Τοπίο από άλλη εποχή μιας ένδοξης Ελλάδας. Εδώ δεν έχει φρου φρου, έχεις τους πύργους δίπλα σου, τ’αστέρια από πάνω κι εκεί πιο κάτω τη σπηλιά που οδηγεί στον κάτω κόσμο.
Είναι όμως και το φως, η αντανάκλασή του πάνω στο γυμνό τοπίο, που του προσδίδει μια σκληρότητα, μια ιδιότυπη ειλικρίνεια, τη σαφήνεια του απέριττου.


Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το πώς πήρε τ’ όνομά της η Μάνη. Η μία λέει ότι προέρχεται από τη λατινική λέξη Manus (χέρι) επειδή οι ναυτικοί που παρέπλεαν το ακρωτήρι Ταίναρο, όπως αντίκριζαν το σχήμα της ξηράς, το αποκαλούσαν Brazzo di Maina ή ότι λόγω των ισχυρών ανέμων, έκαναν μάϊνα τα πανιά, άλλη λέει ότι οι Ρωμαίοι έλεγαν συχνά τη φράση In Manis, επειδή εδώ ήταν η πύλη του Άδη που έρχονταν οι ψυχές (Manes). Μια άλλη εκδοχή, που αναφέρθηκε τελευταία, είναι ότι το όνομα προέρχεται από το πατέρα των Θεών «Μάνη», που ήταν πατέρας του Κρόνου και παππούς του Δία. Η επικρατέστερη εκδοχή όμως είναι ότι ονομάστηκε έτσι από το περίφημο Βυζαντινό κάστρο της Μαΐνης, που είναι και το αρχαιότερο της περιοχής. Χτίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565) από τον αρχιτέκτονα Μαΐνη, και εξελίχθηκε σε μεγάλο στρατιωτικό και θρησκευτικό κέντρο.
Σε αυτό προσπάθησαν να εισβάλλουν οι Βάνδαλοι με το βασιλιά τους Γεζέριχο το 467, αλλά στη μάχη του Ταινάρου οι Μανιάτες αντιστάθηκαν και συνέτριψαν τους επιδρομείς. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασιλείου του Μακεδόνα (867 – 886 μ.Χ.) οι κάτοικοι της περιοχής που μέχρι και τότε ήταν ειδωλολάτρες, ασπάστηκαν το Χριστιανισμό. Το 1295, ο Ανδρόνικος ο Β’ ο Παλαιολόγος ίδρυσε την πόλη Νύκλι, στην Αρκαδία, στη θέση της σημερινής Τρίπολης. Μετά την κατάληψή του από τους Φράγκους, το Νύκλι έγινε κέντρο της περιοχής. Όταν οι Βυζαντινοί επανακατέλαβαν το Νύκλι, κάποιοι από τους κατοίκους, εγκαταστάθηκαν στην τότε αραιοκατοικημένη Μάνη, διεκδικώντας κατά ομάδες την ντόπια κυριαρχία. Αυτοί που νίκησαν, ονομάστηκαν Νυκλιάνοι. Από τον 14ο έως τον 19ο αιώνα οι έριδες συνεχίστηκαν με άγριο τρόπο. Οι πύργοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτό. Λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως οχυρά, αλλά και ως τρόπος εκφοβισμού, αφού οι Νυκλιάνοι ήταν οι μόνοι που είχαν τέτοιους πύργους, κι όσο μεγαλοπρεπέστερο πύργο είχαν, τόσο δυνάμωνε η ισχύς τους.
Οι κανονιοβολισμοί μεταξύ τους έδιναν κι έπαιρναν, αφού είχαν να κάνουν με τις βεντέτες, που ήταν καθαρά οικογενειακές ιστορίες για την επικράτηση του ισχυρότερου.
Η τουρκική απειλή, όμως δίνει προσωρινό τέλος σε όλα αυτά. Οι Μανιάτες αρνούνται να υποκύψουν, ενώνουν τις δυνάμεις τους και αντιστέκονται στην τουρκική εισβολή. Η αντίστασή τους έχει μείνει στην ιστορία.
Μετά την επανάσταση του 1821, στις προσπάθειες του Ι. Καποδίστρια και του Όθωνα να ανασυντάξουν σε ενιαίο κράτος τις απελευθερωμένες περιοχές, οι Μανιάτες αντιστέκονταν στο να υποταχθούν στην κυβέρνηση του ελληνικού κράτους, αντιδρώντας στο διοικητικό σύστημα πού επιβλήθηκε. Η αντίδραση τους αυτή εκδηλώθηκε ένοπλα, και σημαδεύτηκε με τη δολοφονία του Καποδίστρια από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, γιο του οπλαρχηγού και ηγεμόνα της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Οι τελευταίες ταραχές έγιναν το 1862-63.

Η άγονη χερσόνησος στην οποία ζούν, η σύνδεση με την αρχαία Σπάρτη, καθώς και το γεγονός ότι δεν υποδουλώθηκαν ποτέ σε ξένο κατακτητή, μεταγγίζει στους Μανιάτες χαρακτήρα ασυμβίβαστο, ψυχικό θάρρος, ειλικρίνεια, γενναιότητα, αλλά και αυστηρά ήθη και έθιμα. Επιδεικνύουν μεγάλο σεβασμό προς τις παραδόσεις, την οικογενειακή τιμή και τους νεκρούς.
Θυμάμαι, πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μου Τ.Χ., γνωστός ηθοποιός, με καταγωγή από την Αρεόπολη, μου διηγείτο την πρώτη κηδεία στην οποία παρευρέθηκε, σε νεαρή ηλικία.
«Αφού έγινε η λειτουργία στην εκκλησία της Αρεόπολης, με πολλές μοιρολογίστρες γύρω, βγάλαμε τον νεκρό στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου είχαν στηθεί ψησταριές που ψήναν ψάρια και τραπέζια γεμάτα με νταμιτζάνες κρασί. Βάλαμε τον νεκρό κάπου στη μέση κι αρχίσαμε να τρώμε, να πίνουμε και να κλαίμε. Ήταν η ωραιότερη κηδεία που είχα βρεθεί. Ο ωραιότερος αποχαιρετισμός.»


Πρέπει να ήμουν γύρω στα 25, όταν πήγα για πρώτη φορά. Με φιλοξενούσε ένας μανιάτης στον οικογενειακό του πύργο στο Δυρό. Αφού περάσαμε όλη τη μέρα στο πόρτο Κάγιο (μια από τις ωραιότερες παραλίες πριν το ακρωτήρι Ταίναρο), μας ανακοίνωσε ότι μετά το δείπνο θα μας έδειχνε κάτι μοναδικό. Το βράδυ, ανεβήκαμε όλη η παρέα στη πολεμίστρα με sleepingbags, ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον κι αντικρίσαμε τον θόλο που σκεπάζει τον μαγικό αυτό τόπο. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ τόσα αστέρια στη ζωή μου. Τον Σείριο, τον Σκορπιό, το νεφέλωμα του Ωρίωνα, τον Γαλαξία της Ανδρομέδας, την Κασσιόπη. Ένα αρχιπέλαγος αστεριών.