#PoisonCity | Εξάρχεια: μια από τις τελευταίες πραγματικές γειτονιές.

#PoisonCity | Εξάρχεια: μια από τις τελευταίες πραγματικές γειτονιές.

Η πόλη-δηλητήριο, κάθε μέρος σαν ένας κόσμος. Κάθε γειτονιά και μια ιστορία. Μια εμπειρία. Πρώτα πρώτα, θα ξεκινήσω από τη δική μου γειτονιά. Μέρος βασανισμένο, μέρος υπέροχο.

Μετακόμισα στα Εξάρχεια από συνειδητή επιλογή. Θεώρησα πως από όλες τις γειτονιές του κέντρου, είναι η περιοχή με τα χαμηλότερα ενοίκια, σε σύγκριση με τις τοπικές παροχές, με τις συγκοινωνίες και με το αν μπορείς να βγεις δίπλα στο σπίτι σου. Από τα Εξάρχεια μπορούσα να πηγαινοέρχομαι στη δουλειά και με τα πόδια, αν ο καιρός το επέτρεπε. Μπορούσα να βγω για έναν καφέ κάτω από το σπίτι μου, είχε πάντα κάτι ανοιχτό για να ψωνίσω ο, τι είχα ξεχάσει. Είχε πάντα κόσμο έξω, και σε κοντινή απόσταση μέρη για απομόνωση.

Έτσι το πρώτο σπίτι που πιάσαμε, ήταν επί της Ασκληπιού, στην ουσία λοιπόν έμενα στη Νεάπολη. Δεν μπορώ να πώ ότι τρελάθηκα κιόλας. Έμενα στον πρώτο, η φασαρία από το δρόμο ήταν απίστευτη, ειδικά το καλοκαίρι, κοιμόμουν με ωτοασπίδες. Έμενα πάνω από ένα σουβλατζίδικο, και όταν άπλωνα έξω (μιας και έμενα σε 50 τετραγωνικά, άρα δεν είχα πολύ χώρο μέσα) τα ρούχα μου μύριζαν γύρο.  Δίπλα έμενε μια γιαγιά που μας παρακολουθούσε. Θεότρελη. Τα μαγαζιά στην Ασκληπιού ήταν συνήθως νεκρά, αν και ήπια πολύ ευχάριστα ποτό στο Ρινόκερο, και έπαιρνα συχνά καφέ από το Ponderosa. Έξω από το κοντινότερο «ΟΚ» ένας κύριος πουλούσε λουλούδια και που και που αγόραζα. Έβγαινα βόλτα σε κάτι ήσυχα δρομάκια παράλληλα στην Ασκληπιού, που κατέληγαν στο παρκάκι εκεί δίπλα στην εκκλησία. Πολύ πρέζα στο παρκάκι, αλλά ήταν μια ευχάριστη βόλτα. Κοντά στο σπίτι είχε ένα βιβλιοπωλείο στο οποίο έμενε μια γάτα που το βράδυ στεκόταν στη βιτρίνα και χάζευε τους περαστικούς. Οι περαστικοί κοψοχολιάζονταν, εγώ λυνόμουν στα γέλια.

Ούτε ένα χρόνο δεν άντεξα σε αυτό το σπίτι. Ήταν πολύ καταθλιπτικό. Και το ίδιο το σπίτι και η γειτονιά. Δεν σου έλεγε κανείς καλημέρα, δεν είχε ωραία ενέργεια. Η καλύτερη μου γνωριμία, ήταν ένας γάτος που έμενε σε ένα Ανθοπωλείο επί της Ασκληπιού, ο Νίντζα. Ήταν κατάμαυρος και μου λείπει ακόμα. Όταν άρχισα να ψάχνω και πάλι σπίτι, δεν έβρισκα τίποτα. Κοίταγα από το Νέο Κόσμο μέχρι του Γκύζη, με εστίαση στην Πλάκα, στου Ψυρρή και γενικώς κεντρικότερα από τα Εξάρχεια, μα δεν έβρισκα κάτι που η τιμή του να δικαιολογείται. Πάντως στο κέντρο των Εξαρχείων κατέβαινα ούτως ή άλλως γιατί έμενε η φιλενάδα μου. Μια μέρα, έχοντας τελειώσει τις μπύρες που πίναμε στο «Αθήναιο» στην Τσαμαδού,  πήγαμε με τη φίλη μου σπίτι της, η οποία μένει σε μια πολυκατοικία με πολύ ωραίο φουαγιέ επί της Τοσίτσα και καθώς άνοιγε την εξώπορτα, είδα το Ενοικιαστήριο στην πόρτα. Το κίτρινο αυτό χαρτάκι ήταν το εισιτήριο μου για μια άλλη ζωή.

Από την Τρίπα στην Ασκληπιού, βρέθηκα στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας που καμία σχέση δεν είχε με την προηγούμενη. Ευάερο και ευήλιο διαμέρισμα, με δύο μπαλκόνια, μόλις 80 ευρώ ακριβότερο, με επιπλέον υπνοδωμάτιο, και ένα δέντρο στον ακάλυπτο που ανθίζει στο ύψος του μπαλκονιού. Με τη φίλη μου να μένει τρείς ορόφους κάτω, ένα λεπτό από την πλατεία, μισό λεπτό από το καφέ, ούτε μισό λεπτό από το μπακάλικο, πέντε λεπτά από το Πεδίον του Άρεως και λίγα λεπτά από το Λόφο του Στρέφη. Επισήμως, έμενα σε ένα μέρος από το οποίο δε χρειαζόταν να ξανανοίγομαι παρά μόνο για λόγους βιοπορισμού ή εξόδου. Έτσι έξι μήνες μετά, έχω εκτιμήσει κάθε πλευρά που ανακάλυψα στη νέα γειτονιά. Αγάπησα ξανά το φούρνο «τα Στάχυα» απ’ όπου παίρνω τον πρωινό καφέ και στο ξενύχτι τυρόπιτα με φιλαδέλφια για να φύγει το Hangover.

Έμαθα όλα τα local μπαράκια που αξίζουν. Ανακάλυψα μαγαζί στη Χαριλάου Τρικούπη που πουλάει καφέ και στον φέρνει και ντελίβερι στο σπιτάκι σου με ένα τηλέφωνο. Θησαύρισα το Microu Lee τρώγοντας τεράστιες ποσότητες από Noodles στο «κηπάκι» της Αρχιτεκτονικής, ξεφυλίζοντας το βιβλίο που μόλις είχα αγοράσει, για δύο ευρώ από το παλαιοβιβλιοπωλείο της Στουρνάρη. Για πολύ καιρό πήγαινα κάθε πρωί στο Πεδίον του Άρεως ή στο λόφο του Στρέφη σε προσπάθεια να νιώσω περισσότερο αθλητική και μαζεύοντας χειμωνιάτικο ήλιο. Σταμάτησα να πηγαίνω σούπερ-μάρκετ και ψώνιζα μόνο από το μπακάλικο της Τοσίτσα, από τη «Παντιέρα» στη Θεμιστοκλέους και από τη Λαϊκη της Καλλιδρομίου κάθε Σάββατο.

Κάθε Σάββατο, μετά τις 11 κάθε Εξαρχειότικη φάτσα που έχω τσεκάρει, παίρνει το καροτσάκι της λαϊκής και ξεχύνεται με ορμή στην Καλλιδρομίου, γεμίζοντας το μεταλικό μεταφορέα με λαχανικά, εγχώρια όσπρια, φρέσκα φρούτα, ψάρια και λουλούδια. Κρέας πάντα από το κρεοπωλείο «Ο Γιάννης», και έτσι με 30 ευρώ ζείς μια βδομάδα στουμπωμένος από το φαγητό. Απλά πράγματα. Έχοντας τελειώσει τα ψώνια, κάθομαι στη Μουριά (Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου) και πίνω τσιπουράκι με μεζέ, συνήθεια που με δίδαξε η οικογένεια ενός πρώην μου, που μέχρι σήμερα την ευχαριστώ.

Ακόμα κι αν ζείς μόνη, τα Εξάρχεια ενδείκνυνται για να μη μείνεις κλεισμένη για πάντα στο σπίτι. Βλέπεις σε αυτή τη γειτονιά, πάντα έχει θόρυβο και κίνηση. Ο, τι ώρα κι αν ξεπορτίσεις θα έχει κόσμο έξω. Κόσμο που αδιαφορεί αν είσαι μόνη, κόσμο που δε θα παραξενευτεί αν κάθεσαι και πίνεις το ποτό σου χωρίς παρέα. Συχνά, τρώω στον Κυματοθραύστη. Παίρνω ένα μικρό πιάτο για κάτι παραπάνω από 3 ευρώ (το μεγάλο κάτι παρά πάνω από 6) το γεμίζω με ο, τι χωράει από τα πιάτα της ημέρας, και κάθομαι και τρώω παρέα με το προσωπικό που έχουμε γίνει πλέον φίλοι, πριν κατηφορίσω τη Βαλτετσίου για να γυρίσω πίσω.

Αγαπώ φανατικά τα Εξάρχεια γιατί είναι αληθινά. Γιατί ο, τι μαγαζάκι υπάρχει ανήκει σε έναν άνθρωπο που το πονάει και σέβεται τη δουλειά του και τον πελάτη. Πρωτοτυπεί. Απέκτησα επιτέλους αγαπημένο βιβλιοπωλείο (Το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο» στη Θεμιστοκλέους), ψωνίζω δωράκια για τους φίλους μου από διάφορα μαγαζιά όπως το Ρόδι, το Cinema Libre και το Spyrinex. Απολαμβάνω αυτή την περιοχή που δεν έχει μεγάλες μάρκες. Απέκτησα σχέση αγάπης με την κυρία που δουλεύει στο Orange Submarine απ’ όπου παίρνω πίτσα για 2 ευρώ πηγαίνοντας στην δουλειά. Μικρές συνήθειες που καθιστούν την γειτονιά σου απολαυστική.

Μένοντας τρία χρόνια στο κέντρο, δεν είχα ευχαριστηθεί το περπάτημα όσο το έχω ευχαριστηθεί στα πέριξ της πλατείας Εξαρχείων. Και σημειώστε πως λίγα χρόνια πριν έμενα στου Ψυρρή, μέσα στο ιστορικό κέντρο, 3 λεπτά από την Πλάκα. Αν και είμαι εθισμένη στα κίτρινα σκουλήκια, όρο που χρησιμοποιεί η μητέρα μου για τα ταξί, πραγματικά μου είναι πολύ προτιμότερο να περπατήσω από την Τοσίτσα μέχρι την Ομόνοια για να χαζέψω την ζωή στους δρόμους μας. Ποτέ δεν ένιωσα φόβο περπατώντας στους δρόμους μου, ο, τι ώρα κι αν γύρισα στο σπίτι. Ποτέ δεν ανησύχησα ακόμα και στα επεισόδια. Κι αν με ρωτάτε τι κάνουμε άραγε στα επεισόδια, σας λέω πως περνάμε φίνα καθώς μαζευόμαστε όλοι της γειτονιάς σε ένα διαμέρισμα που να είναι σε ψηλό όροφο (το δικό μου) και βλέπουμε το χάος από ψηλά είτε από την ταράτσα μας που βλέπει όλη την Αθήνα, και μια μέρα θα πείσω τη διαχείριση να με αφήσουν να βάλω μποστάνι εκεί πάνω.

Τέλος, πιο πολύ στα Εξάρχεια, αγαπώ τους ανθρώπους που τα επιλέγουν. Ανθρώπους που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και πολλές φορές και την ίδια αισθητική. Μοιραζόμαστε ακόμα και τον πενιχρό μας μισθό. Ανθρώπους που αν πέσεις στο δρόμο θα έρθουν και θα σε σηκώσουν. Ανθρώπους που αν ζητήσεις βοήθεια θα τη λάβεις. Στην Ασκληπιού κανένας ένοικος δε μου έλεγε καλημέρα. Τώρα λέμε όλοι καλημέρα. Τώρα η κυρία που μένει στον πέμπτο, με πιάνει και μου λέει, «τι ωραία που έχει γεμίσει η πολυκατοικία με νέα παιδιά, είχαμε μείνει πέντε άνθρωποι στα Εξάρχεια και ξαφνικά ήρθατε εσείς και άλλαξε η γειτονιά!». Μεγάλο plus να αγαπάς τη γειτονιά σου. Εσύ τι λές;

Σχετικά άρθρα