Ο πειρασμός των πρόωρων εκλογών
© ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Ο πειρασμός των πρόωρων εκλογών

Σε μια περίοδο γεωπολιτικής έντασης που ενισχύει το ένστικτο της «ασφαλούς επιλογής» και με μια αντιπολίτευση που αδυνατεί να βρει βηματισμό, το δίλημμα επανέρχεται επίμονα: πρόωρες εκλογές ή στρατηγική συνέπειας.

«Τα γεγονότα αγαπητέ μου, τα γεγονότα» απάντησε κάποτε ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν, όταν ρωτήθηκε ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια κυβέρνηση.

Και μπορεί προς το παρόν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να λειτούργησαν υπέρ της κυβέρνησης, τουλάχιστον δημοσκοπικά, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η συγκυρία θα παραμείνει επωφελής, αν η κρίση στην ενέργεια και οι αυξήσεις στα καύσιμα συνεχιστούν.

«Πρόεδρε μήπως να σκεφτείς τις πρόωρες;». Αυτή είναι η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου αυτή την περίοδο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η αλήθεια είναι ότι ο πρωθυπουργός επένδυσε από την αρχή της θητείας του στην εικόνα της αξιοπιστίας και της συνέπειας. Στην ιδέα ότι η πολιτική δεν είναι τακτικισμός αλλά προγραμματισμός. Από τη στιγμή που ξεκαθαρίζει σε κάθε ευκαιρία ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας και ότι πιστεύει στους σταθερούς εκλογικούς κύκλους, θα έμοιαζε ασυνεπής αν ενέδιδε στις φωνές που τον προτρέπουν να κινηθεί βιαστικά και να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία.

Αυτή η εικόνα του προβλέψιμου, θεσμικού και σοβαρού διαχειριστή αποτέλεσε άλλωστε και το βασικό αντίβαρο απέναντι σε μια αντιπολίτευση που αδυνατεί να βρει βηματισμό και συχνά κατηγορείται για ασυνέπεια και πολιτική αστάθεια.

Την ίδια στιγμή όμως ο πειρασμός των πρόωρων εκλογών παραμένει ισχυρός, ακριβώς λόγω της διεθνούς συγκυρίας. Συνήθως, σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, οι κοινωνίες τείνουν να συσπειρώνονται γύρω από τις κυβερνήσεις τους. Είναι το λεγόμενο «rally around the flag» που βλέπουμε να καταγράφεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο πόλεμος στο Ιράν και η γενικότερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή ενισχύουν το ένστικτο της «ασφαλούς επιλογής», κάτι που παραδοσιακά ευνοεί τους εν ενεργεία πρωθυπουργούς.

Από την άλλη και στο εσωτερικό, οι συνθήκες μοιάζουν ευνοϊκές. Παρά τη φθορά της κυβερνητικής θητείας και τις επιμέρους εντάσεις, η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και πολιτικά προβληματική. Κανένα κόμμα δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα να διαμορφώσει ένα πειστικό εναλλακτικό αφήγημα διακυβέρνησης, ούτε να αναδείξει μια ηγεσία που να μπορεί να αμφισβητήσει ευθέως την κυριαρχία του πρωθυπουργού. Μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες θα ανέκοπτε επίσης το χρόνο που θα είχαν στη διάθεση τους νέα κυοφορούμενα σχήματα για να οργανωθούν αλλά και οι ήδη υπάρχοντες παίκτες για να συζητήσουν ενδεχόμενες συνεργασίες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το πολιτικό ρίσκο μοιάζει μειωμένο.

Η σταθερότητα ως brand

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της εξίσωσης που ίσως συνιστά το μεγαλύτερο ρίσκο. Γιατί οι πρόωρες εκλογές, ιδίως πριν από το καλοκαίρι, θα έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με το κεντρικό αφήγημα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η πολιτική ταυτότητα του Μητσοτάκη. Όταν ο πρωθυπουργός επικαλείται διαρκώς την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας  σε ένα ταραγμένο και γεμάτο αβεβαιότητες διεθνές περιβάλλον, πως μπορεί να επιλέξει ο ίδιος να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες κάλπες;

Ακόμη περισσότερο, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η εκλογική αναμέτρηση θα τελειώσει σε ένα γύρο. Πώς γίνεται, λοιπόν, να μιλάς για σταθερότητα και την ίδια στιγμή με δική σου πρωτοβουλία να βάζεις τη χώρα στη δίνη μιας παρατεταμένης αστάθειας καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί σενάριο και δεύτερων εκλογών. Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως πολιτικός τακτικισμός. Και ο τακτικισμός δεν είναι ακριβώς το brand που έχει καλλιεργήσει ο πρωθυπουργός.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο, με τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει επανειλημμένα απορρίψει το ενδεχόμενο αλλαγής του, ακριβώς για να προστατεύσει το αφήγημα της θεσμικής συνέπειας και της σταθερότητας. Μια τέτοια κίνηση, ειδικά κοντά σε εκλογικό ορίζοντα, θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικός οπορτουνισμός υπονομεύοντας το προφίλ του θεσμικού πρωθυπουργού που δεν αλλάζει τους κανόνες ανάλογα με τις συγκυρίες. Άλλωστε την ίδια στάση κράτησε και στην πρώτη τετραετία παρότι και τότε παρουσιάστηκαν διάφορα παράθυρα ευκαιρίας.

Επιπλέον, μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση θα σκόνταφτε και σε πρωτοβουλίες που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη: στη συνταγματική αναθεώρηση αλλά και στο ορόσημο της 31ης  Αυγούστου για το Ταμείο Ανάκαμψης και τις συμβάσεις που πρέπει να υπογραφούν μέχρι τότε.

Το σενάριο του φθινοπώρου

Υπάρχει, βέβαια και το σενάριο που προκρίνουν αρκετοί, προσπερνώντας το χρονικό ορίζοντα του καλοκαιριού και μεταφέροντας τη συζήτηση  στο φθινόπωρο και συγκεκριμένα μετά τη ΔΕΘ του 2026. Εφόσον βέβαια παραμένουν οι ίδιες προϋποθέσεις και η κυβέρνηση δεν βρεθεί στριμωγμένη από μια νέα ενεργειακή κρίση, αν ο πόλεμος στο Ιράν συνεχιστεί ή από μεταναστευτικές πιέσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν το πολιτικό κλίμα και φυσικά τα ποσοστά της.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος που ενισχύει αυτό το χρονικό ορίζοντα. Αν η κυβέρνηση αποφασίσει τελικά να εξαντλήσει τα περιθώρια της τετραετίας και οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές την άνοιξη του 2027 τότε το πιθανό σενάριο των δεύτερων εκλογών μπορεί να σκοντάψει στην ανάληψη από την Ελλάδα της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Ιούλιο του 2027. Με άλλα λόγια υπάρχει ο κίνδυνος να μεσολαβήσει μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που αν τραβήξει μέχρι το Μάιο ή τον Ιούνιο λόγω δεύτερης κάλπης, θα φέρει τη χώρα πολύ κοντά στην ανάληψη της Προεδρίας με μια κυβέρνηση που μόλις θα έχει προκύψει. Κάτι τέτοιο θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα για την ετοιμότητά της να ανταποκριθεί εγκαίρως σε ένα ρόλο αυξημένων ευρωπαϊκών απαιτήσεων.

Σε κάθε περίπτωση όσο υπαρκτός κι αν είναι ο πειρασμός των πρόωρων εκλογών, το στοίχημα για τη ΝΔ δεν θα κριθεί μόνο από το αν είναι οι κάλπες είναι πολιτικά βολικές. Θα κριθεί κυρίως από το κατά πόσο θα μπορέσει να υποστηρίξει πειστικά το κεντρικό αφήγημα που έκανε τον Κυριάκο Μητσοτάκη κυρίαρχο στο πολιτικό σκηνικό: ότι είναι ο πρωθυπουργός της σταθερότητας σε μια εποχή αβεβαιότητας.

Κι αυτό είναι ένα αφήγημα που δύσκολα εγκαταλείπεται μετά από σχεδόν δυο θητείες διακυβέρνησης χωρίς κόστος.

Σχετικά άρθρα