Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ: Μια καντάδα για τον πιο όμορφο άντρα που έχω γνωρίσει
Μπορεί να είμαι straight, αλλά όταν τον είδα, το ήξερα: Ο Ορτίθ θα ήταν ο πιο όμορφος άντρας που θα έχω δει στη ζωή μου.
Τον Σεπτέμβριο του 1997 η Θεσσαλονίκη διατηρούσε ακόμη εκείνο τον ιδιαίτερο βιορυθμό της, τον οποίο αργότερα οι ζηλόφθονες Αθηναίοι θα περιέγραφαν κρεμώντας την ταμπέλα «Χαλαρά» στον λαιμό της.
Ήταν η εποχή του φραπέ σε μισόλιτρο ποτήρι, των ατέλειωτων συζητήσεων στη Ναυαρίνου για Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά, στον Θερμαϊκό για τα πάρτι στο Kinky Bambolina και τους DJs που θα έρθουν τον χειμώνα. Ήταν μια εποχή που, παραδόξως για τα σημερινά δεδομένα, το επάγγελμα δεν όριζε την ταυτότητα του ατόμου. Ναι, ακούγεται απίθανο, αλλά ορκίζομαι πως αυτό συνέβαινε!
Χοσέ Πικουλίν Ορτίζ, αυτός ο Θεός!
Οι ορμές της εφηβείας, η στοχοπροσήλωση στον στόχο που δεν ήταν άλλος από το να βιώνω ερωτικές περιπέτειες με κορίτσια, δεν με απέτρεψαν από τη συνειδητοποίηση πως ο ψηλός άντρας που καθόταν στο διπλανό τραπέζι ήταν ο ομορφότερος που θα έχω δει σε ολόκληρη τη ζωή μου.
Καθόμουν στο στέκι μου, το Carpe Diem, δίπλα στο σινεμά «Βακούρα» όταν είδα όλα τα κεφάλια να γυρίζουν συντονισμένα προς μια κατεύθυνση. Ήταν ο Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ, ο νέος αστέρας του -«μισητού» για μένα- μπασκετικού Άρη που κέρδισε τα βαριεστημένα βλέμματα. Ή μήπως ήταν η κοπέλα που τον συνόδευε, μια εκπάγλου καλλονής μελαχρινή, με λεπτή μέση, τόσο γυμνασμένους κοιλιακούς που μπορούσες να παίξεις σκάκι πάνω τους και φυσικές καμπύλες που θα έκαναν πλαστικούς χειρουργούς να κοκκινίζουν.
Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα τον εαυτό μου να χαζεύει τόσο πολύ έναν άντρα. Και δεν τον χάζευα γιατί θαύμαζα το στιλ του ή τον τρόπο που κάπνιζε ή τις γκριμάτσες που συνδύαζε με τον ρυθμό της ομιλίας του. Τον χάζευα γιατί ήταν Αριστοτελικά πανέμορφος, δηλαδή όλα επάνω του ήταν εκνευριστικά συμμετρικά. Ακόμη και η -εκτός trends, ψιλοφλώρικη- πατηκωμένη χωρίστρα του στο πλάι, έδειχνε άψογα πάνω του.

Και οι Θεοί ζηλεύουν
Ξαφνικά, το ζευγάρι άρχισε να μιλάει πιο έντονα. Ο ισπανόφωνος άγγελος άρχισε να κάνει επιθετικές χειρονομίες προς τον Θεό απέναντί της. Εκείνος, ως Θεός, παρέμενε ψύχραιμος! Εκείνη σηκώθηκε, τραβώντας την καρέκλα της τόσο απότομα, που έπεσε. Άρχισε να βαδίζει εκνευρισμένη, φωνάζοντας… Εκείνος απλά την παρακολουθούσε, ατάραχος, θεϊκός.
Οι θαμώνες του Carpe Diem παρακολουθούσαν αμίλητοι, συντετριμμένοι. Σηκώθηκα και πήγα στο μπαρ, εκεί που ο Αλέξης χτυπούσε τον έναν φραπέ πίσω από τον άλλον, με το βλέμμα του καρφωμένο στο παράθυρο.
«Πάλι μάλωσαν;» με ρώτησε στεναχωρημένος.
«Το κάνουν συχνά;» τον ρώτησα.
Κούνησε το κεφάλι του θετικά.
Ήταν σαν να ζούσαμε τη δική μας ισπανόφωνη σαπουνόπερα…
«Θα τα βρουν ξανά» μου είπε σαν να θέλοντας να με παρηγορήσει, «απλά ζηλεύουν ο ένας τον άλλον».
Αυτό δεν το περίμενα να το ακούσω.
«Ζηλεύει ο Ορτίθ» αναρωτήθηκα χωρίς να περιμένω μια απάντηση. Ήταν μια συνειδητοποίηση της φθαρτής φύσης μας…
«Ζηλεύουν και οι Θεοί τελικά», κατέληξα σε ένα πρώιμο, εφηβικό απόσταγμα σοφίας.
*Η είδηση του θανάτου του Ορτίθ, στα 62 του, με πίκρανε. Όχι μόνο για τον άνθρωπο και για τις δυσκολίες που πέρασε αφού εγκατέλειψε το μπάσκετ. Ευτυχώς οι αναμνήσεις είναι αθάνατες. Όπως και η ομορφιά!