Η «Τελευταία Κλήση» είναι ένα μοντέρνο και καταιγιστικό «true» crime θρίλερ
Το ντεμπούτο του Σέριφ Φράνσις ανασκευάζει την υπόθεση Σορίν Ματέι ως ένα αγωνιώδες αστικό νουάρ όπου το πολιτικό παρασκήνιο συναντά την αστυνομική αυθαιρεσία.
Έχουν περάσει έντεκα ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που το ελληνικό σινεμά παρήγαγε ένα άρτιο αστικό νεο-νουάρ που σέβεται την παράδοση του είδους. Τότε, ήταν το «Τετάρτη 04:45» (Αλέξης Αλεξίου) που το τόλμησε, πετυχαίνοντας τόσο στυλιστικά όσο και αφηγηματικά, παρά το γεγονός πως στο κομμάτι της κοινωνικής κριτικής δεν υιοθετήθηκε αμετροέπεια ισότιμη της στιβαρούς σκηνοθεσίας. Συμπτωματικά, παρόμοια είναι τα ελαττώματα και της «Τελευταίας Κλήσης» (Σέριφ Φράνσις), η οποία εκτός από κοινή αγωνία και αισθητική νοοτροπία μοιράζεται, συμπτωματικά, τη Μαρία Ναυπλιώτου σε έναν από τους κεντρικούς ρόλους. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Τι θυμάστε απ’ τα ‘90s;
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο αναφορικά με την «Τελευταία Κλήση» έχει να κάνει, φυσικά, με το βαθμό στον οποίο σχετίζεται με την περιβόητη υπόθεση Σορίν Ματέι. Τη γνωστή ιστορία κατά την οποία, πολύ συνοπτικά, το 1998 ένας δραπέτης εισέβαλε σε διαμέρισμα και κράτησε όμηρο μια οικογένεια με μια χειροβομβίδα, ενώ παράλληλα τηλεφώνησε σε μεγάλο κανάλι και σε ζωντανή σύνδεση, για ώρες, συνομιλούσε με τον παρουσιαστή και την αστυνομία. Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του, ο Φράνσις διατηρεί το γενικό πλαίσιο των γεγονότων, όμως, δεν επιδιώκει μια τυπική αναπαρασταση των όσων συνέβησαν. Αντίθετα, αυτό μάλιστα κάνει και πραγματικά ενδιαφέρουσα την ταινία, επιχειρεί ένα ισορροπημένο ψυχογράφημα της Ελλάδας των late ‘90s, όταν ο κοινωνικός κανιβαλισμός, η ξενοφοβία και η διαπλοκή εκδηλώνονταν σε απευθείας μετάδοση.
Με την αφηγηματική οικονομία αμερικανικού θρίλερ και με υποβλητική αμεσότητα, η «Τελευταία Κλήση» βάζει τα πιόνια στο κινηματογραφικό σκάκι χωρίς περιττές επεξηγήσεις. Αυτό δίνει τον πλεονέκτημα στο σκηνοθέτη να κατασκευάσει στο άψε σβήσε ένα χειροπιαστό σασπένς, έχοντας στο φόντο έναν αποσαφηνισμένο καμβά διακυβευμάτων: ο αντι-ήρωας να βγει κερδισμένος, η οικογένεια να ζήσει, οι αστυνομικοί να μη γίνουν ρεζίλι πανελληνίως, οι δημοσιογράφοι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Το τελευταίο, παραδόξως, μετατρέπεται σε κομβικό στόχο σχεδόν για όλους: μπροστά στην κάμερα κανείς δεν θέλει να φανεί υποτιμημένος.

Η μία αναπάντητη «Τελευταία Κλήση»
Βέβαια, μάλλον αναπόφευκτα, η παρουσία που μαγνητίζει περισσότερο από όλες είναι αυτή του εγκληματία τον οποίο ο Ορφέας Αυγουστίδης ενσαρκώνει υποδειγματικά. Αλλοδαπός, μια λέξη που λατρεύουν να χρησιμοποιούν στο αστυνομικό ρεπορτάζ, τοξικοεξαρτημένος και τακτικός ένοικος των φυλακών, το πρόσωπό του συγκεντρώνει όλα όσα οι Έλληνες μικροαστοί αγαπούν να μισούν. Υπό αυτήν την έννοια, η εικόνα του στις τηλεοράσεις τους παραπέμπει σε ευθεία εισβολή στον τακτοποιημένο ιδιωτικό χώρο τους, τη στιγμή που ταυτόχρονα μια χειροβομβίδα απειλεί να ανατινάξει το ιερότερο τοτέμ της ελληνικότητας, την οικογένεια. Αυτού του είδους η φόρτιση που γεννιέται και μόνο από την απεικόνιση του χαρακτήρα του Αυγουστίδη στο σαλόνι, εμφανώς ατημέλητος μπροστά σε καλλωπισμένους νοικοκύρηδες, διαπερνά ακαριαία την οθόνη. Ένδειξη, κιόλας, του βαθμού στον οποίο αυτό που έχουμε μάθει βολικά να αποκαλούμε «περιθώριο» παραμένει κάτι απειλητικό, εχθρικό και απλησίαστο, όπως στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Ο Φράνσις, εύστοχα, εκμεταλλεύεται την ιδεολογική ένταση που προκύπτει και αποφεύγει τις αφηγηματικές παγίδες, όπως το να εξαντληθεί σε μια ανακύκλωση στερεοτύπων, έτσι στρέφει την προσοχή του σε μια έξυπνη πλην ανολοκλήρωτη σεναριακή ιδέα.

Ένα ερώτημα που μένει αναπάντητο στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, επίτηδες, για τη διόγκωση του σασπένς, είναι το κίνητρο του βασικού ήρωα. Τι θα μπορούσε να είναι εκείνο που θα τον οδηγούσε σε μια τόσο επικίνδυνη πράξη απελπισίας; Την απάντηση, προφανώς, δε θα την προδώσουμε. Ωστόσο, δίνει στην «Τελευταία Κλήση» μια τροπή που αφενός δεν ικανοποιεί πλήρως την εξέλιξη των πραγμάτων και αφετέρου, σημαντικότερο, αφήνει υπερβολικά πολλά στη φαντασία, φλερτάροντας με τη συνωμοσιολογία. Ναι, οι πολιτικές πλεκτάνες, οι παρασκηνιακές συμφωνίες που ίσως ρυθμίζουν τις ζωές μας παρά τη θέλησή μας και οι μηχανισμοί με τους οποίους ΜΜΕ και εξουσία διατηρούν αγαστές σχέσεις, αποτελούν μερικές από τις πιο δημοφιλείς θεματικές συζήτησης σε διαδικτυακά και μη καφενεία. Κινηματογραφικά, βέβαια, συνιστούν επιλογή διεκπεραιωτική, ειδικά όταν τοποθετούνται στην κορύφωση μιας, κατά τα άλλα, προσεγμένης αφήγησης. Εδώ, κλείνοντας, αξίζει να θυμηθούμε μια ακόμα ελληνική ταινία – ομηρείας, η οποία μάλιστα διαθέτει απροσδόκητα πολλά κοινά στοιχεία με την «Τελευταία Κλήση». Στο «BIOS + πολιτεία» (Νίκος Περάκης, 1987), ο υπαρξιακά και ιδεολογικά αγανακτισμένος κεντρικός ήρωας «παγώνει» όταν καλείται να επιτελέσει το ρόλο που εν τέλει κατέληξε να έχει στην ιστορία της χώρας του. Συνειδητοποιεί πως μετατράπηκε και εκείνος σε τηλεοπτικό πρόγραμμα, το βίωμα του αποτελεί απλώς προπομπό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και τίποτα παραπάνω. Η ζωή πικρά συνεχίζεται.
Η ταινία «Τελευταία Κλήση» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Tanweer (19/3). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.