Η «Θυσία» του Ρομέν Γαβρά έχει πλάκα, μέχρι που δεν έχει
Κινηματογραφικά ακατάτακτη και πολιτικά αποπροσανατολισμένη, η νέα δουλειά του «ανήσυχου» σκηνοθέτη αποδεικνύεται κενή νοήματος.
Περιεχόμενα
Ένα ουσιαστικό ερώτημα που αφορά τη φιλμογραφία του Ρομέν Γαβρά είναι το εξής: πότε άρχισαν να παίρνουν οι θεατές στα πολύ σοβαρά το έργο του και πότε εκείνος; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, ούτε η απορία διατυπώνεται με ειρωνεία (αλήθεια). Περισσότερο, αφορά το χρονικό σημείο στο οποίο ο σκηνοθέτης με το αδιαπραγμάτευτο ταλέντο στην απεικόνιση άμεσα αναγνωρίσιμων και καινοτόμων εικονογραφιών, αποφάσισε πως οι ταινίες του είναι «υποχρεωμένες» να θίγουν θεματικές περίπλοκες με τέτοιο τρόπο, ώστε έμμεσα να επιδιώκουν την αναβάθμιση της καλλιτεχνικής αξίας τους, χωρίς να το χρειάζονται. Η «Θυσία» είναι τέτοια περίπτωση, μία ακόμα μετά το άστοχο «Athena» (2022), παρόλο που η αφετηρία της εκτός από αγαθή είναι και επίκαιρη.

Η καταστροφή είναι ζωή
Μέχρι σήμερα, τέσσερις μεγάλου μήκους έχει στο όνομά του ο Γάβρας, όλες τους με μία κοινή σταθερά: την οικογένεια. Στο υποβλητικό ντεμπούτο του «Notre Jour Viendra» (2010) μπορεί να μην υπάρχουν σχέσεις αίματος, όμως, η αναζήτηση σημείων αναφοράς και συναισθηματικής σύνδεσης αποτελούν κομβικά διακυβεύματα της περιπέτειας με πρωταγωνιστή τον Βενσάν Κασέλ. Ένα ακόμα πυρηνικό χαρακτηριστικό στα φιλμ του σκηνοθέτη, οι προσωπικές εξεγέρσεις που δυνητικά γίνονται κοινωνικές. Και εάν στο «Athena» η εκδίκηση μερικών αδερφών εμπνέει ένα μαζικό ξεσηκωμό «από τα κάτω», στη «Θυσία» εκείνη που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν είναι μόνο η λαϊκή τάξη, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης Γη.
Την προστασία της έχει ως προτεραιότητα μια περιθωριακή ένοπλη ομάδα ανταρτών με οικολογική συνείδηση και μπροστάρισσα την Άνια Τέιλορ-Τζόι, η οποία παρεισφρέει σε μια εκδήλωση στα έγκατα ενός λατομείου όπου βρίσκεται η επιχειρηματική και καλλιτεχνική αφρόκρεμα του κόσμου. Τότε, κρατούν αιφνιδιαστικά ομήρους τους καλεσμένους με μόνο έναν έκπτωτο σταρ του Χόλιγουντ, τον οποίο υποδύεται ο Κρις Έβανς, να τολμά να αντισταθεί στη βία τους. Η τροπή της πλοκής στη συνέχεια, βέβαια, παίρνει εντελώς απρόβλεπτες προεκτάσεις οι οποίες, σταδιακά, απομακρύνονται από το πολιτικό και πλησιάζουν με φάλτσο τρόπο το… υπερβατικό.

Ή ουτοπία ή τίποτα
Στις καλύτερες στιγμές της, η «Θυσία» διακωμωδεί τον εγωκεντρισμό και την αυταρέσκεια της δυτικής άρχουσας τάξης με κύριο όπλο το σαρκασμό. Μία από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας, για παράδειγμα, βρίσκει κατά λάθος στο επίκεντρο το χαρακτήρα του Έβανς, ο οποίος κερδίζει την εύνοια των συνδαιτημόνων του καθώς των χειροκροτούν εκκωφαντικά και για ώρα. Φυσικά, εκείνος αγνοεί πως στην πραγματικότητα των ψέγουν, αλλά δεν του περνάει από το μυαλό κάτι τέτοιο από η στιγμή που γίνεται ήρωας. Ωστόσο, από το κινηματογραφικό στόχαστρο του Γαβρά κανείς δε τη γλιτώνει και εκεί είναι που αρχίζουν τα προβλήματα.
Όσο η «Θυσία» διατηρεί τα στοιχεία της πολιτικής σάτιρας που τροφοδοτούν το πρώτο μέρος της, κυρίως, το αποτέλεσμα είναι τουλάχιστον ευχάριστο. Όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αφού από το «Τρίγωνο της Θλίψης» μέχρι το «White Lotus» έχουν κορεστεί οι αντίστοιχες κωμικές αναπαραστάσεις της πλουτοκρατικής διαστροφής, αλλά και πάλι, ευχάριστο. Η μετάβαση σε ένα δεύτερο μισό σοβαροφανές και αποπροσανατολισμένο είναι που οδηγεί σε τέλμα την ταινία. Χωρίς συμπαγές κέντρο βάρους, όταν η έμφαση δίνεται στη διατύπωση μιας αδιάφορης επαναστατικής «μυθολογίας» γύρω από την ομάδα της Τέιλορ-Τζόι και ταυτόχρονα, στις υπαρξιακές αναζητήσεις των πρωταγωνιστών, η φλυαρία εξαϋλώνει οποιαδήποτε χάρη διέθετε το φιλμ έως τότε. Μα πρωτίστως, αποδεικνύει πως πίσω από τα πρωτοκλασάτα χολιγουντιανά ονόματα και την υψηλού επιπέδου παραγωγή απουσιάζει εκκωφαντικά κάτι το ουσιαστικό ή θαρραλέα τολμηρό. Εκείνο που ξεχωρίζει είναι μία ακόμα σύντομη κινηματογραφική εμφάνιση της Charli XCX που κλέβει την παράσταση.
Η ταινία «Θυσία» κυκλοφορεί από τη Rosebud.21 (15/10). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.
Διαβάστε επίσης