Στο «Primetime» ο Ρόμπερτ Πάτινσον δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του
Σαρωτικός ο Ρόμπερτ Πάτινσον στο «Primetime» που η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου θα είναι αδύνατο να αγνοήσει στα επόμενα βραβεία Όσκαρ.
Ο όρος «rubbernecking» δε μεταφράζεται απευθείας στα ελληνικά, αλλά αντιστοιχεί στην τάση των ανθρώπων να σταματούν ό,τι κάνουν για να δουν κάτι άσχημο την ώρα που πρόκειται να συμβεί. Είτε είναι τροχαίο είτε μια λογομαχία σε δημόσιο χώρο, εκείνη τη στιγμή ενστικτωδώς τα κεφάλια γυρνούν σα λάστιχο («rubber») για να εντοπίσουν την πηγή του κακού και έπειτα, δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια από πάνω του. Αυτό το παράξενο συναίσθημα αμηχανίας, φόβου, κουτσομπολιού αλλά και έμμεσης απόλαυσης όταν συναναστρέφεσαι κάτι γοητευτικά αποτρόπαιο προκαλεί και το «Primetime» του Λανς Όπενχαϊμ.

Άλλαξέ το, αν τολμάς
Ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες νέους Αμερικανούς σκηνοθέτες, ο Όπενχαϊμ δοκιμάζεται μεν για πρώτη φορά στη μυθοπλασία, αλλά εμπνευσμένος από μια πραγματική ιστορία. Στα μέσα των ‘00s, στις ΗΠΑ, ο Κρις Χάνσεν παρουσίαζε το ριάλιτι «To Catch a Predator». Η εκπομπή έγινε γρήγορα σουξέ, καθώς απεικόνιζε τον τρόπο που οι συντελεστές παγίδευαν υποκείμενα τα οποία επιδίωκαν να συναντηθούν με ανηλίκους για εντελώς διαστροφικούς σκοπούς. Οι συναντήσεις γίνονταν σε μέρη όπου βρισκόταν νωρίτερα το τηλεοπτικό συνεργείο και οι αστυνομικές αρχές, έτσι οι δράστες συλλαμβάνονταν επ’ αυτοφώρω, αφού προηγουμένως ο Χάνσεν τους έφερνε προ των ευθυνών τους.
Εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε πως από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 μέχρι περίπου τα ‘10s, είχαν γίνει εξαιρετικά δημοφιλείς οι τηλεοπτικές παραγωγές που διασκέδαζαν με την ιδέα των κρυφών καμερών. Από τη μία υπήρχαν οι «αθώες» σατιρικές εκπομπές που βασίζονταν στις φάρσες («Candid Camera», «Punk’d») και από την άλλη βρίσκονταν οι πιο τολμηρές όπως τα «Scare Tactics», «Cheaters» και φυσικά το «To Catch a Predator», στις οποίες ο εκάστοτε παρουσιαστής επιτελούσε έναν οριακό ρόλο ενδιάμεσου – ήταν πότε διαπραγματευτής, πότε ερευνητής, κάτι μεταξύ σε δημοσιογράφο και αστυνομικό, αλλά και τίποτα από τα δύο. Ο Χάνσεν διέπρεψε ως εκφραστής αυτής της συνταγής, διότι επιπλέον η αμερικανική κοινωνία είχε περάσει μερικά χρόνια να γαλουχείται στην ανθρωποφαγία, χάρη σε θηρευτές του κυνισμού και του ανθρώπινου πόνου όπως ο Τζέρι Σπρίνγκερ. Εάν υπολογιστεί, ακόμη, το γεγονός πως βρισκόμαστε στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπου στον αέρα κυριαρχούσε η ανάγκη για άμεση, ισοπεδωτική και γρήγορη απόδοση δικαιοσύνης, έστω και στρεβλά, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η απήχηση του «To Catch a Predator» είναι απόρροια της ικανοποίησης των πιο βάρβαρων ενστίκτων του κοινού.
Υπό αυτήν την έννοια, το «Primetime» είναι καθηλωτικό πρωτίστως ως αναψηλάφηση των ανομολόγητων, σκοτεινών ορέξεων που μπορεί να έχουμε ως θεατές. Κάποτε η παρακολούθηση της εκπομπής του Χάνσεν μπορεί να θεωρούταν «ένοχη απόλαυση», κάτι που βλέπει κανείς ειρωνικά ή κρυφά γιατί «αποκλείεται» να ταυτίζεται με αυτό, ή απλώς ντρέπεται να ομολογήσει πως του προσφέρει ζουμερή ψυχαγωγία. Για αυτό και το στιλιζάρισμα του Όπενχαϊμ παραπέμπει σε κάτι δυσοίωνο και ερεβώδες, σα να εξετάζει έναν μαραθώνιο εφιάλτη όπου κυριαρχεί το ακατανόητο. Ποιότητες αγχωτικές οι οποίες διογκώνονται χάρη στη στοιχειωτική ερμηνεία του πρωταγωνιστή.

Ο κακός Πάτινσον, ο καλύτερος Πάτινσον
Στην πραγματικότητα δεν αποτελεί ούτε στο ελάχιστο είδηση πως ο Ρόμπερτ Πάτινσον σαρώνει στο «Primetime». Ο Βρετανός έχει πλέον στο ενεργητικό του σειρά ρόλων όπου εμπλουτίζει χειροπιαστά τους χαρακτήρες του, θυμηθείτε τον απειλητικό μνηστήρα της «Οδύσσειας», κάτι που κατορθώνει εκ νέου ως Χάνσεν. Σαν άλλος Πάτρικ Μπέιτμαν («American Psycho»), η κινηματογραφική εκδοχή του παρουσιαστή παραπέμπει σε αδίστακτο καριερίστα που αποκτά εμμονή με το κυνήγι της επιτυχίας και βασικά, εθίζεται στην αδρεναλίνη που συνοδεύει τη διεκδίκηση της καταξίωσης. Για αυτό ενίοτε μοιάζει αλλόφρων, σταθερά ασυναγώνιστο και το κωμικό τακτ του Πάτινσον παρεμπιπτόντως, αδύναμος να αποστασιοποιηθεί από αυτό που αντιλαμβάνεται ως απόλυτο στόχο. Η παραπάνω διάσταση του «Primetime» επαληθεύεται και από τους χαρακτήρες της παραγωγού και του ηθοποιού – δολώματος, τους οποίους ενσαρκώνουν έξοχα οι Μέριτ Γουέβερ και Σκαίλερ Γκιζόντο, αντίστοιχα. Αμφότεροι ανέχονται τη σκληρή δοκιμασία που συνιστά η ρουτίνα του «To Catch a Predator», διότι εκείνο που έχουν χρειάζονται περισσότερο από καθετί είναι αναγνώριση από τους ομοίους τους. Το τι λέει αυτό για την ηθική πυξίδα τους είναι μια άλλη ιστορία…
Στο «Primetime» ο Όπενχαϊμ δε νοσταλγεί, ακριβώς, την εποχή της αμερικανικής τηλεόρασης όπου ήταν ανεκτό ένα ριάλιτι σαν αυτό του Χάνσεν. Ωστόσο, αφήνει μια ενδιαφέρουσα νύξη για το πού βρίσκεται τώρα. Τότε, βασικός ανταγωνιστής του παρουσιαστή δεν ήταν κάποια άλλη εκπομπή, αλλά το… «Lost». Δύο δεκαετίες αργότερα, τα τηλεοπτικά κανάλια θεωρούνται δεινόσαυροι και οι streamers παλεύουν για την προσοχή των συνδρομητών κυκλοφορώντας τη μία σειρά μετά την άλλη, κόντρα στο σύντομης διάρκειας περιεχόμενο των social media. Μερικά από τα πράγματα που έχουν μείνει ίδια, βέβαια, είναι το πόσο γρήγορα συντονιζόμαστε σε μια οθόνη όταν αυτή «μυρίζει» αίμα.
Η ταινία «Primetime» κυκλοφορεί από τη Σπέντζος (8/10). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.
Διαβάστε επίσης