Το «Social Reckoning» είναι σαν οργισμένο post στο Facebook του κουλ θείου σου
Ο οσκαρικός Άαρον Σόρκιν εμπνέεται ένα σίκουελ που δεν έχει ούτε την αιχμηρότητα ούτε την εμβρίθεια του ορμητικού «Social Network».
Πριν από δεκαέξι χρόνια, ο Άαρον Σόρκιν («West Wing», «Ζήτημα Τιμής») έβλεπε το διασκευασμένο σενάριό του για το «Social Network» να τον οδηγεί στο μοναδικό Όσκαρ της καριέρας του ως τώρα. Σε σκηνοθεσία του εμβληματικού Ντέιβιντ Φίντσερ, το φιλμ βασιζόταν στα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία του Facebook και την ανέλιξη του Μαρκ Ζούκεμπεργκ στην ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ. Αλλά επιπλέον, ήταν το σαρδόνιο πορτρέτο μιας γενιάς ελαττωματικών αντρών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την τεχνολογική πρόοδο για την ικανοποίηση προσωπικών απωθημένων και φιλοδοξιών.
Με άλλα λόγια, ήταν σαν το «American Psycho» να είχε γυριστεί ως ένα καταιγιστικό πολιτικό θρίλερ. Η προσέγγιση αυτή δεν ωφέλησε μόνο ως διαπεραστική ψυχαγωγία, αλλά και ως προειδοποιητική απεικόνιση των προθέσεων μιας ανήθικης προσωπικότητας η οποία έδειχνε ικανή για όλα, όπως ο Ζούκεμπεργκ. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο τεχνο-μεγιστάνας δεν παραμένει απλώς στο προσκήνιο και εμείς ακόμη συνδεδέμενοι στα προφίλ μας, αλλά φαίνεται η ισχύς της επιρροής του να έχει πολλαπλασιαστεί. Συγκυρία που ευνοεί την κυκλοφορία του σίκουελ με τίτλο «Social Reckoning».

Όχι likes, μόνο shares
Αυτήν τη φορά, ο Σόρκιν βρίσκεται και στην καρέκλα του σκηνοθέτη αντί του Φίντσερ. Ο τελευταίος ήταν πρόθυμος να επιστρέψει, αλλά το αποκλειστικό συμβόλαιό του με το Netflix δεν του άφηνε περιθώρια για συνεργασίες εκτός streamer. Σε συνδυασμό με την ανυπομονησία του Σόρκιν να βγει το συντομότερο η ταινία, το αποτέλεσμα ήταν να αναλάβει διπλό ρόλο. Η συγκεκριμένη πληροφορία είναι κομβική και συνδέεται με τις προθέσεις του 65χρονου δημιουργού που προδίδονται από τον τίτλο. Ο όρος «reckoning» αντιστοιχεί σε μια στιγμή όπου όλα κρίνονται, γίνεται ένας απολογισμός, αποδίδονται ευθύνες και σίγουρα αποτελεί σημείο καμπής. Κατά τον Σόρκιν, η ιστορία του Facebook βρίσκεται στο εν λόγω σημείο, όπως επίσης η σχέση των χρηστών μαζί του. Μια επαφή η οποία, κρίνοντας από το φιλμ, καλό θα ήταν να μη συνεχιστεί.
Το «Social Reckoning» βασίζεται στην αληθινή περίπτωση της Φράνσις Χάουγκεν (Μάικι Μάντισον), μιας υπαλλήλου του Facebook, η οποία βλέποντας πως αγνοούνται οι προειδοποιήσεις της για τις βλάβες που προκαλεί το μέσο στους ανθρώπους, αποφασίζει να εμπιστευτεί όσα ξέρει στο δημοσιογράφο Τζεφ Χόργουιτς (Τζέρεμι Άλεν Γουάιτ) της Wall Street Journal. Οι αποκαλύψεις τους οδηγούν τον Ζούκεμπεργκ, τον οποίο υποδύεται σαρδόνια ο Τζέρεμι Στρονγκ, ενώπιον του αμερικανικού κογκρέσου, όπου ο ισχυρός άντρας καλείται να υπερασπιστεί την εταιρία του. Πρόκειται για ένα περισταστικό που ίσως δε θυμάστε, αφού το Facebook έχει συνδεθεί με πολλαπλές παρόμοιες καταγγελίες την τελευταία δεκαετία, όμως εν προκειμένω, η έμφαση δίνεται στην ευκολία με την οποία ένας χρήστης μπορεί να αποκτήσει ακραίες απόψεις απλώς και μόνο κάνοντας scrolling στην αρχική σελίδα του.

Ο σώζων εαυτόν τυπωθήτω
Δεν αποτελεί είδηση πως ο περίπου αυθαίρετος τρόπος με τον οποίο διοχετευόταν η πληροφορία στο feed του εκάστοτε χρήστη τα ‘10s, πλέον είναι σε τεράστιο βαθμό ελεγχόμενος από τις ρυθμίσεις του αλγορίθμου που ρυθμίζει το Facebook. Αντίστοιχα, είναι πια γνωστό τοις πάσοι ότι το μέσο προωθεί και ενισχύει αναρτήσεις, δημοσιεύσεις και απόψεις οι οποίες έχουν τσακωθεί με την έννοια της νηφαλιότητας. Διόλου τυχαία, ο όρος «ragebait» έχει περάσει στην καθομιλουμένη, ενώ η τοξικότητα ευδοκιμεί στα σχόλια των περισσότερων αναρτήσεων, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη τις σελίδες μεγάλων Μέσων. Γενικά το Facebook έχε μετατραπεί σε ένα αφιλόξενο μέρος που θυμίζει πεδίο μάχης διαφορετικών απόψεων παρά οτιδήποτε άλλο. Για να μπορούν να γίνουν, όμως, αυτές οι διαπιστώσεις είχαν προηγηθεί τα ρεπορτάζ του Χόργουιτς.
Ένα σημαντικό μέρος του «Social Reckoning» αφορά ακριβώς την πολύτιμη δημοσιογραφική δουλειά που επέτρεψε τη μερική αποκαθήλωση των social media. Ο Σόρκιν, εξάλλου, ανήκει στη μετά το Γουότεργκεϊτ γενιά, όταν η ερευνητική δημοσιογραφία θεωρούταν κάτι το ηρωικό. Ο ρομαντισμός με τον οποίο ο Σόρκιν απεικονίζει το μεράκι του Χόργουιτς και το θάρρος της Χάουγκεν ευθύνεται για τη γοητεία του σίκουελ, χωρίς βέβαια να είναι αρκετό. Ο Αμερικανός βασίζεται υπερβολικά στην παράθεση γεγονότων, τους επιτελεστικούς διαλόγους και την ανακύκλωση ιδεών εντός του σεναρίου. Ως προς αυτό δε βοηθά και το γεγονός πως απουσιάζει η «κινηματογραφικότητα» στην αισθητική του Σόρκιν. Κυριαρχεί μια «προκάτ» αίσθηση, ειδικά στις ενότητες του Πουέρτο Ρίκο, που αποτρέπει την ουσιαστική σύνδεση με την πλοκή. Να κάτι που ένας σκηνοθέτης στο επίπεδο του Φίντσερ θα ήξερε πώς να αποφύγει…

«Εντάξει, μπάρμπα»
Εάν το «Social Reckoning» έμενε προσηλωμένο στο δημοσιογραφικό σκέλος του, στη χειρότερη θα είχαμε να κάνουμε με ένα ακόμα συμβατικό, πλην ενδιαφέρον, δράμα. Τα πραγματικά προβλήματα για το φιλμ ξεκινούν όταν η δράση αποκτά πολιτικές διαστάσεις. Ακολουθεί μικρό spoiler.
Ως αποκορύφωμα της διαβρωτικής και διχαστικής επίδρασης των social media στις ανθρώπινες συνειδήσεις παρουσιάζεται η εισβολή ακροδεξιών ταραχοποιών στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021. Καθόλου διακριτικά, ο Σόρκιν διατυπώνει μια σύνδεση ανάμεσα στο χρόνο που περνά κανείς στο Facebook και στην ταχύτητα με την οποία μετατρέπεται σε μέρος ενός όχλου. Και ενώ υπάρχουν σαφή στοιχεία που δείχνουν ότι είναι σαφώς ευκολότερο να «ριζοσπαστικοποιηθεί» ένα υποκείμενο όσο περισσότερο έρχεται σε επαφή με πολιτικά φορτισμένο περιεχόμενο, στα αλήθεια τα πράγματα ούτε τόσο μονοκόμματα ούτε τόσο απλά είναι. Δε χρειάζεται να είναι κάποιος πτυχιούχος πολιτικής επιστήμης ώστε να διαπιστώσει πως για να φτάσει κανείς να υποστηρίζει ένα δυνητικό πραξικόπημα, μάλλον δεν ευθύνεται εξ ολοκλήρου το doomscrolling.
Έπειτα, είναι παράξενη η θέση από την οποία ο Σόρκιν ασκεί πολιτική κριτική. Παρότι είναι σαφές πως νοσταλγεί μια Αμερική με ισχυρό κράτος δικαίου, ανθρωπιστικές αξίες και κοινωνική ειρήνη, οι εκφραστές αυτών των αγαθών ιδεών έχουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης για την 6η Ιανουαρίου. Η συλλογική μνήμη μπορεί να έχει υποστεί πληγές λόγω των reels και των TikToks, όμως δεν έχει κοντύνει τόσο πια. Άρα, η αυτοπεποίθηση με την οποία επικρίνει την κατάπτωση του πολιτικού συστήματος, φλερτάροντας μάλιστα με το λαϊκισμό, μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση άτοπη. Και παραδόξως, έτσι, το «Social Reckoning» καταλήγει να μοιάζει επικίνδυνα με μακροσκελή ανάρτηση οργισμένου πολίτη στο Facebook, παρά με ένα αγωνιώδες φιλμ που πιάνει τον παλμό της εποχής του.
Η ταινία «The Social Reckoning» κυκλοφορεί από τη Feelgood Entertainment (8/10). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.