Ο Τομ Κρουζ ξοδεύεται στο κακόγουστο και εντελώς αποτυχημένο «Ντίγκερ»
Ακόμα και εάν κερδίσει το πρώτο Όσκαρ της καριέρας του ο Αμερικανός ηθοποιός, θα είναι με μία από τις χειρότερες ταινίες της φιλμογραφίας του.
Περιεχόμενα
Τέλη Σεπτεμβρίου του 2025 κυκλοφορούσε το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον. Μία από τις πιο πολιτικοποιημένες ταινίες του ρηξικέλευθου σκηνοθέτη, παρά το γεγονός πως δεν αναφερόταν σε πολύ συγκεκριμένες ιδεολογικές – κοινωνικές συγκυρίες, η οποία εκμεταλλεύτηκε υπέρ της το δικαίωμα της καλλιτεχνικής αμφισημίας για να αναδείξει την υπερβολή, τις αντιπαλότητες και τις νέες μορφές βίας που δίνουν τον τόνο στη σύγχρονη αμερικανική ζωή. Στο επίκεντρο, παράλληλα, βρισκόταν η σχετικά δυσλειτουργική σχέση μιας κόρης και του πατέρα της, η σωτηρία της οποίας εξελίχθηκε σε μείζον σεναριακό διακύβευμα και ουσιαστικό συναισθηματικό αντίβαρο στην κωμωδία, το σασπένς και την ευρύτερη δραματουργία. Ένα χρόνο αργότερα, με μερικές μέρες διαφορά, ο Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου («Η Επιστροφή», «Χαμένες Αγάπες») παραδίδει το «Ντίγκερ» το οποίο άθελά του(;), μοιάζει με κάκιστη απομίμηση της «Μάχης» όσο και αν υφολογικά δε θα μπορούσαν να βρίσκονται πιο μακριά η μία μετά την άλλη.

Ξαναζεσταμένο μεταμοντέρνο πιάτο
Ο Τομ Κρουζ τα δίνει όλα σε ένα δισυπόστατο ρόλο ο οποίος δεν είναι απίθανο να του φέρει μία ερμηνευτική οσκαρική υποψηφιότητα σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το «Μανόλια» του Άντερσον. Τυχαίο; Ας υποθέσουμε πως ναι, διότι οι ομοιότητες μεταξύ των δύο σκηνοθετών δε σταματούν εδώ και εάν επιμείνουμε σε αυτές θα «κουράσει» το κείμενο. Εν προκειμένω, λοιπόν, ο Κρουζ υποδύεται έναν ηθοποιό που συμμετέχει σε μια θεατρική παράσταση ενσαρκώνοντας έναν πανίσχυρο δισεκατομμυριούχο πετρελαιοπαραγωγό, ο οποίος εξαιτίας της εγκληματικής αμέλειάς του προκαλεί ένα αδιανόητο οικολογικό ατύχημα που οδηγεί την ανθρωπότητα στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Ο ήρωας δυσκολεύεται να επικεντρωθεί στις πρόβες, ωστόσο, καθώς τα ίχνη της κόρης του χάθηκαν λίγο πριν επιβιβαστεί σε μια πτήση της.
Η πολυεπίπεδη, ταυτόχρονη εξέλιξη της πλοκής με γερές δόσεις μεταμοντερνισμού, αφού η ταινία σχολιάζει πολλαπλώς τον εαυτό της την ίδια στιγμή που κάνει αναφορές σε υπαρκτά στοιχεία, αποτελεί αγαπημένη συνταγή του Ινιαρίτου. Εξάλλου, χάρη σε εκείνη καθιερώθηκε στο Χόλιγουντ με το «Birdman ή Η Απρόσμενη Αρετή της Αφέλειας» (2014) που, μάλιστα, απέσπασε τέσσερα βραβεία Όσκαρ, όπως επίσης αυτήν εμπιστεύτηκε στο αυτοβιογραφικό, όσο και αφόρητα ανοικονόμητο, «Μπάρντο, το Ψευδές Χρονικό ενός Σωρού Αλήθειες» (2022). Αρά, εάν πριν από δώδεκα χρόνια το ύφος του σκηνοθέτη ήταν πρωτότυπα φρέσκο και πριν από τέσσερα κάπως κορεσμένο, τώρα μοιάζει στην καλύτερη επιτηδευμένο και στη χειρότερη ανέμπνευστο και εξουθενωτικό.

Τα όρια της σάτιρας
Βέβαια, το «Ντίγκερ» δεν παίρνει εξαρχής τον εαυτό του πάρα πολύ σοβαρά. Πρώτα συστήνεται ως μια επιθετική πολιτική σάτιρα που επιδιώκει να απογυμνώσει τη μιαρότητα των εξαιρετικά πλούσιων, υπέργηρων αντρών που κυβερνούν τον κόσμο, πλαίσιο που προσφέρεται για την εκδήλωση ακόμα μίας διαδεδομένης έκφανσης του μεταμοντερνισμού. Αυτή της σχολής Κουέντιν Ταραντίνο, η οποία θολώνει τα όρια ανάμεσα στα κινηματογραφικά «κλεισίματα ματιού» σε έργα άλλων, τα κατάφωρα σκηνοθετικά δάνεια και τα δείγματα πραγματικής αυθεντικότητας. Διότι το αισθητικό ψηφιδωτό του Ινιαρίτου αποτελείται από καδραρίσματα που παραπέμπουν ευθέως στον Γιώργο Λάνθιμο («Η Ευνοούμενη», «Poor Things»), στιγμές τραβηγμένου σουρεαλισμού αλά Τέρι Γκίλιαμ («Brazil»), ταξικό σαρκασμό με το σκανδιναβικό φλέγμα του Ρούμπεν Έστλουντ («Το Τρίγωνο της Θλίψης»), αλλά και χρωματική παλέτα που παραπέμπει στον επίσης Σουηδό δημιουργό Ρόι Άντερσον («Εσείς, οι Ζωντανοί»).
Φυσικά, δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να αναγνωρίσει τις παραπάνω ομοιότητες του «Ντίγκερ» με άλλες ταινίες για να το απολαύσει ή όχι, ούτε αυτομάτως χάνεται το ενδιαφέρον του λόγω αυτών. Το πρόβλημα ξεκινά από τη χειροπιαστή ανάγκη του Ινιαρίτου να πείσει πως όσα συμβαίνουν είναι τρομερά σημαντικά, την ώρα που δε συμβαίνει τίποτα ώστε να κατακτηθεί αυτός ο στόχος, σε συνδυασμό με ένα βεβιασμένο «κυνήγι» κινηματογραφικού μεγαλείου. Κάθε πλάνο δίνει την αίσθηση πως αποτελεί προϊόν σπουδαίας μελέτης και προσοχής στη λεπτομέρεια, παρόλο που όσα απεικονίζονται φλερτάρουν έντονα με την κακογουστιά και την αυταρέσκεια: από το αχρείαστα φωνακλάδικο παίξιμο όλων των ηθοποιών, μέχρι τη… μηχανική γάτα – κατοικίδιο του πρωταγωνιστή. Κιόλας, η σαρωτική φούρια του φιλμ αποδεικνύεται κενή νοήματος εάν ληφθούν υπόψη οι πολιτικές προεκτάσεις όσων με έμπλεη αυτοπεποίθηση φιλοδοξεί να κριτικάρει ο Ινιαρίτου.

«Καφενειακή» ανάλυση βγαλμένη από το Facebook
Η προσήλωση του Μεξικανού σκηνοθέτη στο ανεξέλεγκτα πομπώδες όραμά του μπορεί να γοητεύσει τους σινεφίλ που βρήκαν αρετές στο ισοδύναμα επικής κλίμακας «Megalopolis», για παράδειγμα. Μόνο που ο Φράνσις Φορντ Κόπολα είχε τη διορατικότητα, τουλάχιστον, να προστατεύσει τον ποιητικό συμβολισμό της αφήγησής του που φορτίζεται από ρομαντισμό. Άστοχο μεν, πηγαία ενθουσιώδες δε. Ο Ινιαρίτου, από την άλλη, ρίχνει όλο το βάρος σε μια διόλου περίτεχνη μεταφορά που παραμένει μονοδιάστατη από την αρχή ως το τέλος. Γιατί, αλήθεια, ποιος δεν καταλαβαίνει ποιοι μπαίνουν στο στόχαστρο ενός ευκολονόητου σχολίου που διατυπώνει πως μια διεφθαρμένη, ανήθικη και ιδιοτελής πλουτοκρατία ευθύνεται για τα δεινά του κόσμου; Ερώτημα ευκαιριακό που στο «Ντίγκερ» εξερευνάται με το γνωσιακό βάθος μιας πρόχειρης δημοσίευσης στα social media, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα έβρισκε αληθινά ουσιαστικές αποκρίσεις («S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα»).
Μόνος να «παλεύει» για κάποια αίσθηση μέτρου και στόχου, ο Τομ Κρουζ. Ενώ γύρω του επικρατεί παροξυσμός, ο ηθοποιός διογκώνει το ψυχολογικό εύρος των χαρακτήρων του, τόσο του ανθρώπου στο σανίδι όσο και του διαπλεκόμενου μεγιστάνα. Οι προσπάθειές του ξεχωρίζουν στο σκέλος που αφορά τον πατέρα, γιατί αυτό είναι και το μέρος που ανέπτυξαν λιγότερο οι πέντε(!) συνολικά σεναριογράφοι του «Ντίγκερ». Χωρίς ουσιαστική πλοκή, βέβαια, παρά συρραφή βινιετών που θυμίζουν το Saturday Night Live, πόσα να κάνει ο 64χρονος σταρ; Η ερμηνεία του είναι και το μοναδικό προτέρημα ενός φιλμ που καταφέρνει να φλυαρεί ακατάσχετα, μόνο για να πει στο τέλος απελπιστικά λίγα.
Η ταινία «Ντίγκερ» κυκλοφορεί από την Tanweer (1/10). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.
Διαβάστε επίσης