Στο νέο «Resident Evil» πεθαίνεις από το φόβο και από τα γέλια για τους σωστούς λόγους
©Sony Pictures

Στο νέο «Resident Evil» πεθαίνεις από το φόβο και από τα γέλια για τους σωστούς λόγους

Ο Ζακ Κρέγκερ αναβιώνει με απίθανο τρόπο το franchise και ταυτόχρονα παραδίδει μία από τις καλύτερες video game ταινίες όλων των εποχών.

Γεια όσους μεγαλώσαμε στα ‘00s, οι λέξεις «Resident Evil» ήταν συνυφασμένες με τον απόλυτο τρόμο. Προσωπικά, οφείλω να παραδεχτώ πως καθώς άργησα να αποκτήσω κονσόλα παιχνιδιών, αγνοώ τη αφήγηση που αναπτύσσεται στα video games (συγγνώμη). Ωστόσο, όντας παιδί με είχαν σοκάρει οι μεταφορές του Πολ Γ. Σ. Άντερσον, όχι τόσο διότι είναι απαράδεκτες ως μεταφορές, που είναι, όσο γιατί μου φαίνονταν γνήσια τρομακτικές. Η σκηνή του ασανσέρ στην ταινία του 2002, για παράδειγμα, έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στις αναμνήσεις μου. Και σε συνδυασμό με την επιτυχία του «28 Μέρες Μετά» που είχε μόλις κυκλοφορήσει, δεν ήθελε πολύ να «φάω» μεγάλο σκάλωμα με το zombie horror υπο-είδος.

Κάνω την παραπάνω εισαγωγή για να αποσαφηνίσω πως οι προσδοκίες μου γύρω από το reboot του franchise δια χειρός Ζακ Κρέγκερ ήταν πρωτίστως κινηματογραφικές. Διότι, ο εν λόγω σκηνοθέτης ευθύνεται για μερικές από τις καλύτερες ταινίες τρόμου των τελευταίων ετών («Barbarian», «Weapons»), έτσι, η ενασχόλησή του με έναν κόσμο που στο σινεμά δεν έχει αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις, συνιστά μεγάλη πρόκληση. Την οποία όχι απλά αποδέχτηκε, αλλά ξεπέρασε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Resident Evil 2

First person μπούφος

Το αλά Κρέγκερ «Resident Evil» ξεκινά κυριολεκτικά από το σημείο μηδέν και τη μέρα που ένας ιός ξεφεύγει από τα εργαστήρια της Umbrella Corporation προτού σπείρει πανικό στη Ρακούν Σίτι. Βέβαια, όλα αυτά τα αγνοεί ο κεντρικός ήρωας, ένας ταπεινός ντελιβεράς που καλείται να μεταφέρει στην επίμαχη πόλη ένα εξαιρετικά πολύτιμο πακέτο του οποίου αγνοεί το περιεχόμενο. Τον κεντρικό ρόλο κρατά ο Όστιν Έιμπραμς, ο οποίος είχε ξεχωρίσει στο «Weapons» ενσαρκώνοντας έναν τοξικοεξαρτημένο νέο – καθοριστικό για την εξέλιξη της πλοκής (spoilers δεν κάνουμε). Εδώ ο ηθοποιός αποδεικνύεται έξοχη επιλογή, αφού ο χαρακτήρας του δε λείπει από καμία σχεδόν σκηνή και σε όλες κλέβει την παράσταση.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι ο Έιμπραμς φέρει στην ερμηνεία του μία ποιότητα με την οποία κάθε gamer μπορεί να ταυτιστεί: εκείνη του να μην έχεις ιδέα τι σου γίνεται. Από την πλήρη απουσία φόβου και τη μη αναγνώριση περιβάλλοντος, μέχρι να μη ξέρεις πώς να χειρίζεσαι ένα όπλο. Και κατ’ επέκταση, κάθε νέα γνώση να αφομοιώνεται δράση τη δράση, σμιλεύοντας μια συμπεριφορά επιβίωσης. Μοιάζει αμελητέα, ωστόσο, αυτή η διακριτική παρατήρηση που φέρνει στο προσκήνιο ο Κρέγκερ μετατρέπεται σε ενέργεια που νοητά τοποθετεί το θεατή στη θέση του ήρωα. Κι ας μη κρατάει κανείς χειριστήριο, κι ας μην υπάρχει η διέξοδος του «save game». Επιπλέον, ο Έιμπραμς υποδύεται έναν άντρα που θάρρος επιδεικνύει, κατά λάθος, άλλο τόσο εντυπωσιάζει με την απύθμενη αφέλειά του. Στοιχείο το οποίο, επίσης, ο Κρέγκερ χρησιμοποιεί ως βάση για την ανάπτυξη μιας ξέφρενης περιπέτειας.

Resident Evil 3

Χιούμορ που τρομοκρατεί

Όπως ακριβώς έκανε στο «Weapons», αλλά και όπως τείνει να γίνει ο κανόνας στο είδος του τρόμου («Εμμονή», «Widow’s Bay»), ο Αμερικάνος σκηνοθέτης προσεγγίζει το σενάριό του σαν κωμωδία στην οποία προσδίδει horror διαστάσεις. Ένας φαινομενικά ασύμβατος συνδυασμός που στην πράξη λειτουργεί απολαυστικά και ειδικά στο «Resident Evil» βρίσκεται σε τέλεια ισορροπία. Οι σκηνές βίας με δυνητικό θύμα το χαρακτήρα του Έιμπραμς είναι ισόποσα σπαρταριστές και ανατριχιαστικές, διότι σμίγουν το απλό χιούμορ που κρύβεται σε ένα gag με το παραλυτικό άγχος ενός καλά χρονομετρημένου jump scare. Άμεση, γενναιόδωρη και ευρηματική είναι η ψυχαγωγία που προσφέρει η σκηνοθεσία του Κρέγκερ, έτσι περιττεύουν οι περίτεχνες αναλύσεις, αλλά παράλληλα δεν πρόκειται για ένα φιλμ δίχως ουσία.

Στην επιτυχία του «Resident Evil» συνηγορεί, τέλος, το γεγονός πως δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ποτέ για το τι έχει προηγηθεί στο franchise και τι θα μπορούσε να το διαδεχθεί. Η έννοια του «lore» («μυθολογία») που σε άλλα reboots καταλήγει να μην αφήνει περιθώρια αναθεώρησης, επανασχηματισμού ή αμφισβήτησης κάποιων πραγμάτων, εν προκειμένω περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Και με αυτόν τον τρόπο, εντελώς αβίαστα, προκύπτει ένα καταιγιστικό φιλμ που τιμά τόσο το γενετικό κώδικα των video games όσο και τις προσδοκίες όσων γνωρίζουν καλά το horror συντακτικό.

Η ταινία «Resident Evil» κυκλοφορεί από τη Feelgood Entertainment (17/9). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα