Ανταπόκριση: Τελικά αξίζει το hype του «La Bola Negra»;

Ανταπόκριση: Τελικά αξίζει το hype του «La Bola Negra»;

Είδαμε την πολυσυζητημένη ισπανική ταινία στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και δε μείναμε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι.

Όχι σε μεγάλη έκταση, αλλά σε υπολογίσιμη ποσότητα, στο arthouse σινεμά τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν όλο και συχνότερα παραγωγές που υπογραμμίζουν το πόσο καλλιεπείς, εικαστικά αψεγάδιαστες και όμορφες με την αντικειμενική έννοια του όρου είναι. Στην εκθαμβωτική εικονογραφία τους απεικονίζονται είτε άτομα του περιθωρίου είτε θεματικές «αντεργκράουντ», θέλοντας να εξαργυρώσουν ένα κεφάλαιο πολιτιστικής κουλτούρας η οποία αν δεν είναι απαραίτητα «αντικαθεστωτική», είναι σίγουρα προϊόν έκφρασης μιας κοινότητας μη προνομιούχων ανθρώπων. Η οποία πότε ταυτίζεται και πότε όχι με τους σκηνοθέτες των εν λόγω ταινιών.

Τα φιλμ αυτά και οι δημιουργοί τους, εκ των οποίων και σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, διαπράττουν εκ προοιμίου ένα καλλιτεχνικό φάουλ. Θεωρούν πως αν δηλώσουν κινηματογραφικά πως εκπροσωπούν ή τους απασχολεί κάτι πολιτικά και ιδεολογικά φορτισμένο, αυτομάτως έχουν σχολιάσει τα πάντα για αυτό. Η εν λόγω ιδέα είναι συγγενέστερη των παραστατικών τεχνών, των βίντεο κλιπ και της διαφήμισης, όπου κάτι τέτοιο είναι όντως αρκετό – υπό όρους, αλλά έστω. Πάντως, σίγουρα, στο σινεμά χρειάζονται πολλά περισσότερα από όμορφες εικόνες για να μπορεί κανείς να υποστηρίξει πειστικά πως έχει κάτι έκτακτο, πόσω δε μάλλον ουσιαστικό, να πει. Και δυστυχώς, η βραβευμένη στις Κάννες και οσκαρικά φιλόδοξη «Μαύρη Μπάλα» («La Bola Negra», Χαβιέ Κάλβο & Χαβιέ Αμπρόσι) εμπίπτει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία.

La Bola Negra 3

Μη χαλάτε τα vibes

Ταινία εποχής, ρομαντικό δράμα και ταυτόχρονα μια μεταμοντέρνα, διαγενεακή υπαρξιακή αναζήτηση, η «Μαύρη Μπάλα» εξελίσσεται παράλληλα σε τρεις διαφορετικές ιστορικές εποχές, το 1932 λίγο πριν το ξέσπασμα απόπειρας πραξικοπήματος, το 1937 κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και το 2017. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους, οι διαχρονικές εκφάνσεις μιας αμείλικτης ομοφοβίας και το ομώνυμο ανολοκλήρωτο έργο του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, όπως επίσης και ο ίδιος ως προσωπικότητα, καθώς βρίσκεται στο φόντο κάθε πλοκής. Τα σημαντικότερα διακυβεύματα, βέβαια, τίθενται σε δύο ιστορίες, εκείνη που θέλει ένα στρατιώτη τον φασιστικών δυνάμεων να ερωτεύεται έναν αιχμάλωτο αντάρτη και εκείνη ενός νεαρού γκέι άντρα που διαπιστώνει πως οι πρόγονοί του είχαν μια πιο συναρπαστική ζωή από αυτή που θα περίμενε.

Χωρίς να χαθεί λεπτό κινηματογραφικού χρόνου ή να υπάρξει περιθώριο αφηγηματικής «ανάσας», οι Κάλβο και Αμπρόσι με μια αγχώδη επιδειξιομανία παραθέτουν τη μία οπτικά μεγαλειώδη σεκάνς μετά την άλλη, αφιερώνοντας τον ελάχιστο δυνατό χρόνο στην ανάπτυξη ενός σεναρίου που περιορίζεται στα προσχήματα. Προτού καλά – καλά αναπτυχθεί το κινηματογραφικό συντακτικό της «Μαύρης Μπάλας», το σκηνοθετικό δίδυμο παρουσιάζει δράσεις διογκωμένου συναισθηματικού βάρους και μεγαλόσχημων ιδεών, στη θέα των οποίων υπάρχει η προσδοκία το κοινό να νιώσει δέος, απλά και μόνο επειδή αυτή είναι η πρόθεση, χωρίς να έχει κερδηθεί αυτός ο θαυμασμός. Αντίστοιχα, εξάλλου, η αναφορά στον Λόρκα χρησιμοποιείται ως διανοουμενίστικο δόλωμα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε πρόσφατα ο Πάβελ Παβλικόφσκι στη ρηχή «Πατρίδα» με τον Τόμας Μαν. Δηλαδή σαν ένα name drop που, υποτίθεται, αυτομάτως μεγεθύνει το έρεισμα όσων συμβαίνουν και λέγονται, χωρίς φυσικά να υλοποιείται κάποια ουσιαστική αποτύπωση αυτής της εμβληματικής προσωπικότητας.

La Bola Negra 2
«Η Μαύρη Μπάλα»

Για τη ζωή, όχι τις πληροφορίες

Παρομοίως, το πολιτικό παρελθόν της Ισπανίας αισθητικοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Κάλβο – Αμπρόσι οδηγούνται στην εξωτικοποίηση καταστάσεων οι οποίες, με τη σειρά τους, αποκτούν βαθιά ελαττωματικές επισημάνσεις. Ως προς αυτό, είναι ενδεικτικός ο τρόπος που χειρίζονται τα κεφάλαια του Εμφυλίου. Με αδικαιολόγητη αφέλεια, οι σποραδικές στιγμές ελευθερίας και αμεριμνησίας των μαχητών μετατρέπονται σε κυρίαρχη καθημερινότητα και το αιματοκύλισμα παίρνει τη θέση μίας βίαιης διακοπής της ξεγνοιασιάς. Συρράξεις, παρεμπιπτόντως, οι οποίες θαρρείς πως γίνονται για κάποιο άγνωστο λόγο και όχι επειδή, μεταξύ άλλων, στην Ιβηρική Χερσόνησο παιζόταν η γενική πρόβα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για παράδειγμα, μια χαρακτηριστική ενότητα του φιλμ απεικονίζει γυμνούς φαντάρους να απολαμβάνουν τη θάλασσα σε ένα πολύτιμο ανέφελο διάλειμμα, μια καθόλου διακριτική μεταφορά για το πως, κατά βάθος, όλοι είμαστε ίδιοι στη νιότη μας. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι ίδιοι άντρες φορούν τις στολές τους εκτελώντας εντολές στο όνομα του Φράνκο. Τότε, σίγουρα, δεν είμαστε καθόλου ίδιοι.

Μονάχα θεωρητικά, το άλλοθι των σκηνοθετών είναι πως ενδιαφέρονται πρωτίστως να διατυπώσουν ένα μοιρολόι για τη νεανικότητα που ξοδεύεται κάτω από οπισθοδρομικές απαγορεύσεις, για σχέσεις που δεν ευδοκίμησαν λόγω κοινωνικού στίγματος, για όλα όσα ευθύνονται που ενίοτε ποινικοποιείται ο έρωτας όλων όσων δεν είναι στρέιτ. Φαινόμενα, βεβαίως, τα οποία όχι απλώς συνεχίζουν να υφίστανται σήμερα, αλλά επιπλέον απειλούν αυτονόητες κατακτήσεις χρόνων. Οι ήρωες της «Μαύρης Μπάλας», όμως, δεν υπάρχουν σε κάποιο κενό αέρος, αποτελούν αδιαίρετο κομμάτι της εποχής τους που κατασκεύασε, εφάρμοσε και διαιώνισε τις μεθόδους καταπίεσής τους. Υπό αυτήν την έννοια, μοιάζει ειρωνική η τελευταία ατάκα που ακούγεται στην ταινία, η οποία λέει: «Πρόσεξε, γιατί μας κυνηγούν ακόμα». Διότι, πολύ απλά, οι Κάλβο – Αμπρόσι μιλούν αυθαίρετα και άτολμα για κινδύνους που, στην πραγματικότητα, και πρόσωπα έχουν και συγκεκριμένες επικίνδυνες πολιτικές απόψεις. Να προσέξουμε, λοιπόν, αλλά μήπως πρέπει να κατονομάσουμε ποιους; Ρητορικό το ερώτημα, αφού η συμβολική μπάλα η οποία πετιέται στη σινεφιλική εξέδρα επιτελεί το ρόλο ενός απολιτίκ παραπετάσματος, με στόχο την αποφυγή εκφοράς μιας αληθινά τολμηρής αφήγησης που θα έκανε τη «Μαύρη Μπάλα» κάτι περισσότερο από αναμάσημα της αλμοδοβαρικής σκηνοθεσίας, ετοιμοπαράδοτο για mood boards στο Pinterest.

Η «Μαύρη Μπάλα» κυκλοφορεί 28 Ιανουαρίου 2027 στους κινηματογράφους. Διαβάστε όλα τα νεότερα από το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εδώ.

Σχετικά άρθρα