Το «Club Kid» αποδεικνύει πως μπορείς να πηγαίνεις σε rave και να είσαι μπαμπάς
Ο Τζόρνταν Φέρστμαν στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του πραγματοποιεί ένα συγκινητικό θρίαμβο όπου το χανγκόβερ του ξενυχτιού σμίγει με την ντάγκλα της πατρότητας.
Περιεχόμενα
Μία από τις κατηγορίες των ταινιών που είναι ευκολότερο να υποτιμηθούν για την αξία τους, είναι όσες φαινομενικά απλώς υλοποιούνται, δεν έχουν να επιδείξουν κάτι χειροπιαστά «κινηματογραφικό» και οι αφηγήσεις τους, συνήθως, δεν καταπιάνονται με Σοβαρές Περίπλοκες Ιδέες™. Αντιθέτως, τείνουν να ψηλαφούν καθημερινά άγχη, οικεία απωθημένα και πάγιες σχεσιακές ανάγκες, δηλαδή θέματα που ενίοτε εκλαμβάνονται ως απλοϊκά, αν όχι δευτερεύοντα. Και όμως, αυτού του είδους τα φιλμ είναι που όχι μόνο επιδεικνύουν μια αδιόρατη επιδεξιότητα, αλλά επιπλέον είναι μεταξύ των πιο σύνθετων να διεκπεραιωθούν επιτυχημένα και ουσιαστικά. Ε λοιπόν, σε αυτήν την τελευταία κατηγορία εμπίπτει το «Club Kid» του Τζόρνταν Φέρστμαν.

Τίνος είσαι εσύ
Με δημοφιλή social media-κή παρουσία και καθιερωμένο πρόσωπο μεταξύ της κουλ queer διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής, ο Φέρστμαν («Rotting in the Sun», «I Love LA») έγινε ευρύτερα γνωστός διαδικτυακά προτού περάσει σταδιακά στο χώρο του θεάματος. Η δημόσια παρουσία του, συνδεδεμένη με το κλάμπινγκ και τη νυχτερινή ζωή γενικότερα, τροφοδότησε μια εικόνα υψηλών εντάσεων, ποπ αισθητικής και παθιασμένης ρουτίνας, έτσι το μεγάλο μήκους ντεμπούτο του, με το συγκεκριμένο τίτλο κιόλας, εύλογα προξένησε αντίστοιχες προσδοκίες. Βέβαια, λίγοι θα περίμεναν πως η ταινία του Αμερικανού θα ήταν το ακριβώς αντίθετο (περίπου), αλλά και ότι θα αποδεικνυόταν όνομα και πράγμα.
Ο πρωταγωνιστής εκτός από σκηνοθέτης Φέρστμαν, υποδύεται έναν βετεράνο των νεοϋορκέζικων πάρτι, ο οποίος ακριβώς τη στιγμή που είναι εντελώς άφραγκος, ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματός του και ξαφνικά, ενώπιόν του βρίσκεται ο δεκάχρονος γιος που αγνοούσε πως είχε. Τότε, η αυτονόητη υποχρέωση της προσοχής του μετατρέπεται σε μια πρόκληση που τον φέρνει αντιμέτωπο με μια αργοπορημένη, πλην αναγκαία ίμανση. Το νέο υπαρξιακό κεφάλαιο που ανοίγει, καλείται να δώσει απάντηση σε ένα παράδοξο ερώτημα: γίνεται να υπάρξει ένα μονοπάτι της μοίρας όπου τα raves, τα πάρτι και η νεανική ελευθεριότητα μπορούν να σμίξουν με την επιμελημένη ανατροφή ενός παιδιού;

In my detox era
Για να επιστρέψουμε στο αρχικό επιχείρημα, φορμαλιστικά το «Club Kid» δεν έχει να επιδείξει κάτι το πραγματικά ρηξικέλευθο. Προστίθεται στη μακρά παράδοση των αστικών, αλλά και συγκεκριμένα νεοϋορκέζικων, αυτογνωσιακών – αστικών δραμάτων, όπου ο ρεαλισμός χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για την εμβάθυνση σε μερικές άρρητες, προσωπικές και ταυτόχρονα καθολικές αλήθειες. Έπειτα, οι χαλαροί, γλυκόπικρα κωμικοί διάλογοι και μια ανθρωπογεωγραφία – κολάζ που εντείνει την αίσθηση της «φέτας ζωής», κάνουν το φιλμ ακαριαία ζεστό και γνώριμο.
Ωστόσο, για το μικρό θρίαμβο που πετυχαίνει ο Φέρστμαν, ευθύνεται ο τρόπος με τον οποίο εισάγει διακριτικές καινοτομίες στην προαναφερθείσα σεναριακή συνταγή, μένοντας πιστός στο χαμηλό τόνο και τη γήινη φύση της αφήγησής του. Όσο εξελίσσεται η πλοκή, ωμότητα και τρυφερότητα συμβαδίζουν πλάι – πλάι, ακριβώς όπως η ευφορία του ξενυχτιού συνυπάρχει με τη βεβαιότητα πως σύντομα θα τη διαδεχτεί η σωματική εξουθένωση. Και επιπλέον, το «Club Kid» δεν ξεχνά ποτέ πως μιλά για τη σταθερή μάχη για εσωτερική βελτίωση, την οποία δεν την αφορά η επίτευξη μιας συμφιλιωτικής, απόλυτα θετικής έκβασης, παρά η άφιξη σε μια συμφιλίωση με τις αδυναμίες μας. Όταν αυτές πάψουν να είναι δικαιολογία, αλλά προϋπόθεση αυθεντικής συνομιλίας με όσα σκοτεινιάζουν τη ψυχή, τότε η φροντίδα τους θα έρθει πιο ομαλά. Ακόμα κι αν χρειαστεί να πάρει πρώτα τη μορφή ενός άγνωστου γιου.
Η ταινία «Club Kid» κυκλοφορεί από τη Σπέντζος (5/11). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.