Το «Φιόρδ» είναι ένας Χρυσός Φοίνικας για τις ίσες αποστάσεις και το φόβο του Άλλου
Η πολυσυζητημένη ταινία που οδήγησε το Ρουμάνο σκηνοθέτη Κριστιάν Μουντζίου σε δεύτερο θρίαμβο στο Φεστιβάλ των Καννών είναι λιγότερο αιχμηρή από όσο υπόσχεται.
«Πρέπει να παραδέχεσαι τα λάθη σου». Αυτή η νουθεσία – εντολή που δίνει ο Ρουμάνος πατέρας Μιχάι (Σεμπάστιαν Σταν) στα παιδιά του, τα οποία κατσαδιάζονται γιατί είχαν μόλις κάνει μια σκανταλιά, διατρέχει όλη την πλοκή του «Φιόρδ». Διότι η νέα ταινία του Κριστιάν Μουντζίου («4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες»), του σημαντικότερου σκηνοθέτη από τη Ρουμανία ο οποίος κέρδισε για δεύτερη φορά το Χρυσό Φοίνικα με το εν λόγω φιλμ, εμβαθύνει σε μερικές από τις πιο φορτισμένες και για αυτό γοητευτικές θεματικές που απασχολούν το σύγχρονο δημόσιο λόγο. Το πώς, δηλαδή, πλέον το ιδιωτικό συγχέεται με το δημόσιο, πώς η χαοτική «σοσιαλμιντιακή» νοοτροπία έχει ναρκοθετήσει την καθημερινή επικοινωνία, αλλά και πώς η σταδιακή αποδόμηση της παγκοσμιοποίησης έχει μετατρέψει προοδευτικούς και συντηρητικούς να μοιράζονται κοινά αρτηριοσκληρωτικά χαρακτηριστικά. Έτσι όπως, τουλάχιστον, προκύπτει στον κόσμο του «Φιόρδ», όπου μια αληθινή ιστορία εμπνέει ένα κοινωνικό δράμα λιγότερο αιχμηρό στην κριτική του και περισσότερο ασφαλές στα συμπεράσματά του από όσο υπαινίσσεται πως είναι.

Όλα τα δικαστήρια είναι λαϊκά
Ο προαναφερθείς Μιχάι εκτός από πατέρας είναι και χριστιανός. Υποστηρικτής, μάλιστα, ενός πιο αυστηρού δόγματος των κόλπων της χριστιανοσύνης που, μεταξύ άλλων, απαγορεύει τη χρήση κινητών τηλεφώνων και επιβάλλει την καθημερινή προσευχή, τη μελέτη της Αγίας Γραφής κ.ο.κ. Ο τρόπος ζωής του δεν προκαλεί προβλήματα σε κανένα, ώσπου μεταναστεύει με τη σύζυγο (Ρενάτε Ρέινσβε) και τα τέκνα του σε ένα χωριό της Νορβηγίας. Εκεί, μερικές ενδείξεις πως οι κόρες τους ίσως να έχουν υποστεί σωματική βία από τον Μιχάι θορυβούν τις δασκάλες των κοριτσιών οι οποίες ειδοποιούν τις Αρχές. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά μια ψυχοφθόρα νομική περιπέτεια η οποία, εκτός από το ότι βάζει σε κίνδυνο το μέλλον της οικογένειας, αποκτά τέτοια δημοσιότητα ώστε καταλήγει να τοποθετεί στο εδώλιο ολόκληρες παραδόσεις και κουλτούρες.
Αστραπιαία, ανοίγονται «χαρακώματα» και οι αντίπαλοι χωρίζονται σε πλευρές. Εκείνες που δικάζονται είναι μεν οι γονεϊκές ικανότητες του Μιχάι, αλλά επίσης οι πολιτισμικές καταβολές του. Σε μια χώρα όπως η Νορβηγία, όπου μόλις το 2017 η εκκλησία διαχωρίστηκε από το κράτος, η «Πρόνοια παρέχει τα πάντα» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά μια δημόσια υπάλληλος. Άρα, η συναναστροφή με έναν άνθρωπο της πίστης συνοδεύεται από ενδεχομένως αναπόφευκτη προκατάληψη, ικανή να θολώσει την κρίση της αμερόληπτης δικαιοσύνης. Το «Φιόρδ» παίζει το χαρτί της αμφισβήτησης περίτεχνα, προσθέτει στην εξίσωση τις εγγενείς ασυμβατότητες ανάμεσα στο σκανδιναβικό και ανατολικο-ευρωπαϊκό ταμπεραμέντο, με αποτέλεσμα ο δυνητικός θεατής σαν άλλος ένορκος να γίνεται μέρος των νομικών διεργασιών και των ηθικών προβληματισμών που μπορούν να αλλάξουν το πρόσημο της υπόθεσης. Εξάλλου, η απόσταση από τη γονεϊκή κακοποίηση στη θρησκευτική δίωξη είναι πιο μικρή όταν τα πάντα βρίσκονται σε δημόσια έκθεση, ειδικότερα όταν ορίζονται από το κάδρο μιας κινηματογραφικής ή μη κάμερας.

Μουντζίου ο… «ισαποστάκιας»;
Έξυπνα, ο Μουντζίου υιοθετεί μια σκηνοθετική προσέγγιση ιδιαίτερα δημοφιλή στο πρόσφατο ευρωπαϊκό arthouse σινεμά, αυτή του νηφάλιου δικαστικού δράματος που δε φοβάται να εμβαθύνει σε περίπλοκες όσο και επίκαιρες υποθέσεις. Ειδικά στο γαλλικό κινηματογράφο παρατηρείται μια σχετική τάση, με τίτλους όπως τα «Σεντ Ομέρ» (Αλίς Ντιόπ, 2022), «Υπόθεση Γκολντμάν» (Σεντρίκ Καν, 2023) και «Ανατομία Μιας Πτώσης» (Ζιστίν Τριέ, 2023) να μην οδηγούν απλώς σε καθηλωτικά αποτελέσματα, αλλά και σε κορυφαίες διακρίσεις (Χρυσός Φοίνικας για την Τριέ). Σμίξτε το παραπάνω ύφος του «Φιόρδ» με το εγκεφαλικό – αποστειρωμένο βλέμμα ενός Ρούμπεν Έστλουντ (ιδίως της «Ανωτέρας Βίας») και έχετε μια κινηματογραφική αισθητική υψηλών καλλιτεχνικών διαπιστευτηρίων, ακαδημαϊκού επιπέδου και αταλάντευτου ορθολογισμού, η οποία είναι αρκετή ώστε να πείσει ο Ρουμάνος δημιουργός πως η ταινία του έχει κάτι πολύ ουσιαστικό να πει.
Ως ένα σημείο, το «Φιόρδ» όντως το κάνει. Διότι ωφελεί ως ένα προειδοποιητικό αφήγημα για τη σύγχρονη αδυναμία του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται τις αφανείς ποιότητες μιας πολυσήμαντης συνθήκης, επειδή βιάζεται να εξάγει σίγουρα συμπεράσματα και να απονείμει δικαιοσύνη, όπως και εάν την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Ωστόσο, τα πράγματα δε μένουν και τόσο… στο κέντρο, όταν οι ήρωες καλούνται να πάρουν τις αποφάσεις τους. Η τρίτη πράξη του φιλμ αφήνει να εννοηθεί πως η βαλκανική μενταλιτέ είναι αναπόφευκτο να μείνει προσκολλημένη στις (απαρχαιωμένες) ρίζες της, αφού αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της βορειοευρωπαϊκής πραγματικότητας. Όχι πως εξαίρεται η άλλη πλευρά ως ιδανική ή άμοιρη ευθυνών, αλλά, στο φινάλε επικρατεί μια αμφισημία προθέσεων που εύκολα μπορεί να παρεξηγηθεί ως παραπέτασμα διανοουμενισμού. Παράλληλα, η δραματουργία του «Φιόρδ» μένει σε απρόσμενα ρηχά νερά για την εμπειρία του Μουντζίου, ο οποίος υπό άλλες συνθήκες διαπρέπει στην ανάπτυξη πολύπτυχων και ενδοσκοπικών ψυχογραφιών («Πέρα από τους Λόφους», «Η Αποφοίτηση»). Εδώ αρκετές πλοκές μένουν είτε ανεκμετάλλευτες είτε ανολοκλήρωτες (η φιλία μεταξύ των συμμαθητριών), σαν αποσιωπητικά ενός σεναρίου που δε συμπληρώνεται ποτέ για λόγους… ατμόσφαιρας. Αν μη τι άλλο, εάν επιχειρείς να γυρίσεις μια βαλκανική εκδοχή της «Ανατομίας», οφείλεις να έχεις διαλέξει πλευρά. Και ας μην είναι απαραίτητα η σωστή.
Η ταινία «Φιόρδ» κυκλοφορεί από τη Σπέντζος (2ο/8). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.
Διαβάστε επίσης