Το τραγούδι των Radiohead που τρομοκράτησε τον Thom Yorke
Η ιστορία πίσω από το εξάλεπτο αριστούργημα που άλλαξε για πάντα τη βρετανική ροκ σκηνή.
Οι Radiohead δεν φημίζονταν ποτέ για την «ανάλαφρη» μουσική τους. Μπορείς να τους ακούσεις και να απολαύσεις διαχρονικά τη μουσική τους, να συγκινηθείς με τις πιο μελαγχολικές στιγμές της δισκογραφίας τους, αλλά η φήμη που τους ακολουθεί είναι ότι υπήρξαν πάντα μια κάπως καταθλιπτική μπάντα, ακόμα και στις πιο δυναμικές στιγμές τους.
Όταν το επιδίωκαν, όμως, μπορούσαν να γίνουν πραγματικά ανατριχιαστικοί, και ο ίδιος ο Thom Yorke παραδέχτηκε πως ένιωσε τρόμο δουλεύοντας πάνω στο τραγούδι «Paranoid Android». Κακά τα ψέματα, η ιδέα του να στήσεις ένα εξάλεπτο έπος από το πουθενά είναι αρκετή για να γεμίσει άγχος κάθε δημιουργό. Καθώς το συγκρότημα προσπαθούσε να ξεπεράσει τη «ρετσινιά» της απλής post-grunge μπάντας, δουλειές όπως το The Bends συμβάδιζαν με το ρεύμα της τότε ανερχόμενης Britpop, κρύβοντας όμως μερικές επιπλέον εκπλήξεις σε κομμάτια όπως το «Black Star».
Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το συγκεκριμένο άλμπουμ, ο Yorke άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα της σταδιακής αποξένωσης των ανθρώπων από την ίδια τους την πραγματικότητα. Σε μια στάση για ποτό, έγινε αυτόπτης μάρτυρας ενός εξαιρετικά βίαιου σκηνικού, ενός άγριου καβγά που ξέσπασε ανάμεσα σε θαμώνες.
Με αυτή την ένταση να τον στοιχειώνει ακόμα και αφού επέστρεψε στο δωμάτιό του, ο Yorke άρχισε να πλάθει την ιστορία κάποιου που έχει χάσει κάθε επαφή με την ανθρώπινη πλευρά του. Αν και έχουν γίνει άπειρες συγκρίσεις με το «Happiness is a Warm Gun» των Beatles, η πραγματική, αν και μακρινή, συγγένεια του κλασικού κομματιού των Radiohead είναι με το «Bohemian Rhapsody».

Παρόλο που αυτή η διαπίστωση σηκώνει πολλή συζήτηση, αρκεί να δει κανείς τη δομή του κάθε έργου: και τα δύο ξεκινούν με μια ήπια εισαγωγή, κλιμακώνονται σε ένα εκρηκτικό μεσαίο μέρος και αγνοούν κάθε παραδοσιακή φόρμα τραγουδιού. Αν ο Yorke έλεγε έστω μια φορά τη λέξη «Scaramouche», η ομοιότητα θα ήταν πιο ξεκάθαρη.
Το ευφυές στοιχείο είναι ότι το «Paranoid Android» δεν μοιάζει με μια «συρραφή» που έγινε απλώς για χάρη του εντυπωσιασμού. Κάθε μέρος του ακούγεται σαν μια νέα σκέψη που εισβάλλει ορμητικά πριν προλάβει η προηγούμενη να ολοκληρωθεί – κάτι που αντικατοπτρίζει τέλεια την ψυχική κατάσταση του Yorke εκείνη την περίοδο. Υπάρχει χιούμορ, οργή και μια υπόγεια αίσθηση αποστροφής, με όλα τα συναισθήματα να παλεύουν ταυτόχρονα για λίγο χώρο. Λογικό, λοιπόν, να νιώσει άβολα με το δημιούργημά του, από τη στιγμή που άρχισε να τον «κοιτάζει» κατάματα.
Ακόμα κι όταν εξωτερίκευσε αυτές τις σκέψεις, ο Yorke παρέμενε βασανισμένος, δηλώνοντας: «Τίποτα δεν ήταν υπό τον έλεγχό μας. Όλα όσα υπάρχουν στο “Paranoid Android” με τρομοκρατούσαν. Οι φωνές και τα πρόσωπα των ανθρώπων που παραμορφώνονταν. Και η φιλοδοξία. Την έχω στο κεφάλι μου, αυτό το συναίσθημα ότι όλα πρόκειται να καταρρεύσουν με πάταγο».

Αυτή η αίσθηση ότι τα πάντα ξεφεύγουν από τον έλεγχο έγινε σχεδόν τόσο εμβληματική για τους Radiohead όσο και το ίδιο το τραγούδι. Είχαν επιτέλους φτιάξει τον μεγαλόπνοο ροκ δίσκο που ονειρεύονταν, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι η επιτυχία φέρνει τα δικά της «βαρίδια». Ξαφνικά, τους αντιμετώπιζαν ως τους σωτήρες της βρετανικής μουσικής σκηνής – μια μάλλον δυσάρεστη θέση για κάποιον που, από ένστικτο, δυσπιστεί απέναντι στις βαρύγδουπες δηλώσεις.
Ενώ η ροκ εποχή των Radiohead κατέρρευσε αναπόφευκτα, αυτό έγινε σχεδόν βάσει σχεδίου. Το OK Computer ήταν ένα αριστούργημα, αλλά αν προσπαθούσαν να το επαναλάβουν, ήταν βέβαιο πως θα τους «έτρωγε ζωντανούς». Έτσι, ενώ λάτρευαν τον κρυστάλλινο ήχο του έργου τους, επέλεξαν να βουτήξουν στον ψηφιακό κόσμο του Kid A.
Αν και το «Paranoid Android» είναι το πιο οπερατικό τους κομμάτι, τραγούδια όπως το «Everything In Its Right Place» αποπνέουν μια πολύ πιο παγερή ατμόσφαιρα, με στίχους που θυμίζουν ρομπότ που αποκτά ξαφνικά συνείδηση.
Με το «Paranoid Android» το συγκρότημα κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο φόβος που το γέννησε δεν έσβησε ποτέ. Πάντα θα υπάρχουν σκοτεινές εκδοχές της ανθρώπινης φύσης, και όποτε αυτές εμφανίζονται, η χαρακτηριστική κιθάρα του Jonny Greenwood δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά.