Γιαννάκης, Παπανικολάου & Φασούλας στα αποδυτήρια της Εθνικής το ’98

Γιαννάκης, Παπανικολάου & Φασούλας στα αποδυτήρια της Εθνικής το ’98

Το ΚΛΙΚ συνάντησε την Εθνική Ομάδα στην προετοιμασία της για το Μουντομπάσκετ που διεξήχθη στην Αθήνα. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Τεύχος 136, Αύγουστος 1998
Κείμενο: Γιώργος Λυκουρόπουλος
Φωτο: Κώστας Λάλας

Για πολλούς το θέμα με την Εθνική μπάσκετ δεν είναι η ίδια η Εθνική, αλλά το παρελθόν της. Αυτό το διαβολεμένο παρελθόν μιας ομάδας που μπόρεσε να ξεπεράσει τα όρια της αθλητικής υπόθεσης και να γίνει κάποια στιγμή υπόθεση όλων των Ελλήνων. Λίγο πριν το φετινό Παγκόσμιο Πρωτάθλημα μπάσκετ που θα γίνει στην Αθήνα, η Εθνική και οι άνθρωποί της θέλουν να ανακαλύψουν και να μας δώσουν το νέο πρόσωπό τους. Εμείς περάσαμε ένα 24ωρο μαζί τους. Και δεν το μετανιώσαμε.

Στο Μουντομπάσκετ, από τις 29 Ιουλίου ως τις 9 Αυγούστου, η μόνη λέξη που μπορεί να ξαναζεστάνει ένα κοινό ελαφρώς κορεσμένο είναι η λέξη «Εθνική» –κάτι σαν το «εθνική υπόθεση», που λένε κι οι πολιτικοί.

Μεγάλα λόγια. Αλλά σάμπως φταίμε μόνο εμείς; Η ίδια η Ομοσπονδία του μπάσκετ στις 14 Ιουνίου πρωτοπαρουσίασε την Εθνική του Γιαννάκη με αναφορές στο παρελθόν. Η επιλογή καθόλου τυχαία. Έντεκα χρόνια μετά, την ίδια μέρα του τότε θριάμβου, τότε που η Ελλάδα πανηγύριζε το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, παρουσιάζονταν οι 19, που θα γίνονταν 12, για να παίξουν απέναντι στον Καναδά, στην Ιταλία, στη Σενεγάλη, αργότερα στη Γιουγκοσλαβία, στη Ρωσία, πιθανότατα στο Πουέρτο Ρίκο –κακό της δαίμονα στο Μουντομπάσκετ του Τορόντο.

«Θα προσπαθήσουμε να παίξουμε καλό μπάσκετ και να ικανοποιήσουμε τον κόσμο. Να νιώσουν όλοι ότι τα παιδιά έκαναν το καλύτερο δυνατό –ότι έδωσαν καλό θέαμα». Τα λόγια είναι του Παναγιώτη Γιαννάκη. Τον συναντήσαμε στη Νάουσα, στην προετοιμασία πριν το τουρνουά της Κύπρου και της Βρέμης.

Τοποθεσία: Άγιος Νικόλαος. Όρος Βέρμιο, μέσα στην αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, μια μαγική όαση κάτω απ’ τα πλατάνια, δίπλα στα παγωμένα νερά που τρέχουν και σε γαληνεύουν. Κάποια παιδάκια με στυλό και χαρτί στα χέρια ψάχνουν στο βάθος να δουν τα ινδάλματά τους, τα κορίτσια ψιθυρίζουν για τον Σιγάλα, τον Παπανικολάου, τον Ρετζιά – μια γενιά καινούργια και παλιά μαζί. Στο τραπέζι, η ομάδα σύσσωμη –παίκτες, προπονητές γιατροί. Μόλις έχουν γυρίσει από την πρωινή προπόνηση στο κλειστό Γυμναστήριο της Νάουσας –ένα γήπεδο που φιλοξενεί σε κάθε μεγάλη διοργάνωση τις εθνικές ομάδες.

Ο Γιαννάκης έχει μπει πλέον στα 40. Ίδιος κι απαράλλαχτος με τον παίκτη Γιαννάκη –ίδια τα πιστεύω, οι λέξεις, η ορολογία, οι αρχές του ατόμου. Έπαιξε με την Εθνική Ομάδα 351 φορές κάνοντας ρεκόρ Ευρώπης, γνώρισε μαζί της όλες τις διακρίσεις. «Καθυστερήσαμε», λέει, όταν τελειώνει η κουβέντα μας. Ο λόγος του είναι περιφραστικός. Δεν θέλει να «βγάζει τίτλους» όταν μιλάει, θέλει να το απλώνει το πράγμα, να του δίνει και μια θεωρητική χροιά, θέλει να περνάει ένα μήνυμα με κάθε λέξη. Και να κάνει σημαία του ό,τι πιστεύει -είναι ο χαρακτήρας του έτσι, το είχε πάντα, τον έχουν ειρωνευτεί γι’ αυτό, να θέλει να ντύνει τα πάντα με το συναίσθημα. Το πιο κεντρικό του μήνυμα, όμως, για το Μουντομπάσκετ είναι άλλο: «Μη φορτώνουμε την Εθνική με τον στόχο της επιτυχίας, εμείς τώρα χτίζουμε μια ομάδα». Όποιος θέλει το ενστερνίζεται. Άλλοι λένε «αν δεν πάρουμε τώρα μετάλλιο, που δεν έρχεται η Dream Team, πότε θα πάρουμε;» Ό,τι θέλει ο καθένας προσδοκά. «Να μη στεκόμαστε συνέχεια στο ’87», μου λέει με παράπονο ο Νίκος Οικονόμου. Λιγομίλητος, μοιάζει λίγο κουρασμένος. Κουβαλούσε στην προετοιμασία ένα πρόβλημα τραυματισμού. Και δεν ήταν ο μόνος. Η κληρονομιά της σεζόν που πέρασε δεν είναι η καλύτερη για τον παίκτη του Παναθηναϊκού. «Πιστεύω ότι έμαθα απ’ τα λάθη μου. Πέρυσι, φάνηκα πολύ συναισθηματικός με όσα έγιναν με τον κόσμο, με τις ήττες. Η αντίδρασή μου ήταν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε εφηβική. Τώρα είμαι πιο προσγειωμένος».

Με τον κόσμο του μπάσκετ δεν έχεις ποτέ πρόβλημα «επιπέδου» της κουβέντας. Δεν πέφτεις από ένα επίπεδο και κάτω. Ένα 24ωρο μαζί τους, δεν χρειάστηκε να μιλήσω με όλους για να καταλάβω τον καθέναν –μια αύρα ευγενική και ενδιαφέρουσα εκπέμπουν, κι όχι μόνο οι παίκτες αλλά και οι συνεργάτες του Γιαννάκη και το τιμ της Εθνικής.

Στην προπόνηση ο καθένας έχει το πρόγραμμά του. Ο Αλβέρτης (αριστερά) κι ο Λιαδέλης (δεξιά) «σηκώνουν τα βάρη τους».

Ο Νίκος Σταυρόπουλος είναι ο βοηθός – έχει γυρίσει από την Αμερική όπου θήτευσε δίπλα στον διάσημο Αμερικανό προπονητή Μπόμπι Νάιτ. Η παρουσία του διακριτική, ένας άνθρωπος ευγενικός, χαμηλών τόνων, συνεχώς κοντά στους παίκτες, έκανε και βάρη μαζί τους για το τραυματισμένο από παλιά γόνατό του. Κοντά κι ο Νίκος Φιλίππου, το alter ego του Φασούλα παλιότερα, ο αιώνιος πλακατζής και άτυχος της Εθνικής, τώρα μάνατζερ κοντά στο τεχνικό τιμ, φροντίζει για τα πάντα. Συνεργαζόμαστε για τη φωτογράφιση, θυμόμαστε το ’87, όταν πριν τον τελικό –τι σύμπτωση– πανηγυρίζαμε δίπλα δίπλα, στην παραλιακή. Ο κόσμος είναι μικρός…

Υπάρχει μια συνέχεια σε πρόσωπα, μια διαδοχή σε πόστα, υπάρχει και ένα μείγμα γενεών στην ομάδα; «Δεν είμαστε μείγμα, δεν θέλω να το ακούω αυτό», λέει ο Οικονόμου, «είμαστε η ίδια ομάδα του Ευρωμπάσκετ του ’96. Υπάρχει μια ομάδα εδώ κι έχει έναν χαρακτήρα, ένα πρόσωπο». Δίπλα, ο συμπαίκτης του στον Παναθηναϊκό, ο Αλβέρτης, «ο καλύτερος σουτέρ στην Ελλάδα», όπως λένε πολλοί, βάζει πάγο στο πόδι του. «Έχει αλλάξει στον χαρακτήρα, είναι πολύ ώριμος, πολύ πιο ανοιχτός προς τα έξω», μου λέει ένας δημοσιογράφος που παρακολουθεί πολλά χρόνια το μπάσκετ. Ένας τεράστιος άνθρωπος 24 χρονών, ένα αρμονικό κορμί 2.07 μ., βγαίνει από το Κλειστό Γυμναστήριο της Νάουσας και τα κορίτσια μαζεύονται για να πάρουν αυτόγραφο.

Τον Φασούλα τον κάλεσα γιατί είναι ο καλύτερος ψηλός. Πέρσι έλειψε λόγω κούρασης.

Ο προπονητής της Εθνικής, Παναγιώτης Γιαννάκης παρακολουθεί τα παιδιά του, Ρετζιά και Παπανικολάου που σε κάποια ανάπαυλα της προπόνησης ποζάρουν παίζοντας μπροστά στο φακό.

Έχει ακόμα «γκελ» στον κόσμο η Εθνική του μπάσκετ. Αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους αθλητικούς, οι μπασκετμπολίστες είναι ακόμα πρότυπα. Έξω από το ξενοδοχείο μαζεύονται τα πιτσιρίκια για να δουν από κοντά παιδιά 20-22 χρονών. Άλλοι φωτογραφίζονται με τον Γιαννάκη, στο εστιατόριο μια κοπέλα με εμφανές τρακ πλησιάζει τον Παπανικολάου για αυτόγραφο κι αρχίζει την ερωτική εξομολόγηση, όσο πιο διακριτικά μπορεί. Ο Σιγάλας, με κινητό στο χέρι και το βαρύ περπάτημα του Πειραιώτη μάγκα, προκαλεί σχόλια θαυμασμού. Ο Καράγκουτης είναι ο πιο χιουμορίστας της ομάδας, όπως με διαβεβαιώνουν όλοι. Τον βλέπω απέναντί μου, στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, κεφάτα παιδιά, αυτός, ο Καλαϊτζής κι ο Λιαδέλης έχουν αρχίσει τα πειράγματα.

Ρετζιάς και Παπανικολάου

Η καθημερινότητα της προετοιμασίας, πριν κατέβουν απ’ το «βουνό» –κλασική έκφραση ανθρώπων του αθλητισμού– είναι ασκητική. Έγερση 8.30 το πρωί για μπρέκφραστ, νυσταγμένα βλέμματα στο τραπέζι, πειράγματα, αλλά όχι πολλή όρεξη για κουβέντα. Στις 10.30 το πούλμαν θα κατεβάσει την ομάδα στο γήπεδο όπου θα μείνουν μέχρι τις 12.30. Στην προπόνηση ο καθένας έχει το πρόγραμμά του. Σαν τα μικρά παιδιά κάνουν όταν παίρνουν το χαρτί από τα χέρια του γυμναστή Σπύρου Κέλλη. Οι τραυματίες κάνουν τα δικά τους, ο Λημνιάτης μόνο λείπει, αφού είναι άρρωστος. Ο Ρεντζιάς, άρτι αφιχθείς φέτος από τη Βαρκελώνη, έχει δυναμώσει ακόμη περισσότερο. Τον βλέπω σκασμένο στα γέλια, με τα βάρη για τα πόδια, λίγο πριν βγουν για τρέξιμο στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Πιο πέρα ο Κώστας Μάγλος, το θηρίο των 2.08 μ., έχει βγάλει τη φανέλα του και οι υπόλοιποι έχουν αρχίσει την καζούρα. Βλέπεις το σώμα του Μάγλου και τρομάζεις. «Μόνο με τους ώμους και το στήθος δίνει την ώθηση και σηκώνεται πιο ψηλά απ’ όλους. Έχει απίστευτα προσόντα», είναι η παρατήρηση όσων τον έχουν δει. Φοιτητής στη Βοστώνη, επιλέγεται για δεύτερη φορά σε επίσημη διοργάνωση από τον Γιαννάκη και τώρα έχει πίσω του και την πείρα από το Κολεγιακό Πρωτάθλημα των ΗΠΑ, το CBA.

Ήταν φέτος το μήλο της έριδος για Παναθηναϊκό και ΑΕΚ, ο φορ του μέλλοντος για τους ειδικούς. Το πρόσωπο-αίνιγμα είναι ο Ιάκωβος Τσακαλίδης, παίκτης της ΑΕΚ που έγινε τη χρονιά που πέρασε βασικός, όταν έφυγε ο Πορτορικανός Ρίβας από την ομάδα του Ιωαννίδη. Η παρουσία του στην Εθνική έγινε αντικείμενο σχολίων για τη ρωσική καταγωγή του και την ελληνική υπηκοότητα. Ο Γιαννάκης βρέθηκε στη δύσκολη θέση να πρέπει να ισορροπήσει τις συνδικαλιστικές θέσεις των πρώην συμπαικτών του με αυτή της Ομοσπονδίας. Τον ρωτάμε πώς αισθάνθηκε. «Εγώ τον παίκτη αυτόν τον μαθαίνω τώρα, τον ζω από κοντά σαν Έλληνα και δείχνει να αγαπάει την Εθνική και να τη ζει σαν δική του ομάδα. Και τη χώρα σαν δική του χώρα. Όσο για το θέμα της εθνικότητας, ας μη βιαζόμαστε να καταδικάζουμε κανέναν. Γιατί παλαιότερα και του Σούμποτιτς αμφισβητούσαν την ελληνικότητα, ενώ εγώ ήξερα καλά ότι η μητέρα του ήταν Ελληνίδα που είχε παντρευτεί στη Γιουγκοσλαβία».

Ο Τσακαλίδης ή Τσακάλωφ, ή όπως θέλετε πέστε τον, είναι μόλις 19 ετών, έχει ύψος 2.18 μ. και μπορεί στα επόμενα χρόνια να γίνει ο καλύτερος σέντερ στην Ευρώπη. Ξανθό παιδί χαρά γεμάτο, μιλάει ελληνικά και φαίνεται καθαρόαιμος Ρώσος. Με τα υπόλοιπα παιδιά φαινόταν μια χαρά. Νομίζω πως η ουσία είναι αυτό που μου είπε μέλος της Εθνικής: «Όλες οι χώρες έχουν έναν ξένο που πήρε την υπηκοότητά τους. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο».

Οι υπόλοιποι διεθνείς είχαν αντιδράσει όταν ανακοινώθηκε η κλήση του Τσακαλίδη στην Εθνική. Τώρα όμως τα πάνε μια χαρά μαζί του.

Επιστροφή στο ξενοδοχείο, φαγητό, κάποιοι περιμένουν αθλητικές εφημερίδες. Όλοι πέφτουν για ύπνο. Αυτός που σηκώνεται νωρίτερα –ντάλα μεσημέρι– είναι ο Παπανικολάου. «Ήρθαν οι φυλλάδες, να διαβάσουμε και τίποτα;» Παραγγέλνει ένα φραπέ και κάθεται μόνος του. Έχει ένα παράξενο βλέμμα, που εκφράζει μια μικρή ανασφάλεια αλλά και τη σοβαρότητα ενός παιδιού που είχε γίνει επίκεντρο σχολίων όλη την προηγούμενη χρονιά. Πρόσεχα στην προπόνηση πόσο εκδήλωνε την ανάγκη να είναι και παιδί –τη μια στιγμή τραγουδούσε λαϊκά την ώρα των ασκήσεων και την άλλη απότομα σοβάρευε. Καθόμαστε στο σαλόνι του ξενοδοχείου, η τηλεόραση δείχνει την εκπομπή με τον Μικρούτσικο. Τρελαίνεται, «τι είναι αυτά, κοίτα πώς θέλει να βγάλει το κλάμα», αλλάζουμε κανάλι. Σηκώνονται κι οι υπόλοιποι. Το πρόγραμμα λέει «έγερση στις 5.00 μ.μ., ακολουθεί καφές και γλυκό». Το πούλμαν περιμένει πάλι, μαζί και τα παιδιά για τα αυτόγραφα. Αυτά δεν λείπουν ποτέ. Στην απογευματινή προπόνηση – φυσική κατάσταση, βάρη, στίβος– τσεκάρουν τους τραυματίες. «Ολόκληρη λίστα τραυματιών έχω. Τα παιδιά κουβαλάνε τα προβλήματα από το πρωτάθλημα», λέει ο γιατρός της Εθνικής, Στέλιος Μαχαίρας. Ο Οικονόμου βγαίνει νοκ άουτ υποφέροντας, ο Παπανικολάου φοράει ειδική ζώνη στη μέση, ο Λιαδέλης δεν μπορεί να βγάλει το πρόγραμμα των υπολοίπων. Αργότερα έρχεται η προπόνηση στο γήπεδο του ποδοσφαίρου – ασυνήθιστο το θέαμα, να βλέπεις τους γίγαντες των δύο μέτρων στον στίβο. Ο Μπουντούρης κάνει ό,τι μπορεί, υποφέρει στους κοιλιακούς, ο Κορωνιός πιο ταιριαστός απ’ όλους στο γήπεδο, με το 1.86 μ. μόνο.

Περιμένουν το βράδυ τον «παλιό» –παλιός είναι ο Φασούλας. «Τον Φασούλα τον κάλεσα γιατί είναι ο καλύτερος ψηλός», μου λέει ο Γιαννάκης. «Πέρυσι έλειψε απλώς λόγω κούρασης». Τα φέρνει έτσι η κατάσταση, που τον Φασούλα τον υποδεχόμαστε στο ξενοδοχείο πριν από την υπόλοιπη ομάδα. Μόλις ερχόταν από τις διακοπές στη Ρόδο. Βγήκε από τη μαύρη Μερσεντές –«είναι του πατέρα μου», λέει, «την πήρα από τη Θεσσαλονίκη» – φορτωμένος με τσάντες, ανήσυχος αν θα βρει… κρεβάτι άδειο – πρέπει να βάλει και τα 2.13 μ. να ξαπλώσουν.

Με τον Φασούλα μπορείς να συζητήσεις για μπάσκετ, πολιτική, φιλοσοφία, ποδόσφαιρο, θρησκεία –«μα τι περίπτωση είναι αυτός ο Αρχιεπίσκοπος, πώς τον πιστεύουν;»- και για την 9μηνη κόρη του. Καθόμασταν μία ώρα στο σαλόνι του ξενοδοχείου μέχρι να έλθει η ομάδα από την προπόνηση και το μόνο που δεν αναλύσαμε ήταν το γενεαλογικό μας δέντρο. Κι όταν εμφανίστηκε ο Γιαννάκης στην πόρτα, με τον κόσμο όλο πίσω του, αυτό που είπε πολύ απλά την ώρα που τον αγκάλιαζε και τον φίλαγε ήταν «γεια σου, ψηλέ».

Το βράδυ, μετά το φαγητό, άρχισαν τα τηλέφωνα. Οι κοπέλες τους, οι μάνες τους, οι δικοί τους. Στην τηλεόραση το Μουντιάλ, ο Γιαννάκης μας ρώταγε «πόσο ήλθε Γιουγκοσλαβία-Γερμανία», το πρόγραμμα έλεγε «ύπνος στις 12:00». Κι ήταν μόνο η αρχή ενός δίμηνου γεμάτου προπονήσεις, ξανά προπονήσεις και τουρνουά, μέχρι τις 29 Ιουλίου. Η Εθνική του μπάσκετ ξαναγινόταν μετά από τέσσερα χρόνια η Εθνική του παλιού καλού καιρού –κι αν ο Φάνης ήταν καλά, θα είχε κι έναν ωραίο τύπο παραπάνω. Άντε γεια!

Σχετικά άρθρα