«Ρένο, είσαι ο Τζιμ Τζάρμους του ’90»: Το 1998 ο Ρένος Χαραλαμπίδης συνομιλούσε με τον Νικ Βερώνη στο ΚΛΙΚ
Τεύχος 136, Αύγουστος 1998 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ-ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ένας 28χρονος Έλληνας σκηνοθέτης, που λαμβάνει μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκη-Νέα Υόρκη με το «No Budget Story», και ένας 34χρονος Ελληνοαμερικανός, που δοξάστηκε από τους «New York Times» για το «Day at the Beach», συναντιούνται στο Μανχάταν.
Είδα τις ταινίες σας: μαύρο χιούμορ, «ταινία μέσα στην ταινία», παρόμοιο θέμα — τι τραβάει ένας σκηνοθέτης όταν είναι νέος, απένταρος και περιστοιχισμένος από απατεώνες. Είστε άνθρωποι για όλες τις δουλειές, παραγωγοί, σεναριογράφοι, πρωταγωνιστές, σκηνοθέτες. Είναι η ιδέα μου ή είστε αδελφές ψυχές από διαφορετικές ηπείρους;
Ρένος: Ακριβώς. Επιτέλους, είμαι με κάποιον στο ίδιο μήκος κύματος· όμως, χρειάστηκε να κάνω υπερατλαντική πτήση για να τον βρω.
Νικ: Έχουμε, νομίζω, τις ίδιες προτεραιότητες. Το 90% της επιτυχίας εξαρτάται από το κάστινγκ και το σενάριο και, αν αυτές οι επιλογές είναι λανθασμένες, δεν σε σώζει τίποτα.
Ρένος: Συμφωνώ, είναι και η δική μου φόρμουλα, μόνο που στην Ελλάδα υπάρχει μια άλλη σκηνοθετική φιλοσοφία. «Γιατί δεν μπορείς να παίξεις όπως οι Αμερικανοί;» ρωτούν, και δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι μια σχέση συνεργασίας όπου δεν πρέπει να επιβάλλεις, απλώς καθοδηγείς. Έχω υποφέρει ως ηθοποιός εξαιτίας των σκηνοθετών.
Νικ: Εγώ δεν είχα παίξει ούτε σε σχολική παράσταση πριν αρχίσω τα γυρίσματα της ταινίας μου.
Ρένος: Καλά, εσύ είσαι πιο τρελός από μένα.
Νικ: Προφανώς. Φαντάσου, είχα φιλμ μόνο για 17 ώρες γυρισμάτων. Εσύ, τουλάχιστον, τραβούσες βίντεο που είναι φθηνότερο, με δεκαπλάσια περιθώρια για λάθη, χώρια που μπορείς να τσεκάρεις την κάθε σκηνή αμέσως στην οθόνη.
Ρένος: Το ξέρεις ότι στην Ελλάδα, αν δουλεύεις σε βίντεο, θεωρείσαι ερασιτέχνης;
Νικ: Κι εγώ είχα την ίδια αντίληψη, μέχρι να δω τη δουλειά σου, και τώρα έχω την αίσθηση ότι κάθομαι δίπλα σε μια ιδιοφυΐα! (γελάει).
Ρένος: Εκτιμώ τη φιλοφρόνηση, ειδικά όταν έρχεται από κάποιον που πήρε διθυραμβικές κριτικές από τους «New York Times». Πώς ένιωσες;
Νικ: Ανατρίχιασα, έκλαψα και μου κόπηκε η όρεξη για την υπόλοιπη μέρα.

Ρένος: Μπορείς να μου δώσεις ένα ρόλο στην επόμενη ταινία σου; Δεν με ενδιαφέρει η αμοιβή, φτάνει να είμαι στη Νέα Υόρκη.
Νικ: Τι ανάγκη έχεις, εσύ είσαι σταρ στην πατρίδα σου.
Ρένος: Ο κόσμος με αναγνωρίζει στον δρόμο, οικονομικά όμως δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Είμαι διάσημος εκεί, όχι στο Χόλιγουντ. Εγώ ζηλεύω την αυτοπεποίθησή σου, ό,τι κι αν λες.
Νικ: Μην ακούω μαλακίες. Κάποιος που τολμά να κάνει one man show — σεναριογράφος, πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης — μόνο μετριόφρων δεν μπορεί να είναι.
Ρένος: Μπα, μια χαρά αισθάνομαι, ειδικά όταν συνειδητοποιώ ότι βρισκόμαστε σε απόσταση μέτρων από το σπίτι του Σκορσέζε και του Τζάρμους, που λατρεύω, νιώθω ακόμα καλύτερα.

Νικ: Εγώ δεν υπήρξα φαν σκηνοθετών. Με ενδιέφεραν οι ηθοποιοί, ο Μπράντο, π.χ., χωρίς να ξέρω καν ποιος είναι ο Ελίας Καζάν. Παρακολούθησα μαθήματα διεύθυνσης φωτογραφίας και παραγωγής στο New York University, και μ’ άρεσε. Όμως, αν ήξερα σε τι μπελάδες έμπαινα, θα το σκεφτόμουν καλύτερα. Σήκωσα από την τράπεζα όλες τις οικονομίες μου και χρέωσα άλλα 15.000.000 στις πιστωτικές μου κάρτες.
Ρένος: Όταν μπεις στο παιχνίδι, δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Το θέμα είναι τι γίνεται μετά από ένα επιτυχημένο ντεμπούτο.
Νικ: Είναι και το δικό μου άγχος. Πρέπει να αποδείξουμε ότι όντως αξίζουμε, γιατί τώρα θα υπάρχουν και επενδυτές. Ήμουν στην Αθήνα πέρυσι το καλοκαίρι, κι όλοι γκρίνιαζαν ότι δεν κάνουν ανεξάρτητες παραγωγές γιατί δεν υπάρχουν λεφτά, μιλούσαν όμως για μπάτζετ του 1.000.000 δολαρίων, τεράστιο ποσό. Όμως το βασικότερο είναι να πάρεις μια κάμερα και να ξεκινήσεις.
Ρένος: Γι’ αυτό μ’ αρέσει αυτή η χώρα, είναι ο τόπος του «just do it».
Νικ: Εδώ υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες, αλλά και τεράστιος ανταγωνισμός. Φέτος γυρίστηκαν 700 ανεξάρτητες ταινίες, κι από αυτές μόνο 15 θα παιχτούν σε αίθουσες. Εσύ, Ρένο, είσαι στο πρώτο κύμα του εναλλακτικού σινεμά για την Ελλάδα. Ο Τζιμ Τζάρμους του ’90.