Η clubbing κουλτούρα των 90s όπως την αποτύπωσε το ΚΛΙΚ του 1994
Όλα όσα θέλατε να μάθετε για την κλαμπ κουλτούρα του ΄90, αλλά ήσασταν πολύ απασχολημένοι με το να χορεύετε, για ν’ ασχοληθείτε. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Οκτώβριος 1994, τ.χ. 90
Με μετρονομική ακρίβεια, ο σφυγμός της δεκαετίας χτυπάει στον ρυθμό της παγκόσμιας dance σκηνής. Από νεανική τρέλα σε μαζική κουλτούρα, το φαινόμενο κερδίζει διαρκώς οπαδούς και χαρακτηρίζει πλέον τη δεκαετία που διανύουμε ως the dance decade. Στις επόμενες σελίδες όλα όσα θέλατε να μάθετε, αλλά ήσαστε πολύ απασχολημένοι με το να χορεύετε, για ν’ ασχοληθείτε.
Η νύχτα αρχίζει, και το σώμα αντιδράει με το μόνο τρόπο που ξέρει, το μόνο τρόπο που θέλει: παραδίνεται. Το μπητ ορίζει απόλυτα τον χώρο — υπακούς ή φεύγεις. Μοιάζει με ατελείωτες, υπόκωφες, επαναληπτικές εκρήξεις. Τουλάχιστον 130 μπητ ανά λεπτό, στιγμιαίες σεισμικές δονήσεις που κρατάνε για 6 ώρες και βάλε.
Αργά ή γρήγορα, η ένταση γίνεται υπερβολική, μοιραία, και τότε ανοίγεις τα μάτια. Τα strobelights παγώνουν για απειροελάχιστα κλάσματα μια κατάσταση που κινείται πιο γρήγορα από τις αστραπές τους. Προς κάθε κατεύθυνση όλοι χορεύουν. Ιδρωμένοι, με τα μάτια κλειστά πάνω από ένα χαμόγελο που λέει τα πάντα, σηκώνουν τα χέρια ψηλά, δεξιά, αριστερά, σαν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στο προσωπικό τους ψυχεδελικό αεροδρόμιο.
Διαβάστε επίσης
Μοιάζουν με πλήθος αλλά δεν είναι: παρέες-πυρήνες συστέλλονται και διαστέλλονται, ανταλλάσσοντας μέλη, μεταφέροντας ενθουσιασμό, αναδιανέμοντας τον ηλεκτρισμό από σώμα σε σώμα. Λολίτες που δεν το εννοούν, με ντίσκο σανδάλια, αστραφτερά baby doll και κοκαλάκια στα μαλλιά, αρπάζουν μπίρες από αγόρια που, με το χέρι ελεύθερο πλέον, ενθαρρύνουν τον ρυθμό με γροθιές στον αέρα. Gays, με κουρέματα φαντάρων και σώματα cartoon, σνιφάρουν popper γεμίζοντας τον χώρο με βρομερές αναθυμιάσεις και αυτάρεσκα χάχανα.
Κουρδισμένα πιτσιρίκια, ντυμένα με ρούχα συγχρόνως αδιάφορα και εξεζητημένα, παίζουν με όλους γενικά και με κανέναν ειδικά, σαν ντυμένες μικρογραφίες των go-go boys + girls που ακκίζονται πάνω σε κύβους, υπενθυμίζοντας ότι ο χορός είναι η κάθετη έκφραση μιας οριζόντιας επιθυμίας.

Αόρατος κυρίαρχος του παιχνιδιού και σκηνοθέτης του γλυκού χάους είναι ο d.j., ο μόνος άνθρωπος που δεν χορεύει. Όλοι, όπου κι αν νομίζουν ότι βρίσκονται, παρακολουθούν την κάθε του κίνηση με προσήλωση, ακολουθώντας τον σε κάθε επικίνδυνη στροφή, σε κάθε αποκορύφωση.
Ξαφνικά το μπητ σταματάει. Ένα μελωδικό ξέσπασμα σκεπάζει τους πάντες, λίγο σαν soundtrack, λίγο σαν δραματική παύση, στέλνοντας ρίγη συγκίνησης προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα φώτα έχουν σβήσει και τα μάτια ξεχωρίζουν μόνο ό,τι φωσφορίζει στο black light. Όλοι ουρλιάζουν, καθώς ίχνη ρυθμού αρχίζουν να τους περικυκλώνουν και πάλι. Με τον πρώτο χτύπο του μπητ που ξαναμπαίνει, η νύχτα έχει εκτοξευθεί στο επόμενο επίπεδο.
Δεν είναι για πρώτη φορά Σάββατο βράδυ-Κυριακή πρωί. Δεν είναι η πρώτη φορά που εκατοντάδες — όχι, χιλιάδες — τηνέιτζερς τριμώχνονται οπουδήποτε μπορούν και εκτονώνουν αδρεναλίνη, ενέργεια και όνειρα. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια ολόκληρη γενιά ανατριχιάζει παραδομένη στους ήχους μιας μουσικής που δεν μπορεί ν’ αντέξει κανένας μεγαλύτερος. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιο συγκεκριμένο ναρκωτικό γίνεται ομαδική εμπειρία, μεταβολίζοντας την πραγματικότητα σε ένα όραμα με τα δικά του χρώματα, αισθήματα και λέξεις. Είναι όμως η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει εδώ και 25 χρόνια και, την τελευταία φορά που είχε συμβεί, ο κόσμος είχε αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη.
Το καλοκαίρι του 1982, στο Wrigley Field Stadium της Μασαχουσέτης, ένας τοπικός d.j., που η ραδιοφωνική του εκπομπή αναμεταδιδόταν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, έφερε σε πέρας την καμπάνια του. Υπό το γενικό σύνθημα Disco Sucks, πάνω από 5.000 άτομα από όλη την Αμερική μαζεύτηκαν για να κάψουν όσους περισσότερους δίσκους χορευτικής μουσικής μπορούσαν, ανακοινώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ο ανεγκέφαλος disco πυρετός πέρασε. Κανείς δεν φώναξε «Ιεροσυλία!». Οι καιροί ήταν δύσκολοι για την disco, που μάζεψε τα σκονισμένα παγιετέ σανδάλια της και πήγε να βρει καταφύγιο στη γενέτειρά της: στα περιθωριακά clubs των μαύρων και των gays. Η επόμενη κίνησή της δεν θ’ αργούσε.
«Κάποιοι λένε ότι ξεκίνησε στο Garage Club στη Νέα Υόρκη. Άλλοι λένε ότι ξεκίνησε στο Warehouse Club στο Σικάγο. Εκεί όπου μάλλον πήρε το όνομά της ήταν στο Σικάγο», λέει ο Frankie Knuckles για τη house μουσική. Ζωντανός θρύλος, ο Knuckles ήταν εκείνος ο d.j. που στο μυθικό πλέον club Warehouse στο Σικάγο άρχισε να κάνει μόνος του διάφορους πειραματισμούς με τους δίσκους που έπαιζε, δίνοντας κατεύθυνση σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε remix.
«Παρόλο που η χορευτική μουσική δεν σταμάτησε ποτέ να υπάρχει, γύρω στο ’83-’84 δεν λεγόταν πια disco. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες είχαν πάρει ό,τι είχαν να πάρουν από το disco φαινόμενο και, όταν πίστεψαν ότι η θύελλα είχε περάσει, το εγκατέλειψαν. Τότε ήταν που η παραγωγή χορευτικής μουσικής πέρασε στα χέρια μικρών, ανεξάρτητων εταιριών δίσκων. Έτσι έγινε προσιτή σ’ ανθρώπους σαν κι εμένα, d.j.’s που είχαν πάθος γι’ αυτή τη μουσική, και άρχισαν να διαμορφώνουν τους δίσκους σύμφωνα με τις ανάγκες τους, φτιάχνοντας σιγά-σιγά αυτό που σήμερα ονομάζουμε house music», συνεχίζει ο Knuckles και καταλήγει:
«Και το Warehouse στο Σικάγο αλλά και το Garage στη Νέα Υόρκη ήταν gay clubs — όχι αποκλειστικά, αλλά κυρίως. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χορευτική μουσική είναι περιθωριακή μουσική, μουσική που γεννήθηκε όταν συναντήθηκε το μαύρο και το gay ghetto. Και η εξέλιξή της συνεχίζει να διαμορφώνεται από αυτήν τη σκηνή».
Παράλληλα με το Warehouse στο Σικάγο, το Paradise Garage στη Νέα Υόρκη ακολουθούσε μιαν ανάλογη πορεία. Εκεί, ο d.j. Larry Levan απογείωνε κάθε Σαββατόβραδο το κοινό με μια πρωτοφανή μίξη από underground disco ύμνους και κάποια νέα ηλεκτρονικά ακούσματα από την Ευρώπη (π.χ. Kraftwerk, Depeche Mode), φέρνοντας στη χορευτική μουσική μια νέα, αφαιρετική, ηλεκτρονική αίσθηση.
Περιθωριακός και αγνοημένος στην Αμερική, ο ήχος της house μουσικής, που στην ουσία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μια μίνιμαλ εκδοχή της disco, άρχισε να διαδίδεται πρώτα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Η Αγγλία, παραδοσιακά η χώρα που υιοθετεί τις αγνοημένες μουσικές φόρμες των Η.Π.Α. και τις μετατρέπει σε διεθνή φαινόμενα, υποδέχτηκε τη house με ενθουσιασμό. Εξάλλου, ο τρόπος ζωής της αγγλικής νεολαίας, πάντα σε αναζήτηση του επόμενου μεγάλου ρεύματος, ήταν ιδανικός:
Γύρω στο 1988, κομμάτια σαν το «Jack Your Body» του Steve «Silk» Hurley, το «Move Your Body» του Marshall Jefferson και το «Where Is Your Child» του Bam Bam, ανέβαιναν στα charts της Αγγλίας, ενώ στην πατρίδα τους, την Αμερική, είναι ζήτημα αν παίζονταν ποτέ στο ραδιόφωνο.

Το μήνυμα είχε διαδοθεί και μια σειρά από συγκυρίες δεν αργούσαν να το μετατρέψουν σε μανιφέστο. Το πρώτο σημάδι ήρθε από το Ντητρόιτ. Εμπνευσμένοι από τον ήχο της house, δύο τοπικοί d.j.’s, ο Derrick May και ο Kevin Saunderson, άρχισαν να κάνουν όλο και πιο τολμηρούς πειραματισμούς, προσπαθώντας να συνδυάσουν το νέο πρόσωπο της χορευτικής μουσικής με τα μυστηριώδη, ψυχρά, υπνωτιστικά ακούσματα της ηλεκτρονικής μουσικής, που έπαιρνε διαστάσεις εκείνη ακριβώς την εποχή (’88-’89) στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στη Γερμανία. Όταν το κατάφεραν, δεν είχαν εφεύρει τίποτα λιγότερο από το techno, μια καταιγιστική, cyber εκδοχή της χορευτικής μουσικής. Η disco είχε επιστρέψει για τα καλά.
Εξίσου εγκεφαλική όσο και χορευτική, η techno κέρδισε πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη όλων όσων διατηρούσαν και τους τελευταίους ενδοιασμούς. Η αφηρημένη, επαναληπτική και ψυχεδελική ατμόσφαιρα της techno ονομάστηκε acid house, υπαινισσόμενη την ολοένα αυξανόμενη υποψία ότι, μπολιασμένη με τα κατάλληλα ψυχεδελικά drugs, αυτή η μουσική «θα άνοιγε πόρτες» για μια ολόκληρη γενιά. Ήταν μόλις 1989 και η δεκαετία θα τελείωνε με μιαν έκρηξη που είχε να συμβεί από τα ’60s. Με χημικό κωδικό MDMA και καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ecstasy, το παζλ για το όνειρο μιας νέας γενιάς ήταν πλήρες.
Σχεδόν σχεδιασμένο για τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της νέας σκηνής, το Ecstasy έχει τα διπλά προσόντα τού να δημιουργεί εκρηκτική διάθεση και ανεξάντλητη αντοχή για χορό (ως παράγωγο αμφεταμινών) και μια διαχυτική αίσθηση αγάπης μεταξύ γνωστών και αγνώστων (επηρεάζοντας το εγκεφαλικό κέντρο που εκκρίνει σεροτονίνη, την ορμόνη που ρυθμίζει την αίσθηση της ευτυχίας). Το 1990, στο Νο 1 της Αγγλίας ανέβηκε ένα ελαφρύ house hit, με τίτλο «Everything Begins With an E».
Η μουσική, πλέον, ήταν άρρηκτα δεμένη με μια όλο και πιο αληθοφανή παραίσθηση ότι, αν όλοι, μα όλοι, αφεθούν και χορέψουν αδελφωμένοι υπό την επήρεια του MDMA, ο κόσμος θα γίνει ένα καλύτερο μέρος για όλους μας.
Σχεδόν σχεδιασμένο για τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της νέας σκηνής house, το Ecstasy έχει τα διπλά προσόντα τού να δημιουργεί εκρηκτική διάθεση και ανεξάντλητη αντοχή για χορό (ως παράγωγο αμφεταμινών) και μια διαχυτική αίσθηση αγάπης μεταξύ γνωστών και αγνώστων (επηρεάζοντας το εγκεφαλικό κέντρο που εκκρίνει σεροτονίνη, την ορμόνη που ρυθμίζει την αίσθηση της ευτυχίας). Το 1990, στο Νο 1 της Αγγλίας ανέβηκε ένα ελαφρύ house hit, με τίτλο «Everything Begins With an E». Η μουσική, πλέον, ήταν άρρηκτα δεμένη με μια όλο και πιο αληθοφανή παραίσθηση ότι, αν όλοι, μα όλοι, αφεθούν και χορέψουν αδελφωμένοι υπό την επήρεια του MDMA, ο κόσμος θα γίνει ένα καλύτερο μέρος για όλους μας.
Διαβάστε επίσης
Στην αρχή της δεκαετίας του ’90, η σκηνή εκρηγνυόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο Λονδίνο, στο Άμστερνταμ, στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, τα clubs είχαν γίνει πλέον στενόχωρα για τους αναρίθμητους οπαδούς ενός φαινομένου που είχε πάρει πλέον διαστάσεις κανονικής κουλτούρας. Η λέξη rave (λυσσάω) υιοθετήθηκε για πάρτι που άρχισαν να οργανώνονται παράνομα σε διάφορους εγκαταλελειμμένους βιομηχανικούς ή αγροτικούς χώρους, στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων, όπου όλο και περισσότεροι μαζεύονταν ακριβώς γι’ αυτό: να λυσσάξουν στον χορό, μέχρι το πρωί, το απόγευμα, το βράδυ, μέχρι το Σαββατοκύριακο να πάρει τη μορφή μιας τέλειας πανηδονιστικής ουτοπίας.
Για κάποιους, αυτή η ουτοπία είναι διεθνής καθημερινότητα. Ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα, συναντώντας παντού χιλιάδες θαυμαστές που τους αντιμετωπίζουν σαν είδωλα, σαν σωτήρες του Σαββατόβραδου και, γιατί όχι, σαν σύμβολα του σεξ. Κατέχουν την εξέχουσα θέση σε μια δημοκρατική κατάσταση πραγμάτων, επενδύοντας με επείγουσα μουσική τις καλύτερες στιγμές από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας. Στην αρχή ήταν απλά διεκπεραιωτές, τόσο όμως τα πράγματα άρχισαν να αποκτούν διαστάσεις, ο ρόλος τους έγινε πρωταρχικός, διαμορφώνοντας όλο και πιο ειδικά το soundtrack της νύχτας. Είναι οι d.j.s, οι φυσικοί διάδοχοι των pop stars, και τα μόνα πρόσωπα που μετράνε σε μια αινιγματικά απρόσωπη μουσική σκηνή.
«Δεν είμαστε θεοί – απλά παίζουμε δίσκους άλλων ανθρώπων», λέει με σεμνότητα ο νεοϋορκέζος star d.j. David Morales και, φυσικά, κανένας δεν τον πιστεύει. Και ο λόγος είναι απλός: οι d.j.s, πλέον, όχι μόνο είναι οι αγωγοί μέσα από τους οποίους τεστάρονται κάθε μέρα οι εκατοντάδες δίσκοι που κυκλοφορούν ανά εβδομάδα, αλλά όλο και πιο συχνά οι δημιουργοί τους. Από τότε που ο Frankie Knuckles άρχισε να επεξεργάζεται το υλικό του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του, μέχρι σήμερα, κανένας δίσκος που θέλει να πετύχει δεν κυκλοφορεί πριν περάσει από τα χέρια κάποιου star d.j., για ένα αστραφτερό remix. Και αυτό επειδή, αν κάποιο κομμάτι δεν κερδίσει τη μάχη στην πίστα, τότε δεν έχει καμία ελπίδα να ακουστεί και πουθενά αλλού.
Με την ανεκτίμητη πείρα τους στο τι κινεί τον κόσμο, οι d.j.s έχουν πλέον αναλάβει τον ρόλο της μουσικής ανανέωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής ενός δίσκου. Προκειμένου να δώσουν στα κομμάτια μοντέρνο, επίκαιρο ήχο, pop stars, από τη Mariah Carey και τους U2 μέχρι τους St. Etienne και την K.d. Lang, καταφεύγουν στο μαγικό άγγιγμα των πιο επιφανών d.j.s. Το αποτέλεσμα αυτών των remix είναι, καμιά φορά, μια τόσο ακραία αποδόμηση του αρχικού κομματιού, που ο καλλιτέχνης παίρνει σαφώς δεύτερη θέση σε σχέση με τον d.j.
«Το πρόβλημα της χορευτικής μουσικής είναι ότι είναι απρόσωπη και γι’ αυτό είναι δύσκολο να πουληθεί με την παραδοσιακή διαδικασία marketing-διαφήμιση, video clip, συναυλίες κ.λπ.», λέει ο Tony Motola, πρόεδρος της Atlantic Records. Άλλοι όμως λένε ότι ακριβώς αυτό είναι το μοναδικό προτέρημα της dance μουσικής, αυτό που την κρατάει συνεχώς σε εγρήγορση και ανανέωση, εφόσον δεν υπάρχουν συγκεκριμένα γκρουπ με κάποιον ειδικό ήχο ο οποίος, αφού πετύχει, κρίνεται πολύ ριψοκίνδυνο ν’ αλλάξει.
Συγχρόνως, αν εξετάσει κανείς το θέμα πιο προσεκτικά, διαπιστώνει ότι το πρόσωπο της χορευτικής μουσικής δεν έγκειται σ’ αυτούς καθ’ εαυτούς τους ανθρώπους που συνθέτουν όλα αυτά τα 12ιντσα κομψοτεχνήματα, αλλά στις μικρές, ανεξάρτητες εταιρίες δίσκων που τα διανέμουν, και στους d.j.s/remixers/παραγωγούς που τα επεξεργάζονται και τα μεταδίδουν στο κοινό. Αν περάσει κανείς από κάποιο εξειδικευμένο δισκάδικο σήμερα, θα δει τους πελάτες να αναζητούν δίσκους σύμφωνα με την ετικέτα της εταιρίας που τους ενδιαφέρει και τα credits των remixers και όχι βάσει groups και τραγουδιστών. Και αυτό, επειδή αυτό που μετράει είναι ο ήχος και όχι το σταριλίκι.
Οι φιλοδοξίες των d.j.s, βέβαια, είναι μεγαλύτερες απ’ αυτό. Ήδη, οι πιο αναγνωρισμένοι απ’ αυτούς, όπως ο David Morales, ο Junior Vasquez, ο Sasha και ο Andy Weatherall, μεταξύ άλλων, έχουν ηχογραφήσει δικούς τους δίσκους που, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι η πιο ακέραιη έκφραση του τι συγκινεί τις πιο προχωρημένες πίστες του πλανήτη.

Η εξέλιξη της μουσικής τεχνολογίας και η ανεξάρτητη από πολυεθνικές εταιρίες δομή της dance σκηνής έχει εκδημοκρατίσει τη διαδικασία της μουσικής παραγωγής, και αυτό είναι ίσως η πιο σημαντική κατάκτηση. Οποιοσδήποτε έχει κέφι, ταλέντο και ιδέες μπορεί άνετα πλέον να στήσει με λίγα λεφτά ένα studio σπίτι του και να ηχογραφήσει ένα κομμάτι dance μουσικής. Αν είναι καλό, δεν θ’ αργήσει να το ακούσει να διαπερνάει σαν ηλεκτρισμός το συνοικιακό του club. Το μόνο που μετράει είναι αν ο ρυθμός είναι αρκετά πιεστικός, αρκετά καινούργιος, αρκετά σήμερα, αρκετά τώρα. Η πρόσκληση είναι ανοικτή για όλους. This party is not private.
Η νύχτα τελείωσε, και τα μάτια αντιδρούν με τον μόνο τρόπο που ξέρουν, τον μόνο τρόπο που θέλουν: κρύβονται πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Η μουσική έχει σταματήσει εδώ και ώρα, αλλά τα σώματα ακόμα υπακούν στο ρυθμό της, από κεκτημένη ταχύτητα, από δυσπιστία. Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένα ακόμα Σαββατόβραδο τελείωσε, ότι απομένουν 5 ολόκληρες νύχτες χωρίς clubbing μέχρι το επόμενο weekend. Κάποιοι μιλάνε για ένα rave, που γίνεται μεσοβδόμαδα σε μια αποθήκη έξω από την πόλη. Θα έρθει κάποιος d.j. απ’ το Λονδίνο. Και μόνο με τη σκέψη, ο κόσμος αναζωογονείται.
Σιγά-σιγά, οι παρέες βρίσκονται αναμεταξύ τους και κατευθύνονται προς τ’ αυτοκίνητα. Με γέλια, πειράγματα και συνθήματα θα κατευθυνθούν σε σπίτια για να καπνίσουν ένα τελευταίο τσιγάρο. Ο ύπνος θα έρθει σαν γέφυρα να ενώσει το χάσμα μεταξύ του επίγειου ντίσκο παράδεισου και της ακατανόητης Δευτέρας.
Μέχρι να φτάσει η επόμενη Παρασκευή, η καθημερινότητα δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρά η ευθεία που θα ενώνει τα φωτεινά Σαββατοκύριακα στον ουρανό, Σαββατοκύριακα-αστέρια που θα σχηματίζουν τη λέξη ΑΠΟΨΕ.