Αλέξανδρος Ρήγας στο ΚΛΙΚ του 2003: «Κανείς δεν ξέρει τι γουστάρει το κοινό, μόνο ο Θεός και ο Φώσκολος»
Το ΚΛΙΚ συνάντησε τον Αλέξανδρο Ρήγα στα γυρίσματα των «Στάβλων της Εριέτας Ζαΐμη» και τα υπόλοιπα είναι ιστορία! Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Σεπτέμβριος 2003, τ.χ. 198 Απότον Νίκο Κατράκη και τη Μαρία Περδικέα Φωτό: Γιάννης Γωνιωτάκης
Μέρα μεσημέρι, στο Θησείο, ο Αλέξανδρος Ρήγας κυνηγάει με μία κάμερα τον Νίκο Σεργιανόπουλο και τη Φαίη Κοκκινοπούλου, οι οποίοι επιτέλους απέδρασαν από τους Σταύλους της Εριέττας Ζαΐμη. Με ένα τσιγάρο κρεμασμένο μονίμως από το στόμα, ο πιο επιτυχημένος δημιουργός της ελληνικής TV ετοιμάζεται να ξαναχτυπήσει και φέτος.
Πώς ξεκίνησες το γράψιμο;
Κρατάει χρόνια αυτή η ιστορία. Ακούγεται λίγο περίεργο, αλλά δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να δημιουργήσω, ούτε καμία τάση να σώσω τον κόσμο με τα σενάρια.
Τώρα καταρρίπτεις μύθους και κλισέ.
Ναι, ναι (ασυγκράτητα γέλια.) Το γράψιμο το ξεκίνησα σαν μια ανάγκη να υπάρχω μέσα στον χώρο. Ξεκινάς με την αγωνία κάποιου ηθοποιού που τελειώνει τη σχολή και ψάχνεται. Τότε ήταν και πολύ της μόδας η ενασχόληση με το γράψιμο. Έτσι είπα κι εγώ το κλασικό «Γιατί όχι κι εγώ;». Το έκανα, μάλιστα, πιο πολύ από ματαιοδοξία, για να μπορώ να παίζω ως ηθοποιός στα πράγματα που γουστάρω. Βέβαια, τώρα πια παίζω όλο και λιγότερο, γιατί στην πορεία άρχισε να με ενδιαφέρει περισσότερο το να στήνω δουλειές, ξεκινώντας από την πρώτη ατάκα μέχρι και το τελευταίο πλάνο στο μοντάζ. Μετά ήρθε και η σκηνοθεσία, που σήμερα δεν μπορώ να τη διαχωρίσω από την υπόλοιπη δουλειά.

Πότε άρχισες να γράφεις και μέχρι τότε τι έκανες;
Φοίτησα στη Φιλοσοφική. Το όνειρό μου ήταν να γίνω καθηγητής. Μου άρεσε πολύ η αίσθηση να μεταδίδω γνώση σε μια ομάδα ανθρώπων. Ψωνίστηκα, μάλιστα, και ήθελα να κάνω ακαδημαϊκή καριέρα, αλλά κάποια στιγμή, εντελώς τυχαία, μοιραία και καρμικά, ήρθε στον δρόμο μου το θέατρο, μέσα από τη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Ως φυσικό επακόλουθο, φοίτησα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εννοείται πως μετά παράτησα τη Φιλοσοφική.
Πώς ήταν οι πρώτες σου δουλειές ως ηθοποιός;
Με το που βγήκα από τη σχολή, έπαιξα με την Αλίκη στο Γλυκό Πουλί της Νιότης, σε δυο-τρία σίριαλ ταυτόχρονα και, αμέσως μετά, άρχισα να γράφω… Η πρώτη μου δουλειά είχε τίτλο Η Ελίζα και η Άλλη και πήγε αρκετά καλά, παρά τις ατέλειες που έχει σίγουρα κάθε πρώτη προσπάθεια. Μετά ακολούθησαν κι άλλα, ενώ η πρώτη φορά που έγραψα και σκηνοθέτησα ήταν στο Ντόλτσε Βίτα, το οποίο, παρά τους αρχικούς μας φόβους, έκανε αυτή τη μεγάλη επιτυχία.
«Πλακωθήκαμε πολύ άγρια εγώ και η Χρύσα (Ρώπα). Από μαλακία, ουσιαστικά, γιατί υπήρχε πολύ άγχος, επειδή οι τηλεοπτικοί χρόνοι ήταν πολύ πιεσμένοι. Εκ των υστέρων, σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι πολύ πιο ήρεμα».
Γιατί το σίριαλ «Τι Ψυχή θα Παραδώσεις, Μωρή» είχε τόσο άδοξο τέλος;
Γιατί πλακωθήκαμε… Φάγαμε τα ρούχα μας. Πλακωθήκαμε πολύ άγρια εγώ και η Χρύσα (Ρώπα). Από μαλακία, ουσιαστικά, γιατί υπήρχε πολύ άγχος, επειδή οι τηλεοπτικοί χρόνοι ήταν πολύ πιεσμένοι. Εκ των υστέρων, σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι πολύ πιο ήρεμα. Θα μπορούσα να είχα την ψυχραιμία να ελέγξω δυσάρεστες καταστάσεις, αφού από το πρώτο επεισόδιο η σειρά άρεσε πολύ στο κοινό και έδειξε να έχει τεράστια δυναμική. Αλλά έρχεται ο κακός εαυτός και σε πολεμάει στις καλές στιγμές. Θα μπορούσα να μην είμαι τόσο αισιόδοξος, γιατί δεν εκτίμησα σωστά τις φυσικές μου δυνάμεις και κατέληξα να σπάσω τα νεύρα του κόσμου. Χωρίς να το θέλω, βέβαια. Είναι φυσικό, όμως, όταν δουλεύεις δεκαπέντε ώρες την ημέρα, κάποια στιγμή να μην αντέχεις άλλο και να βγάζεις τον χειρότερό σου εαυτό. Το αστείο είναι ότι με τη Χρύσα συνεργαστήκαμε στο θέατρο έναν χρόνο μετά και οι συνθήκες ήταν ειρηνικές και πολιτισμένες. Βέβαια, δεν το έχω ξεπεράσει ακόμη, γιατί το «Τι Ψυχή θα Παραδώσεις, Μωρή» ήταν μία δουλειά που αγάπησα πολύ. Είχε ψυχή! Αυτές οι γυναίκες είχαν νιώσει τόσο πόνο, που κάποια στιγμή σκότωναν αυτόν που τις βίασε μικρές, δηλαδή. Και στο πρόσωπό του σκότωναν όλους τους άντρες που τις βίαζαν ψυχολογικά, εγκεφαλικά. Γιατί ο βιασμός έχει πολλές μορφές… Μακάρι να μου δοθεί η ευκαιρία να το ξανακάνω και να το ολοκληρώσω με τους ίδιους συντελεστές.
Μακάρι! Να σε ρωτήσω, τώρα, κάτι άλλο. Πώς είναι να γράφεις με κάποιον άλλον;
Άλλες φορές είναι πολύ ευχάριστο, άλλες φορές πολύ ανακουφιστικό, γιατί, όταν μπλοκάρεις, εσύ, σε ξεμπλοκάρει ο άλλος και προχωράει το πράγμα. Άλλοτε, πάλι, είναι αρκετά δύσκολο, γιατί πρέπει και ο άλλος να συμμερίζεται αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο κρίνεται το καλό ή το κακό αποτέλεσμα μιας δουλειάς: στο αν, δηλαδή, και οι δύο έχουν το ίδιο όραμα. Όταν γράφεις, όταν δημιουργείς μαζί με κάποιον άλλον, πρέπει να αντιλαμβάνεστε και οι δύο ότι η σελίδα αυτή που έχουμε μπροστά μας είναι εντελώς λευκή και πρέπει να τη γεμίσουμε με τα ίδια γράμματα, να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο ακριβώς μελάνι, αλλά και την ίδια μέθοδο γραφής.
Διαβάστε επίσης

Προσαρμόζεις το γράψιμό σου στις ανάγκες της τηλεοπτικής αγοράς ή έχεις κάποια έμπνευση και την υλοποιείς;
Μόνο η έμπνευση υπάρχει για μένα. Ακολουθώ, βέβαια, τους κώδικες που ορίζει η κοινωνία, η ηθική, η ιδεολογία του τόπου και του χρόνου μέσα στους οποίους κινούμαι, αλλά δεν μπορώ να γράψω μια πολύ ακραία ιστορία που δεν θα την αποδεχτεί το τηλεοπτικό κοινό. Θα την προσαρμόσω… Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τη γέννηση μιας ιδέας, δεν ακολουθώ τους τηλεοπτικούς κανόνες, γιατί δεν ξέρω τι αρέσει τελικά στον κόσμο. Κανείς δεν ξέρει τι γουστάρει το κοινό, μόνο ο Θεός και ο Φώσκολος. Και δεν το λέω ειρωνικά, το εννοώ απόλυτα.
Είναι, δηλαδή, αψυχολόγητο το τηλεοπτικό κοινό;
Το κοινό μάς εκπλήσσει κάθε σεζόν. Είμαι τώρα δώδεκα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά και δεν έχω σταματήσει να εκπλήσσομαι. Έχω δει μέτριες δουλειές να πηγαίνουν καλά και καλές δουλειές να μην κάνουν την αναμενόμενη επιτυχία. Δεν μπορείς, όμως, να ξέρεις από την αρχή ότι το κοινό γουστάρει να βλέπει συγκεκριμένους τηλεοπτικούς χαρακτήρες και να ξεκινάς το γράψιμο μ’ αυτό το δεδομένο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στην τηλεόραση.
Σου συμβαίνει να σε εμπνέουν κάποιοι ηθοποιοί χωρίς να έχεις το στόρι στο μυαλό σου; Να δεις μια «κωμίκα» και να πεις «θα της γράψω αυτό»;
Πολλές φορές έχει τύχει να με εμπνεύσουν αρκετοί ηθοποιοί και να γράψω έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο πάνω τους. Η Άννα Παναγιωτοπούλου και ο Νίκος Σεργιανόπουλος, για παράδειγμα. Μία ηθοποιός που κυριολεκτικά με συναρπάζει είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Η γυναίκα αυτή είναι συγκλονιστική ηθοποιός και φοβερή περσόνα. Θα ήθελα πάρα πολύ να γράψω γι’ αυτήν, αν αποφάσιζε ποτέ να παίξει κωμωδία. Σου ανέφερα τρεις ανθρώπους· υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι.

Πώς βλέπεις την ελληνική τηλεόραση;
Είναι δύσκολο για μένα, που βρίσκομαι μέσα στην τηλεοπτική πραγματικότητα, να κρίνω. Ως θεατής, βλέπω ότι υπάρχει πανσπερμία πραγμάτων, που αφορά πολλά και διαφορετικά γούστα. Θεωρώ ότι ακόμα και στις χειρότερες μορφές της η τηλεόραση δεν είναι βαρετή. Στο σύνολό της, πιστεύω ότι καθρεφτίζει την ελληνική κοινωνία. Ο Έλληνας είναι καλός, είναι όμως και τσογλάνι· έχει και φιλότιμο, είναι και τσαμπουκάς. Είναι πολύπλοκος λαός οι Έλληνες, δεν είμαστε μασίφ λαός. Άρα, κάπως έτσι είναι και η ελληνική τηλεόραση: λίγο «Κατίνα», λίγο κουλτουριάρα, άλλοτε σοβαρή και ενίοτε ξεκώλο, όταν χρειάζεται.
Βλέπεις τηλεόραση;
Όταν δεν δουλεύω, βλέπω πολλή τηλεόραση και θα έλεγα ότι, σε γενικές γραμμές, είμαι ευχαριστημένος απ’ αυτήν. Μ’ ενοχλεί, ωστόσο, ότι ορισμένοι από αυτούς που δουλεύουν στην τηλεόραση δεν υποστηρίζουν αυτό που κάνουν και λένε «Έλα, μωρέ, τηλεόραση είναι», λες και δεν έχει απαιτήσεις το τηλεοπτικό κοινό.
«Θα ήθελα να κάνω ταινίες που να αφορούν ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Δεν θα έκανα ποτέ σινεμά για τους λίγους. Θέλω η ταινία να σε κάνει να ονειρεύεσαι, να συγκινηθείς, να κλάψεις σαν παιδί —γιατί οι μεγάλοι ντρεπόμαστε και να κλάψουμε—, να γελάσεις, να νιώσεις την αγωνία και τον φόβο».
Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια και όνειρα;
Κάνω πολλά όνειρα… Θα ήθελα να κάνω κινηματογράφο. Μεγάλο όνειρο! Θα ήθελα να κάνω ταινίες που να αφορούν ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Δεν θα έκανα ποτέ σινεμά για τους λίγους. Θέλω η ταινία να σε κάνει να ονειρεύεσαι, να συγκινηθείς, να κλάψεις σαν παιδί —γιατί οι μεγάλοι ντρεπόμαστε και να κλάψουμε—, να γελάσεις, να νιώσεις την αγωνία και τον φόβο. Ο κινηματογράφος είναι μεγάλη ιστορία, επειδή ακριβώς αγγίζει ό,τι «βουλώνει» η καθημερινότητα: τα συναισθήματα και τις πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Η καθημερινότητα σε βάζει να δουλεύεις, να γυρίζεις σπίτι, να κάνεις μπάνιο, να τρως, να κοιμάσαι. Υπάρχουν, όμως, και άλλα. Υπάρχει και η ψυχή, που πρέπει να πονέσει, να γελάσει, να ονειρευτεί, να ερωτευτεί. Έτσι όπως ζούμε σήμερα, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια να τα ζήσουμε αυτά, κι εκεί έρχεται η τέχνη να μας θυμίσει ότι είμαστε άνθρωποι και μπορούμε και να κλαίμε!…