James Bond Day: Όταν το ΚΛΙΚ γιόρταζε τα 25 κεράκια του Τζέιμς Μποντ
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Με το δάχτυλο στη σκανδάλη»

James Bond Day: Όταν το ΚΛΙΚ γιόρταζε τα 25 κεράκια του Τζέιμς Μποντ

Πριν τον Ντάνιελ Κρεγκ και τον Πιρς Μπρόσναν, όταν μάλλον ο επόμενος Τζέιμς Μποντ ήταν ακόμη αγέννητος, το ΚΛΙΚ γιόρταζε τα εικοσιπέντε χρόνια από την πρεμιέρα του «Δόκτωρ Νο». Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Σεπτέμβριος 1987, τ.χ. 6

Από τον Γιώργο Πανόπουλο

Ο κύριος Ίαν Φλέμινγκ περνούσε τις τελευταίες εργένικες διακοπές του στην Ορακαμπέσα της Τζαμάικα. Σε λίγες εβδομάδες θα παντρευόταν. Όμως, δεν ήταν αυτό που τον απασχολούσε σ’ αυτό τον παράδεισο. Κάποτε θα συνέβαινε. Ο γάμος είναι ένα αναγκαίο κακό, κάπως έτσι το έβλεπε. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν ένα όνομα. Έψαχνε για το όνομα του ήρωά του, στο πρώτο βιβλίο κατασκοπείας που είχε γράψει. Είχε ξαγρυπνήσει πολλές νύχτες, μ’ ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι και υπόκρουση τζαζ ν’ απογειώνει τη φαντασία του, αλλά μάταια. Αναζητούσε ένα κοινό ευκολομνημόνευτο όνομα για τον ήρωά του, τον εκνεύριζαν τα εξεζητημένα ονόματα που έδιναν άλλοι συγγραφείς του είδους στα κύρια πρόσωπά τους. Γυρνώντας στο σπίτι, το μάτι του έπεσε σ’ ένα κομοδίνο μ’ ένα εγχειρίδιο ορνιθολογίας: «Πουλιά των Δυτικών Ινδιών», γραμμένο από κάποιον Τζαίημς Μποντ.

Τι συνέβη στο κεφάλι του Ίαν Φλέμινγκ, εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα του 1952, βλέποντας αυτό το όνομα; Το θέμα παραμένει ανοικτό για τους ειδήμονες. Αυτός πάντως ο άσημος ορνιθολόγος θα έδινε το όνομά του σ’ ένα μύθο, τον πράκτορα 007 των μυστικών υπηρεσιών της Αυτού Μεγαλειότητας. Ο μύθος είχε γεννηθεί τυχαία και οριστικά και αυτό το χρόνο κλείνει τα πρώτα 25 χρόνια του και αλλάζει πρόσωπο. Ζήτω ο καινούριος Τζαίημς Μποντ, ζήτω ο Τίμοθυ Ντάλτον.

ΤΖΑΙΗΜΣ ΜΠΟΝΤ: ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Απ’ τον πρώτο Μποντ η σκηνή: η Ούρσουλα Αντρες βγαίνει μέσα απ’ τη θάλασσα, απίστευτα ωραία, εκτυφλωτική, με σταγόνες να γυαλίζουν στα τέλεια στήθη της, ενώ το πουκάμισο, κολλημένο πάνω της, διαγράφει τις τέλειες αναλογίες της, το σώμα της βρεγμένο προκαλεί, ποθεί, αναζητάει, θέλει. Τα μαλλιά κολλημένα πίσω, μέτωπο καμπύλο, χείλη αισθησιακά, χέρια δαγκάνες, βλέμμα αρπακτικό. Κύριε Μποντ, το πρώτο σας κορίτσι κάνει μια εμφάνιση μόνο για σας, για το μύθο σας· αυτή η σκηνή θα μείνει κλασική, το ξέρετε; Όταν μπαίνετε στο νερό με τα ρούχα, εσείς ο ατσαλάκωτος, ξέρετε ότι αυτό το σμίξιμο των κορμιών σας, αυτή η φωτογραφία-στιγμή πάθους, θα μείνει αναλλοίωτη όταν εσείς θα γερνάτε; Κι αυτή η σκηνή είναι μόνο η αρχή και εν αρχή ο Ίαν Φλέμιγκ έφτιαξε το μύθο κι αυτός ο μύθος είναι σήμερα 25 χρονών.

Ποιος το φανταζόταν ότι ο Τζαίημς Μποντ θα γινόταν ο δημοφιλέστερος ήρωας της εποχής μας, σαν το Σέρλοκ Χολμς, τον Ταρζάν, τη Μις Μάρπλ. Ότι θα ‘φτανε εποχή που θα φτιάχναμε τη βιογραφία του σαν υπαρκτού ανθρώπου που έχει την ικανότητα ν’ αναπνέει στις οθόνες (John Pearson: «Η αυθεντική βιογραφία του 007)», να του αφιερώσουμε δοκίμια, όπως αυτό του Ουμπέρτο Έκο και ατέλειωτες σελίδες σε εφημερίδες κύρους και περιοδικά;

Τζέιμς Μποντ
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον δρος Νο»

Μετά από 25 χρόνια, οι ταινίες του Τζαίημς Μποντ είναι η μεγαλύτερη σειρά με συνέχειες στον κινηματογράφο. Το αδιάκριτο σεξ αντικαταστάθηκε βέβαια, ο καινούριος Μποντ δεν κάνει έρωτα ανεξέλεγκτα, όταν κάποια στιγμή του δίνεται η ευκαιρία να κάνει έρωτα με κάποια άγνωστη, το αποφεύγει γιατί δεν έχει προφυλακτικό, ενώ όσες φορές κάνει, είναι με το ίδιο πρόσωπο. Μπορεί ο 007 να ‘ναι ανίκητος, αλλά μπροστά στο AIDS είναι κι αυτός ανίσχυρος. Εξάλλου ο Μποντ είναι αληθινός άνθρωπος, μέσα στον κόσμο κι όχι εξώκοσμος ήρωας. Όμως κακοί παραμένουν οι Ρώσοι, έτσι το ήθελε ο μπαμπάς Φλέμιγκ και πρέπει να το σεβαστούμε.

Όταν το 1956 ο Φλέμιγκ έβλεπε την τεράστια επιτυχία του «Casino Royale» φανταζότανε άραγε ότι φέτος θα γιορτάζαμε τα εικοσιπέντε χρόνια του; Μάλλον όχι, αν πάρουμε στα σοβαρά τις αμφιβολίες που εκμυστηρευόταν τότε στο φίλο του Ραίημοντ Τσάντλερ: «Εσύ γράφεις μυθιστορήματα με σασπένς – αν όχι κοινωνιολογικές μελέτες – ενώ τα δικά μου βιβλία είναι ονειροφαντασίες, μια ποικιλία από πιστολίδι και φιλιά».

Παρ’ όλες τις αμφιβολίες του Φλέμιγκ, τα βιβλία του γνώρισαν επιτυχία, αλλά όταν γυρίστηκε η πρώτη ταινία με θέμα τον Μποντ, η καθιέρωσή του ήταν ζήτημα χρόνου. Ο πρώτος Μποντ, ο «Δόκτωρ Νο», με προϋπολογισμό το ασήμαντο ποσό των 600.000 λιρών, έγινε επιτυχία αμέσως. Ο σκηνοθέτης Τέρενς Γιανγκ ήξερε γιατί: «Ήταν ζήτημα χρόνου. Νομίζω ότι την κάναμε όχι μόνο τον κατάλληλο χρόνο, αλλά και τον κατάλληλο μήνα και βδομάδα. Αυτό συνέβη γιατί οι ιστορίες του Φλέμιγκ ήρθαν σε μια περίοδο νεκρή ή γκρίζα, αν θέλετε. Όλα τα “δράματα κουζίνας” υποχώρησαν».

«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον δρος Νο»
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον δρος Νο»

Βασικό ρόλο στην επιτυχία του Μποντ είχε ασφαλώς και ο Σην Κόνερυ, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του συγγραφέα που ήθελε πρωταγωνιστή του τον Ντέιβιντ Νίβεν και σκηνοθέτη τον Αλφρεντ Χίτσκοκ. Ο Σην Κόνερυ, με σπουδαίες θεατρικές σπουδές, έδωσε στο χαρακτήρα ζωή και τις δικές του προτιμήσεις, αντίθετα με το Ρότζερ Μουρ, που ήταν και παρέμεινε ένας ηθοποιός β΄ διαλογής, ανάξιος να συνεχίσει μια λαμπρή παράδοση.

Παρ’ όλη την τέλεια αγγλική του προφορά, ταυτισμένος με το Σάιμον Τέμπλαρ, δεν είχε το λούστρο και την αίγλη του προκατόχου του. Όσο για τον Τζορτζ Λάζενμπυ, τον Αυστραλό που έκανε διαφημιστικά σποτς πριν παίξει στην ταινία, δεν ήταν ο Μποντ με κανέναν τρόπο, αφού κυρίως δεν υπήρξε, ούτε έγινε ποτέ, ηθοποιός. Απλώς μπέρδεψε για λίγο τα πράγματα, αποκόμισε τη δεκαπεντάλεπτη διασημότητά του, σε μια ταινία-παρωδία του Τζαίημς Μποντ, το «Καζινό Ρουαγιάλ», μια ταινία με πέντε επεισόδια, σκηνοθετημένη από πέντε σκηνοθέτες (ο ένας ήταν ο Τζον Χιούστον, και παιγμέμνη από τους Πήτερ Σέλλερς, Ντέιβιντ Νίβεν, Πήτερ Ο Τουλ, Όρσον Γουέλς, ακόμα και το Γούντυ Άλλεν, που έκανε τον καθυστερημένο αδελφό του Τζαίημς Μποντ, κι ύστερα εξαφανίστηκε, άλλο ένα τίποτα στη γενική σύγχυση του καιρού μας.

Όσο για τη νέα ενσάρκωση του 007 από τον Τίμοθυ Ντάλτον, είναι μια ενθαρρυντική επιλογή. Με θεατρικό υπόβαθρο, θητεία στο Σαιξπηρικό Θέατρο, μόνιμος σύντροφος της Βανέσσα Ρεντγκραίηβ εδώ και δέκα χρόνια (την οποία λένε ότι προσπαθεί να πείσει να κάνει τη στρίγγλα στην επόμενη ταινία του Μποντ), φαίνεται ότι έχει τα προσόντα γι’ αυτό το ρόλο. Ο ίδος λέει: «Αυτό που προσπάθησα να κάνω είναι να παρουσιάσω τον Μποντ, όπως τον δίνει ο Φλέμιγκ. Ο “Δόκτωρ Νο” είναι η αγαπημένη μου ταινία απ’ τη σειρά του Μποντ, περιέχει τον Φλέμιγκ πάρα πολύ. Κατά τη γνώμη μου, καλύτερη είναι ο “Χρυσοδάκτυλος”, κλασική πια. Η δομή αυτής της ταινίας, η φόρμα, οι ερμηνείες είναι άψογα».

Περιμένουμε το ντεμπούτο του Τίμοθυ Ντάλτον, τις περιπέτειές του, με ανυπομονησία. Η πλοκή του «Living Daylights», όπως κι αν διαδραματίζεται, δε μας περιγράφει τον αφόρητο κόμπο του AIDS ή τη μόλυνση από το Τσέρνομπιλ. Δε χρειαζόμαστε τέτοια σενάρια. Χρειαζόμαστε καταστροφές που δε μας αγγίζουν και έναν 007 να τις πολεμάει. Χρειαζόμαστε τεκνο-λόρ όνειρα και ανατριχίλα. Αλλά μοιάζει θλιβερό που δε χρειαζόμαστε πια τον Ίαν Φλέμιγκ, δεδομένου ότι αυτή η ταινία δε βασίζεται σε δικό του έργο.

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου»

ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ

Ας σταθούμε διακριτικοί στο θέμα της ηλικίας του Τζαίημς Μποντ, προσδιορίζοντάς την στο συμβολικό όριο των 40 ετών. Ένας αειθαλής, αστραφτερός σαραντάρης, ένας ατσαλάκωτος τζέντλεμαν που, στην εκδοχή του Σην Κόνερυ, της καλύτερης ίσως ενσάρκωσης και μέρος της μυθολογίας του 007, μοιάζει με φιγούρα από των fifties κόμικ, έτσι με τις σκληρές, τετράγωνες γραμμές του προσώπου του, τα σαρκώδη χείλη του, το σκοτεινό βλέμμα του, την μπριγιαντίνη στα μαλλιά του και την έμμεση, αλλά φανερή, σεξουαλικότητα που εκπέμπει.

Ο Μποντ έχει συνήθειες και προτιμήσεις που επαναλαμβάνονται σ’ όλες σχεδόν τις ταινίες του ή παραλλαγές τους. Το αγαπημένο του γεύμα π.χ. είναι το μπρέκφαστ: δύο μεγάλα φλυτζάνια μαύρου καφέ χωρίς ζάχαρη, ένα αυγό βρασμένο επί τρεισήμισι λεπτά, λεπτές φέτες τοστ αλειμμένες με Jersey βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα ή μέλι αγορασμένο απ’ του Fortnum’s. Άλλοτε ο Μποντ αρέσκεται στις ομελέτες με μπέικον. Φυσικά του αρέσει ιδιαίτερα ο καπνιστός σολωμός και η σαμπάνια, που θα πρέπει να είναι Dom Perignon. Η αγαπημένη του είναι του ’53.

Ο Μποντ, όταν καπνίζει, προτιμάει τα Μακεδονίτικα καπνά, με τρία χρυσά δακτυλίδια στο φίλτρο. Φτιάχνονται ειδικά γι’ αυτόν απ’ την εταιρία Morlands της Grosvenor str. Τα βάζει σε μια μαύρη μεταλλική ταμπακιέρα και τα ανάβει με αναπτήρα Ronson. Στις ταινίες με τον Σην Κόνερυ τον βλέπουμε συχνά με τα τσιγάρα να τρεμοπαίζουν στις άκρες των χειλιών του. Ο Ρότζερ Μουρ άλλαξε τα τσιγάρα γι’ άλλη μάρκα λιγότερο cool.

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Η κατάσκοπος που μ' αγάπησε
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Η κατάσκοπος που μ’ αγάπησε»

Η διάσημη Βότκα Μαρτίνι λανσαρίστηκε απ’ τον 007 στο πρώτο βιβλίο του Φλέμιγκ, το «Casino Royale». Είπε σε κάποιον μπάρμαν να το φτιάξει ως εξής: «Μαρτίνι dry, τρεις μεζούρες τζιν Gordon’s, μία βότκα, και μισή μεζούρα από Kina Lillet. Χτύπησέ το μέχρι ο πάγος να χρυσίσει και μετά πρόσθεσε μια μεγάλη λεπτή φέτα λεμόνι». Στην οθόνη όμως ο Μποντ προτιμάει το κοκτέιλ «όχι πολύ χτυπημένο, απλά ανακατωμένο».

Το διαμέρισμά του στο Τσέλου, το ‘χουμε δει μόνο δύο φορές κι αυτές το εσωτερικό του, μία στο «Dr No» και έντεκα χρόνια αργότερα στο «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν». Η αγαπημένη του εφημερίδα είναι οι «Times». Σπούδασε στο Καίμπριτζ και ήταν αξιωματικός στο Βασιλικό Ναυτικό. Τα σακάκια του, φυσικά, είναι επί παραγγελία, σε ραφεία της Sarile Roso.

Ο Μποντ των βιβλίων οδηγεί μια Bentley του ’30, αυτοκίνητο που είδαμε το 1963 στο «Απ’ τη Ρωσία με αγάπη». Στα χρόνια που ακολούθησαν εμφανίστηκε η αστραφτερή, μυθική πια Aston Martin, μια απ’ τις καλύτερες μάρκες που εμφανίστηκαν σε ταινίες του Μποντ, όπως βέβαια και η Ford Mustang που παρουσιάστηκε το 1971 στην ταινία «Τα διαμάντια είναι παντοτινά», ή μία AMC Hornet στο φιλμ του 1974 «Ο άνθρωπος με το χρυσό όπλο» (η οποία έκανε και το εκπληκτικό πήδημα στη γέφυρα) κι ακόμα η Lotus Esprit που μεταμορφώθηκε σε μίνι υποβρύχιο στο «Η κατάσκοπος που μ’ αγάπησε» το 1977, και ένα Turbo Esprit το 1981 στο «Για τα μάτια σου μόνο».

Στην ταινία «Για τα μάτια σου μόνο» ο μύθος του εκ πεποιθήσεως εργένη καταρρίπτεται, όταν μας αποκαλύπτεται ο τάφος της μοναδικής και πολυαγαπημένης γυναίκας του Μποντ, της Τερέζα Μποντ, που απεδήμησεν εις Κύριον σε ηλικία 26 χρόνων, με άγνωστη αιτία θανάτου. Σε καμιά του ταινία δε γίνεται νύξη γι’ αυτή τη συζυγική του ζωή. Μήπως η διαρκής και έντονη ερωτική του δραστηριότητα δεν έχει άλλο σκοπό απ’ την αναζήτηση της πρώτης και όπως φαίνεται ανεξάλειπτης μοναδικής του συζύγου;

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Για τα μάτια σου μόνο
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Για τα μάτια σου μόνο»

Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΟΝΕYΡΕΝΝΥ, Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗ

Όλες οι ταινίες διακατέχονται απ’ την παρουσία της. Είναι η γραμματέας του αρχηγού του 007, με το κωδικό όνομα «Μ». Η μοναδική μελαχρινή που έρχεται σε επαφή με τον Μποντ και η οποία δεν έχει καμιά πιθανότητα να ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί του, ούτε για να κοιμηθούν. Στις ταινίες την υποδυότανε η Lois Maxwell και ήταν η Ο. «Η Moneypenny έπρεπε να είναι κουλ, χαριτωμένη και να δείχνει ότι θα μπορούσε να ‘ναι γραμματέας», λέει ο παραγωγός Cubby Broccoli. «Και εξαιτίας των άλλων κυριών που περιστοίχιζαν τον Μποντ, δεν έπρεπε να ‘ναι καθόλου σέξυ. Έτσι, διαλέξαμε τη Lois για το ρόλο».

Οπότε εμφανίζεται η Moneypenny, είναι γκαφατζού, απ’ την επιθυμία της να είναι ευχάριστη απέναντί του, ενώ η λαχτάρα της να γίνει ερωμένη του είναι φανερή, πάντως έτσι κι αλλιώς θεωρεί τον εαυτό της σαν άδηλη αρραβωνιαστικιά του, ενώ δεν έχει κανένα δεσμό, σε κανένα φιλμ, με κάποιον άλλον.

Κάποια στιγμή η Lois Maxwell, ταυτισμένη ίσως με τη Moneypenny, πρότεινε στους παραγωγούς να τη δολοφονήσουν σε μια ταινία, αφού θα είχε σ’ ένα ραντεβού παραλάβει κάποια σοβαρά ντοκουμέντα απ’ τον 007, για να πιστοποιήσει προφανώς τον έρωτα που την κατέτρωγε για τον Μποντ και θα έφτανε μέχρι τη θυσία για χάρη του. Η ιδέα της ποτέ δεν πάρθηκε σοβαρά απ’ τους παραγωγούς της. Ο ρόλος της ήταν σπουδαίος για τις ταινίες του διάσημου κατάσκοπου.

Στην τελευταία ταινία «The Living Daylights» η Moneypenny χρειάζεται κι αυτή… ρεκτιφιέ κι αλλάζει πρόσωπο, αλλά όχι προδιαγραφές. Η καινούρια Moneypenny ονομάζεται Caroline Bliss και συνεχίζει να φοράει αυστηρά ταγιέρ ή φορέματα, με κλασικούς κότσους, προσηλωμένη και έμπιστη γραμματέας, ενώ ο Μποντ είναι πάντα το κρυφό της απωθημένο. Κι όλα αυτά 25 χρόνια μετά απ’ την πρώτη της εμφάνιση. Ποιος είπε ότι ο καιρός αλλάζει τους ανθρώπους όταν λέγονται Moneypenny;

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με αγάπη
«Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με αγάπη»

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΦΛΕΜΙΓΚ, Ο ΣΗΝ ΚΟΝΕΡΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΤΑΘΜΟΙ

«Το όνομά μου είναι Μποντ. Τζαίημς Μποντ. Είμαι ο πράκτορας 007 των μυστικών υπηρεσιών. Το διπλό μηδέν σημαίνει ότι έχω άδεια να σκοτώνω κατά την άσκηση των καθηκόντων μου». Μια δήλωση παροιμιώδης, που δεν άργησε να γίνει διάσημη και ειπώθηκε απ’ το Σην Κόνερυ στην πρώτη ταινία «Δόκτωρ Νο». Μια δήλωση που πιθανόν είχε κάνει κάποτε και ο ίδιος ο Ίαν Φλέμιγκ στη δική του κατασκοπευτική καριέρα, της οποίας προβολή είναι ο Τζαίημς Μποντ, πιο αβανταδόρικης και σαγηνευτικής αναμφίβολα.

Μα ποιος ήταν ο Ίαν Φλέμιγκ; Ένας κατάσκοπος απλά; Τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Γεννημένος στο Λονδίνο το 1908, σπούδασε στην Αγγλία και την Ευρώπη, πράγμα που του επέτρεψε (και το επιδίωξε) να μάθει πολλές γλώσσες και ειδικότερα ρώσικα. Μεταξύ του 1929 και του 1933 υπήρξε ανταποκριτής ειδήσεων στη Μόσχα, απεσταλμένος εν Ρώυτερ. Το 1939 στέλνεται στη Μόσχα απ’ τους «Times». Αυτή του η δραστηριότητα, με την επίφαση της δημοσιογραφικής αποστολής, είναι καλυμμένη κατασκοπεία υπέρ των Μυστικών Ναυτικών Πληροφοριών. Όταν γυρίζει απ’ τη Μόσχα, γίνεται γραμματέας του αρχηγού αυτών των Πληροφοριών με το βαθμό του λοχαγού όσο κρατάει ο πόλεμος.

Αυτή του η εμπειρία πέντε χρόνων περίπου στον κόσμο των «Πληροφοριών» θα τον βοηθήσει στη σύλληψη του κεντρικού θέματος των μυθιστορημάτων του. Η προσωπικότητα του Μποντ οφείλει πολλά σε μερικούς διάσημους κατασκόπους, που ο Φλέμιγκ συνάντησε, όπως ας πούμε τον Ντούσκο Ποπώβ, το γνωστό Άγγλο κατάσκοπο με το παρατσούκλι Τρίκυκλος, ή το χαμένο στην Ρωσία κατάσκοπο Σίντνεϋ Ρέιλυ. Ο Φλέμιγκ ονόμασε τα μυθιστορήματά του «παραμύθια για ενήλικες», ο πρόεδρος Τζων Κένεντυ ήταν ένας απ’ τους πιο ένθερμους ενήλικες οπαδούς τού Μποντ, και φυσικά όχι ο μοναδικός.

Όταν το 1964 προβλήθηκε ο «Χρυσοδάκτυλος», η Μποντ-μανία μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την υστερία για τους Μπητλς. Ο Σην Κόνερυ ήταν το επίκεντρο αυτής της υστερίας, αρρενωπός, αθλητικός, γοητευτικός, ξέροντας τον κόσμο, κομψός, κατακτητής, με εξευγενισμένα γούστα, έγινε το πρότυπο για εκατομμύρια έφηβους. Για πολλούς, αν όχι για όλους, είναι ο ιδανικός 007. Έπαιξε αδιάλειπτα σε πέντε ταινίες μέχρι το 1967 και στο «Ζεις μονάχα δυο φορές», όταν ανακοίνωσε ότι δε θα ξαναϋποδυθεί τον Μποντ.

Σκληρή έρευνα για τον αντικαταστάτη (αναφέρονταν ονόματα όπως του Λη Μάρβιν, του Ρίτσαρντ Μπάρτον, του Άνταμ Γουέστ, τηλεοπτικού ήρωα στο ρόλο του Batman). Πέφτουν στα πόδια του Κόνερυ, αλλά αυτός ανθίσταται. Οι παραγωγοί ανακοινώνουν το όνομα ενός πωλητή αυτοκινήτων απ’ την Αυστραλία, του Λάζενμπυ.

Καζινό Ρουαγιάλ
«Καζινό Ρουαγιάλ»

Το «Καζινό Ρουαγιάλ» είναι μια αποτυχία. Ο Κόνερυ είναι ο μοναδικός Μποντ. Του ξανακάνουν προσφορές κι ο Κόνερυ αυτή τη φορά υποκύπτει: η United Artists του δίνει 1,5 εκατ. δολάρια (1 εκατ. μετρητά σε σκοτζέζικη τράπεζα) και 10.000 δολάρια bonus τη βδομάδα, εάν πάει καλά η ταινία, ενώ του υπόσχονται να παίξει σε δύο ταινίες της επιλογής του που θα παράγει η εταιρία. Και βέβαια η ταινία «Τα διαμάντια είναι παντοτινά» είναι η επιτυχία του 1971.

Στο δεύτερο φιλμ, «Απ’ τη Ρωσία με αγάπη», ο προϋπολογισμός αυξάνεται, διπλασιάζεται, μέχρι να φτάσει, στο «Επιχείρηση κινούμενος στόχος», το ποσό-ρεκόρ των 30 εκατ. δολαρίων, δηλ. 33 φορές πάνω απ’ το κόστος του «Δόκτορα Νο». Επίσης και τα gadgets θα γίνονται όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο εντυπωσιακά, κι όσο πιο φαντασμαγορικά γίνονται τόσο θ’ απομακρύνονται απ’ τις αρχικές συλλήψεις του συγγραφέα.

Αν αναφέρουμε αυτή την ταινία είναι για τις δύο αξιομνημόνευτες ερμηνείες των «κακών» του φιλμ: αυτήν της Λότε Λένυα, που βαρέθηκε φαίνεται να ‘ναι η ηγερία του Κουρτ Βάιλ και του Μπρεχτ και ξεσπαθώνει υποδυόμενη τη Ρόζα Κλεμπ, ρωσίδα λεσβία κατάσκοπο – θυμηθείτε τα παπούτσια με τα μαχαίρια που φόραγε – και το Ρόμπερτ Σόου, που υποδύεται το Ρεντ Γκραπ, και τον οποίο υποψιάζεται ο Μποντ όταν σ’ ένα γεύμα παραγγέλνει κόκκινο κρασί με το ψάρι, αγνοώντας τη γαλατική παιδεία τού 007!!

Μόνο ο Κόνερυ τελικά είχε στυλ…

Σχετικά άρθρα