Παρασκευή βράδυ στη «Ράτκα» περνούσε από την Αλίκη και τον Σημίτη, μέχρι τη Γαλάνη και τη Βάνα Μπάρμπα
Ιστορίες από τη «Ράτκα» και τους επώνυμους θαμώνες της, όπως τις κατέγραψε το ΚΛΙΚ του 2000. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Φεβρουάριος 2000, περίοδος 2Β, τ.χ. 18 ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ. ΣΚΙΤΣΟ: ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
Χρόνια τώρα η “Ράτκα” είναι το νυχτερινό μας προσκύνημα. Μας βοηθάει να δούμε τις διαστάσεις ενός κόσμου που ξέρουμε από φήμες, λίγο πριν τον ξεχάσουμε. Φέτος γίνεται 25 χρονών. Πολύ μεγάλη για να θεωρείται μια εφήμερη διασκέδαση…
Από τη γυναίκα που είχα καθισμένη απέναντί μου στην καταπράσινη βεράντα του σπιτιού της στο Κολωνάκι, εκείνο θερμό καλοκαίρι του ’95, άκουσα για πρώτη φορά πως «Ράτκα» σημαίνει χαρά στη γλώσσα της, τα βουλγαρικά. Μέχρι τότε γνώριζα κι εγώ αυτό που ο περισσότερος κόσμος ξέρει: «Ράτκα» σημαίνει φιλέτο στην πέτρα και ένα Τζακ Ντάνιελς χωρίς πάγο στο τραπέζι 8 με θέα τα μαλλιά της Αλίκης! Από μια σπάνια συντυχία, εκείνο το καλοκαίρι, η Ράτκα είχε δεχτεί να μου μιλήσει για τη ζωή της (πράγμα που δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι τότε) υπό έναν όρο: να μη ρωτήσω τίποτα για την περίφημη και πολυσυζητημένη πελατεία της.
Από τη συζήτηση εκείνη έμαθα μέσες άκρες την ιστορία του θρυλικού μπαρ. Στα μέσα της δεκαετία του ’70, η Ράτκα, που είχε μόλις μετακομίσει από τη Θεσσαλονίκη όπου φοιτούσε, άκουσε εντελώς τυχαία ότι έδιναν ένα παλιό μπαρ στην οδό Χάρητος, το «Μονπαρνάς». Μέχρι τότε η νύχτα ήταν ταξική. Υπήρχαν οι ταβέρνες, τα καλά μαγαζιά στυλ «Αθηναία», οι καφετέριες για τη νεολαία, τα μπαρ για τις γυναίκες και ένα δυο αποκλειστικά για πότες. Σκέφτηκε να κάνει ένα μικρό προσωπικό χώρο με μουσική. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ταξιδεύει, είχε τις πληροφορίες, είχει περάσει η εποχή των χίπις, και η ίδια στην αρχή κάπως έτσι ήταν: «Σέρβιρα ξυπόλυτη, είχα φέρει το ψυγείο και τα ποτήρια από το σπίτι, έγινε δεύτερο σπίτι μου. Κράτησα το όνομα του παλιού μαγαζιού μέχρι πολύ πρόσφατα. Αλλά όταν σήκωνα το τηλέφωνο και έλεγα “Μονπαρνάς” και μου το έκλειναν, συμβιβάστηκα με την ιδέα».
Η «Ράτκα» άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες της τον Οκτώβριο του 1975. Το πρώτο κιόλας βράδυ σέρβιρε μέχρι έξω στη Χάρητος. Πέρασε η Φένη Ξύδη, ακούστηκε, και όλη η πλατεία μετακόμισε. «Στην αρχή σέρβιρα μόνο ποτά. Ένα παντς που είχα δει να πίνει η Ρόμι Σνάιντερ στην ταινία “Πισίνα” και μου άρεσε». Όταν το ωράριο έγινε μέχρι τις 2.00, αναγκάστηκε να βάλει και φαγητό. Στην αρχή ποικιλίες τυριών και μακαρονάδες. Ήθελε να κάνει κάτι πρωτότυπο, να φέρει άλλες γεύσεις. Τότε δεν υπήρχε ούτε καν το μαύρο ψωμί. Τα κοκτέιλ δεν τα ήξεραν, τα παντς ήταν άγνωστα, όπως και η τεκίλα. «Πήγαινα στη Ρόδο με το αεροπλάνο για να τη φέρω. Βέβαια, ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν την κουζίνα του μαγαζιού άνοστη. Αλλά εγώ πιστεύω ότι το βραδινό φαγητό είναι ένα ειδικό γεύμα. Το φιλέτο το σερβίρω μόνο με λαχανικά, οι σαλάτες είναι μεγάλες για να γίνονται γεύμα. Σερβίρω όλα τα κρασιά και τις σαμπάνιες και σε ποτήρι, για να μην αναγκάζεται κάποιος να παίρνει μπουκάλι».
Διαβάστε επίσης
Έχουν περάσει δυόμισι δεκαετίες, κι όμως η Ράτκα συνεχίζει να σερβίρει η ίδια τους πελάτες της. «Μου αρέσει πάρα πολύ να σερβίρω. Έτσι έχω εικόνα για το τι θέλει ο πελάτης και αν του αρέσει. Τα παράπονα τα θέλω και τα σημειώνω όλα σ’ ένα κομπιούτερ. Μου αρέσουν οι δύσκολοι πελάτες, είμαι σίγουρη ότι θα τους ικανοποιήσω πριν φύγουν. Το φαγητό ή το ποτό που δεν άρεσε δεν χρεώνεται ποτέ».
Λένε ότι η «Ράτκα» έχει την πιο μόνιμη και φανατική πελατεία από κάθε άλλο μαγαζί της Αθήνας. Μάζεψε κόσμο απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, όλα τα κόμματα, όλες τις φυλές και τα φύλα, όλες τις ηλικίες. «Αυτό που προσπάθησα εγώ είναι να κάνω τον καθένα να αισθάνεται μοναδικός εκεί. Επίσης, να του εξασφαλίζω την ηρεμία της ιδιωτικής του στιγμής, απαγορεύοντας την εισβολή δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ. Πάντα πίστευα, και τελευταία περισσότερο, ότι οι δημοσιογράφοι δημιουργούν δύσκολο κάρμα». Ωστόσο πολλοί από τον χώρο των media είναι όχι μόνο τακτικοί πελάτες του μαγαζιού αλλά και προσωπικοί φίλοι της. Αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο. Υπάρχει και σχετικό ανέκδοτο που κυκλοφορεί στην πιάτσα, ότι ο δημοσιογράφος που θα καταφέρει να αποσπάσει πληροφορίες από τη Ράτκα για τη «Ράτκα» δικαιωματικά μπορεί να ονειρεύεται το Πούλιτζερ.
Καμιά φορά αναρωτιέται κανείς πώς αυτό το μαγαζί με τις μινιμαλιστικές διαστάσεις, με τον τόσο αυστηρά καθορισμένο αριθμό τραπεζιών, κατάφερε όχι μόνο να επιζήσει της άγριας εποχής του αλλά να διεκδικεί τα πρωτεία ανάμεσα στα κλασικότερα των Αθηνών. Υπάρχει συνταγή; «Οι συνταγές είναι χρήσιμες μόνο για τις σούπες. Προσωπικά, δεν επιδίωξα τίποτα. Είναι δομή, είναι DNA, είναι ιστορική μνήμη, είναι κάρμα, είναι όλα αυτά μαζί».
Συνταγή λοιπόν δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το ταλέντο και η προσωπικότητα της οικοδέσποινας. Και βέβαια, αυτό που αναγνωρίζουν όλοι: η φοβερή παρατηρητικότητα και η αλάνθαστη μνήμη για τις προτιμήσεις τού κάθε πελάτη της ξεχωριστά. «Αλίμονο ύστερα από τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά να μην έχεις εξασκηθεί. Κάποτε ήρθε ένας πελάτης μου και μου ζήτησε ομελέτα. Του είπα ότι την αφαίρεσα από το μενού γιατί πριν από δώδεκα χρόνια ο ίδιος μου την είχε απορρίψει. Εντυπωσιάστηκε, βέβαια, αλλά όπως του εξήγησα, δεν είναι θέμα μνήμης αλλά εξάσκησης. Το λέω αυτό γιατί δεν θυμάμαι καθόλου ονόματα. Δεν μπορώ να συστήσω δυο ανθρώπους, αλλά θυμάμαι πού είχαν καθίσει και τι είχαν πιει. Περπατάω στον δρόμο, συναντώ πελάτες μου, δεν θυμάμαι το όνομά τους, αλλά μπορώ αμέσως να σου πω: “Α! Τζόνι Γουόκερ με δύο παγάκια”! Αυτό που σε αφορά τελικά θυμάσαι».
Έτσι είναι, έχει δίκιο τελικά η Ράτκα. Αυτό που σε αφορά θυμάσαι. Και σίγουρα αυτό που μας αφορά, αυτή εδώ τη στιγμή, απ’ αυτές εδώ τις σελίδες, δεν είναι το πώς σμιλεύεται το σούσι! Γι’ αυτό κι εγώ, όπως ακριβώς εκείνη προσπαθεί να ευχαριστήσει τους πελάτες της, θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους δικούς μου με τη βοήθεια του ρεπορτάζ, των μαρτυριών αλλά και των προσωπικών πολύτιμων εμπειριών που συγκέντρωσα όλα αυτά τα χρόνια ως θαμώνας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

Στα 25 αυτά χρόνια, είναι γεγονός πως δύσκολα θα βρείτε επώνυμο Αθηναίο που να μην πέρασε από το μαγαζί της Ράτκας. Από πρωθυπουργό μέχρι τραβεστί. Το μόνο που γνωρίζουμε από την ίδια τη Ράτκα είναι ο εξής γρίφος: «Ένας πρωθυπουργός δεν ήρθε ποτέ στο μαγαζί, ένας άλλος ήρθε μία φορά κι ένας τρίτος, όταν έρχεται, κολακεύομαι». Για τον τρίτο δεν χωράει αμφιβολία πως πρόκειται για τον Σημίτη. Τον έχω συναντήσει τουλάχιστον τρεις φορές εκεί. Έτσι κι αλλιώς, το ζεύγος Σημίτη ερχόταν συχνά και πριν την πρωθυπουργία. Η μόνιμη παρέα του Κώστα και της Δάφνης Σημίτη είναι ο τρυφερός ποιητής μας Τίτος Πατρίκιος, ο καθηγητής της Παντείου Κωνσταντίνος Τσουκαλάς με τη σύζυγό του, δημοσιογράφο και πανεπιστημιακό Φωτεινή Τσαλίκογλου, και σχεδόν πάντα ο καλός τους φίλος καθηγητής Γιώργος Βέλτσος. Η παρέα του πρωθυπουργού κάθεται πάντα στο μπροστινό δωμάτιο, στη θέση που βρίσκεται ο ημικυκλικός καναπές, ενώ ο μπόντιγκαρντ που τους συνοδεύει πολύ διακριτικά παίρνει θέση στο μπαρ και παραγγέλνει μια πορτοκαλάδα. Ο πρωθυπουργός με την παρέα του προτιμά να κάνει την εμφάνισή του καθημερινές και όχι Σαββατοκύριακα. Έρχεται συνήθως μετά τις 11.00 το βράδυ και μένει μέχρι αργά. Αγαπά το καλό άσπρο κρασί και δείχνει μια προτίμηση στα θαλασσινά. Αν δεν γνωρίζεις την ιδιότητά τους, δύσκολα τους ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Όπως όλος ο κόσμος, γελάνε, λένε ανέκδοτα, είναι χαλαροί και σπάνια η συνοχή της παρέας διακόπτεται από «αλεξιπτωτιστές» που έρχονται να χαιρετήσουν, παρ’ όλο που το σημείο που κάθονται είναι το πιο πολυσύχναστο πέρασμα. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένας λαχειοπώλης, συχνός περαστικός από τη «Ράτκα», που σταματά στο πρωθυπουργικό τραπέζι όχι βέβαια για να πουλήσει λαχεία, αλλά για να πει μια κουβέντα στον Πρόεδρο.
Για λόγους αδιευκρίνιστους, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επισκέφτηκε ποτέ το μαγαζί, σε αντίθεση με τα παιδιά του και τη Μαργαρίτα που κάνουν συχνά περάσματα, γιορτές, γενέθλια, από την εποχή που άνοιξε. Ο Νίκος προτιμά το κάτω δωμάτιο, σε αντίθεση με τον Ανδρίκο, που συνήθως κάθεται στο πιο μέσα δωμάτιο του πρώτου ορόφου με μεγάλη παρέα, φίλοι δικοί του και της γυναίκας του. Η καλύτερη συζήτηση που μπορείς να πιάσεις με τον μικρότερο γιο του πρώην πρωθυπουργού είναι για τα νέα γκάτζετ της τεχνολογίας και το Internet.
Αν σε επίπεδο πρωθυπουργών το τραπέζι είναι σχεδόν εξασφαλισμένο (κι αυτό γιατί έχει προηγηθεί κράτηση), σε επίπεδο υπουργών δεν ισχύει το ίδιο. Έχω δει κατά καιρούς τον Ευάγγελο Βενιζέλο με την παρτενέρ του ή τη Βάσω Παπανδρέου με την παρέα της να περιμένουν υπομονετικά στην είσοδο όρθιοι να αδειάσει κάποιο τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή η Ράτκα, χωρίς να το ξέρει, παίρνει εκδίκηση εκ μέρους της στρατιάς των ταπεινωμένων Ελλήνων που περνάνε τη μισή τους ζωή περιμένοντας στις ουρές.
Ο άνθρωπος βέβαια που δεν περιμένει ποτέ να αδειάσει τραπέζι, γιατί πάντα έχει το δικό του, είναι ο φωτογράφος Τάκης Διαμαντόπουλος. Είναι ο πιο σταθερός και αγαπημένος πελάτης του μαγαζιού. Τηλεφωνεί στη Ράτκα μόνο για να πει ότι δεν θα ‘ρθει και να δώσει το τραπέζι του σε άλλον. Ο Τάκης έχει συνήθειες χρόνων που σπάνια τις αλλάζει. Η αντρική παρέα που τον συνοδεύει είναι σχεδόν ίδια τα τελευταία 200 χρόνια. Ο σκηνογράφος Διονύσης Φωτόπουλος και ο Τζώνης Καλημέρης. Τα φαγητά που αγαπούσαν την πρώτη μέρα που έσκασαν μύτη εξακολουθούν να τους συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Κυδώνια και πάπια για τον Τάκη, μακαρονάδα για τον Διονύση, φελάφελ για τον Τζώνη.
Τι αλλάζει σ’ αυτή την παρέα; Σερσέ λα φαμ! Είναι τέτοια η σχέση του Τάκη με το μαγαζί, που ακόμα κι αυτή η τόσο πιστή στις αρχές της Ράτκα υποχωρεί μπρος στα κέφια του. Τα γενέθλια του Τάκη κάθε χρόνο είναι κάτι σαν «εθνική εορτή». Καταρχήν, είναι από τους ελάχιστους πελάτες που μπορούν να δουν να φεύγει μια μερίδα τηγανητές πατάτες με τερτίπια τζεϊμσποντικά από την κουζίνα και να προσγειώνεται στο τραπέζι του χωρίς να πάρει πρέφα ούτε το γκαρσόνι που τον σερβίρει (δεδομένου ότι η τηγανητή πατάτα στη «Ράτκα» ανήκει στην κατηγορία των απαγορευμένων καρπών). Χάρη στον Τάκη επίσης και στην τρελή παρέα του, την Ειρήνη Γερουλάνου και τον Νίκο Μεγαπάνο, πριν από οκτώ χρόνια το μαγαζί μετατράπηκε σε χορευτικό κέντρο, με χορούς που ξεκίνησαν μόλις και ο τελευταίος πελάτης έφυγε και τέλειωσαν το πρωί.
Δεν το ξέρουν ίσως πολλοί, αλλά στη «Ράτκα» έχει γίνει και βάφτιση. Πριν από λίγα χρόνια η Δήμητρα Γαλάνη αγόρασε ένα Λαμπραντόρ. Την πρώτη μέρα το πήγε στη Ράτκα και της ζήτησε να γίνει νονά. Πήραν το κουταβάκι αγκαλιά, το έβρεξαν στο νερό του σιντριβανιού που υπάρχει μπροστά στην είσοδο και του έδωσαν το όνομα «Σούσι», όχι τυχαία βέβαια, αφού η Δήμητρα δεν κάνει ποτέ παραγγελία κάτω από ένα τριπλό σούσι. Μετά το φαΐ, η καλή τραγουδίστρια έχει κι ένα σπέσιαλ σφηνάκι Σλίβοβα, μια σπάνια ρακή που η Ράτκα φέρνει από ένα μοναστήρι της Βουλγαρίας.
Στη «Ράτκα» θέλησε να κάνει την τελευταία δημόσια εμφάνισή της και η Έλλη Λαμπέτη. «Μ’ αρέσει εδώ», είπε στην οικοδέσποινα μ’ ένα ακυρωμένο χαμόγελο, «μοιάζει με θέατρο. Έχει τη μαγεία της σκηνής». Η Αλίκη έκανε συχνές καταβάσεις (προτιμούσε το δωμάτιο του ισογείου) μαζί με τους άντρες της ζωής της, τον Βλάσση και τον Σπυρόπουλο, αλλά και τους κολλητούς της, τον Φασουλή και τη Βαλσάμη.
Στο ίδιο ισόγειο, εκείνη την εποχή έγινε και η συνάντηση κορυφής Κιμούλη με Δαβαράκη, όπου ο πρώτος, θιγμένος βαθύτατα με όλα όσα του έγραφε ο δεύτερος στις σφήνες του «Ταχυδρόμου», τον χαιρέτησε με τη φράση «Θέλεις γιαούρτωμα».
Στο ιστορικό μπαρ του μαγαζιού συχνάζουν όχι μόνο αυτοί που περιμένουν τραπέζι, αλλά και μοναχικές ψυχές και φίλοι καρδιακοί της Ράτκας, αλλά και της κόρης της Ιωάννας. Η Βάνα Μπάρμπα το προτιμά όταν έρχεται, άλλοτε μόνη και άλλοτε με παρέα. «Η Ράτκα», λέει ένας φίλος, «είναι σαν τα πουλιά: ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει». Αλλά καμιά φορά, λέω εγώ, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται… Ίσως από εδώ και πέρα χρειάζεται να κάνει αυστηρότερη πόρτα στους δημοσιογράφους που της ζητούν τραπέζι.
Βέβαια συμβαίνουν κι άλλα σ’ αυτό το μαγαζί, αλλά επειδή είναι πολύ καλύτερα, δεν τα θυμάσαι την άλλη μέρα. Εξάλλου, όπως έλεγε και ο Υπέροχος Γκάτσμπι, «αν τα πούμε όλα τώρα, τι θα λέμε το βράδυ και αύριο και τα επόμενα 25 χρόνια που θα ακολουθήσουν;» Για πες μου όμως τώρα, είδα καλά; Φορούσε λαμέ πουκαμισάκι ο Κίτσος όταν μπήκε ή πρόκειται για φαντασίωση;
Διαβάστε επίσης