«Ίσως σκότωσα τον Λένον για να εκδικηθώ τον πατέρα μου»: Όσα έλεγε ο Μαρκ Τσάπμαν πριν την πρώτη αίτηση αποφυλάκισής του

«Ίσως σκότωσα τον Λένον για να εκδικηθώ τον πατέρα μου»: Όσα έλεγε ο Μαρκ Τσάπμαν πριν την πρώτη αίτηση αποφυλάκισής του

Με αφορμή τα γενέθλια του Τζον Λένον στις 9 Οκτωβρίου, στρέφουμε τον προβολέα στον άνθρωπο που του πήρε τη ζωή και παραμένει φυλακισμένος μετά από 12 αιτήσεις αποφυλάκισης. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Δεκέμβριος 2000, περίοδος 2η, τ.χ. 28

ΚΕΙΜΕΝΟ: PARRIS PRESS

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΑΜΑΓΚΑ

Με αφορμή τα γενέθλια του Τζον Λένον στις 9 Οκτωβρίου, στρέφουμε τον προβολέα στον άνθρωπο που του πήρε τη ζωή και παραμένει φυλακισμένος. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ΚΛΙΚ του 2000, όταν ο Τσάπμαν είχε μόλις κριθεί επιλέξιμος για αποφυλάκιση υπό όρους, μετά από είκοσι χρόνια φυλάκισης. Από τότε, ένα διοικητικό συμβούλιο δύο ή τριών μελών έχει αρνηθεί την αποφυλάκιση του Τσάπμαν δώδεκα φορές. 

Ο άνθρωπος που πριν από 20 χρόνια δολοφόνησε τον Τζον Λένον με τρεις σφαίρες στην καρδιά, μπροστά στα μάτια της γυναίκας του, Γιόκο Όνο, και μπροστά σε όλες τις κάμερες του κόσμου, μιλάει για πρώτη φορά, λίγες ημέρες πριν από την ακροαματική διαδικασία για την αποφυλάκισή του. Ο δολοφόνος εξηγεί με μοναδικό τρόπο γιατί σκότωσε τον Τζον Λένον και γιατί πιστεύει τώρα πως αξίζει την ελευθερία του. Τα λόγια του 45χρονου Μαρκ Τσάπμαν, που μέχρι τώρα πίστευε πως θα πεθάνει στη φυλακή, αποκαλύπτουν μια προσωπικότητα που ελάχιστα ταιριάζει σε ένα δολοφόνο.

Με την ελπίδα πως θα αποφυλακιστεί, κάνει σχέδια για μια νέα ζωή έξω από τους τοίχους των φυλακών Άττικα στη Νέα Υόρκη, όπου έμεινε τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του για τη δολοφονία που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Με την ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας —3 Οκτωβρίου— κυκλωμένη στο ημερολόγιο που κρέμεται στον τοίχο του κελιού του, ανοίγει την καρδιά και το μυαλό του, κάνοντας έναν ειλικρινή απολογισμό του εγκλήματος, της τιμωρίας και των προσδοκιών του για μια νέα ζωή.

Ο Τσάπμαν είναι ένας κοντός άντρας που έχει παχύνει πολύ μετά την τελευταία φορά που εμφανίστηκε στα media και, έχοντας πλήρη επίγνωση του «μεγέθους» του, αρνείται τώρα να φωτογραφηθεί. Σύμφωνα με τους νόμους της Νέας Υόρκης, έχοντας εκτίσει 20 χρόνια φυλάκισης, έχει αυτομάτως το δικαίωμα να καταθέσει στην αρμόδια επιτροπή αίτημα να αφεθεί ελεύθερος. Τώρα ο Τσάπμαν όχι μόνο ζητάει την ελευθερία του, αλλά έχει ετοιμάσει και έναν καλογραμμένο λόγο με τον οποίο θα διεκδικήσει το δικαίωμα αυτό.

Ένας κλειστός, ακοινώνητος άνθρωπος, ένας «κανένας», που ξεπήδησε από το σκοτάδι τον Δεκέμβριο του 1980 επιθυμώντας απεγνωσμένα να γίνει «κάποιος», είδε στη δολοφονία του Λένον, όπως εύκολα παραδέχεται σήμερα, το διαβατήριό του για τη δόξα. Αν και καταδικάστηκε σε ισόβια, ο Τσάπμαν παραδέχεται πως ακόμα και έτσι διασκέδαζε με τα διάφορα κακά σχόλια, τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις, τα άρθρα στις εφημερίδες και τα πορτρέτα στα περιοδικά που ακολούθησαν τη δολοφονία ενός από τους διασημότερους ανθρώπους στη Γη.

«Δεν νομίζω πως η λέξη “χαιρεκακία” είναι η κατάλληλη, αλλά η ταυτότητά μου ήταν τέτοια, ήμουν τόσο ασήμαντος, που έπρεπε να σκοτώσω κάποιον. Έτσι, ως φυσικό επακόλουθο, θα το έκανα, καταλαβαίνεις, για να δηλώσω κάτι, για να αισθανθώ όμορφα με τον εαυτό μου».

Τώρα, βέβαια, ο Τσάπμαν ονειρεύεται να γίνει πάλι ένας «κανένας». «Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι αυτό, αλλά θα προσπαθήσω να ζήσω πάλι μια φυσιολογική ζωή. Μακριά από τα media. Δεν υπάρχουν πολλά μέρη να “κρυφτείς” άμα έχεις σκοτώσει τον Τζον Λένον».

Ικανότατος στο να παρουσιάζει τον εαυτό του ως βαθύτατα θρησκόληπτο, προσαρμοσμένο, αλλαγμένο, μετανιωμένο, «χωρίς ηθικές αναστολές», που χαρακτηρίζει την πράξη του «εκπληκτική», ο Τσάπμαν σήμερα πιστεύει πως θα μπορούσε να διαδώσει εκ νέου τον χριστιανισμό αν του δινόταν η ελευθερία του.

Κατά την ακροαματική διαδικασία σκοπεύει να ανακοινώσει στην επιτροπή πως θα αφιερώσει τον εαυτό του στο έργο της θρησκευτικής αφύπνισης του κόσμου. «Σίγουρα θα ασκήσω τεράστια επιρροή, θετική επιρροή», επιμένει. «Θα ταξιδέψω σε διάφορα μέρη και θα πω στον κόσμο τι συνέβη και πως οι απαντήσεις που ψάχνουν, όπως κι εγώ, βρίσκονται στο πρόσωπο του Χριστού».

Έχει φίλους, όπως υποστηρίζει, που θα τον φροντίσουν: «Υπάρχουν κάποιοι εδώ που με αγαπούν». Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο Τσάπμαν πιστεύει πως ο Τζον Λένον θα τον συγχωρούσε και θα υποστήριζε την αίτηση αποφυλάκισής του. «Νομίζω πως θα ενδιαφερόταν, θα φρόντιζε για μένα, θα ήταν γενναιόδωρος. Μάλλον θα ήθελε να με δει ελεύθερο. Αυτή είναι η γνώμη μου».

Ο Τσάπμαν σήμερα προτιμά να μη θριαμβολογεί για τη φήμη που κάποτε τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε για τον εαυτό του διαπράττοντας ένα στυγερό έγκλημα. «Δεν θέλω κανείς και τίποτα να μου το θυμίζει».

Προσπαθώντας να εξηγήσει την ωμότητα της πράξης του, ο Τσάπμαν θέλει να σε πείσει πως ποτέ δεν είδε το θύμα του ως άνθρωπο. Ο Λένον ήταν απλά «μια φωτογραφία στο εξώφυλλο ενός δίσκου», τουλάχιστον τότε. «Όταν τον γνώρισα, όταν τον πυροβόλησα, όταν τον είδα στη φωτογραφία του εξωφύλλου, απλά δεν υπήρχε, δεν ήταν αληθινός».

Ο Τσάπμαν θυμάται με λεπτομέρειες εκείνο το πρωί που είχε αποφασίσει πως θα σκότωνε τον Λένον. Φόρεσε ένα μαύρο τσόχινο καπέλο και ένα μαντίλι, πήρε μαζί του τον «Φύλακα στη σίκαλη», το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Σάλιντζερ για τη μοναξιά της εφηβείας, και περπάτησε μέχρι το κτίριο Ντακότα, στη δυτική πλευρά του Σέντραλ Παρκ. Μπερδεύτηκε με το πλήθος που είχε σχεδόν κατασκηνώσει έξω από το κτίριο — δεκάδες θαυμαστές που ήλπιζαν να συναντήσουν το βλέμμα του ινδάλματός τους και να του αποσπάσουν ένα αυτόγραφο. Ο Λένον δεν χαλούσε χατίρι στους θαυμαστές του και εκείνο το ψυχρό, μουντό χειμωνιάτικο πρωινό κοίταξε κατάματα τον δολοφόνο του.

«Είχα μαζί μου ένα κομμάτι σκληρό χαρτόνι, που το χρησιμοποίησα για να καμουφλάρω το σχήμα του όπλου στην τσέπη μου», θυμάται ο Τσάπμαν. «Είχα μαζί μου και τον δίσκο, τον δίσκο του Τζον Λένον, για να δικαιολογήσω την παρουσία μου εκεί. Ήταν η “βιτρίνα” μου. Δεν ήθελα το αυτόγραφό του. Ήθελα τη ζωή του. Και στο τέλος τα πήρα και τα δύο».

Ο Λένον είχε μόλις ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του «Double Fantasy», αποσπώντας θετικές κριτικές. Σε μια συνέντευξή του στον DJ Andy Peebles του Radio One, η οποία ήταν και η τελευταία του, είχε πει: «Ο κόσμος σε πλησιάζει και σου ζητάει αυτόγραφο ή σου λέει “γεια”, αλλά δεν θα σε ενοχλήσει».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τσάπμαν πήγαινε εκεί ως αφοσιωμένος θαυμαστής, έτσι ο Λένον αισθανόταν αρκετά άνετα να τον πλησιάσει νωρίτερα τη μέρα που επρόκειτο να πεθάνει. Ο Τσάπμαν θυμάται την κουβέντα τους: «Είπα: “Τζον, θα μου υπογράψεις το άλμπουμ;” Και εκείνος απάντησε: “Βέβαια”, έγραψε το όνομά του και μου το έδωσε πίσω. Με κοίταξε και μου είπε: “Αυτό θέλεις μόνο;” Έτσι απλά. Και εγώ του απάντησα: “Ναι, σ’ ευχαριστώ”. Εκείνος επέμενε: “Αυτό θέλεις μόνο;” Η Γιόκο ήταν εκεί, είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητο, η πόρτα ήταν ανοιχτή, έτρεξε. Με ρώτησε δυο φορές και του είπα “Ναι, σ’ ευχαριστώ, μόνο αυτό” ή κάτι τέτοιο και ύστερα προχώρησε προς το αυτοκίνητο να φύγει».

Όλη αυτή την ώρα ο Τσάπμαν είχε το χέρι του στην τσέπη και έσφιγγε το όπλο, που είχε πια «ιδρώσει» κι αυτό κάτω από την παλάμη του. Σαν να διαισθανόταν κάτι, ο Λένον τον ρώτησε επανειλημμένα αν ήθελε κάτι ακόμα, αυτή τη φορά όμως ο Τσάπμαν κρατήθηκε.

Μια ολόκληρη μέρα περπατούσε γύρω από το κτίριο Ντακότα και μονομαχούσε με τους δαίμονες που έτρωγαν την ψυχή του — «Βοήθησέ με, Σατανά, δώσε μου δύναμη να το κάνω αυτό», ήταν η «προσευχή» που μουρμούριζε. Το μυαλό του, είπε, ήταν διχασμένο ανάμεσα στον «ψεύτικο ενήλικα» και το «σατανικό παιδί» που πάλευαν μέσα του.

Τελικά, περίπου στις 11.00 το βράδυ, η λιμουζίνα που μετέφερε τους Λένον εμφανίστηκε στη γωνία του τετραγώνου. Η Γιόκο βγήκε πρώτη. Ο Τσάπμαν θυμάται πως ένιωσε μια «νεκρική σιγή στον εγκέφαλό του», καθώς έγειρε δίπλα στον Λένον, που κρατούσε κάτι κασέτες. «Μια φωνή στο μυαλό μου έλεγε συνέχεια: “Κάν’ το, κάν’ το, κάν’ το, κάν’ το”. Σημάδεψα την πλάτη του και τράβηξα τη σκανδάλη πέντε φορές, απελευθερώνοντας το μαύρο σύννεφο που είχα στο μυαλό μου».

Ο Τσάπμαν δεν εγκατέλειψε τον τόπο του εγκλήματος, παρ’ όλο που ένιωθε ήδη την έξαψη μιας επικείμενης αναγνώρισης. «Γιατί σκότωσα τον Τζον Λένον; Απλά σκέφτηκα έναν τρόπο να γίνω κάποιος που δεν ήμουν. Αχ, να με αγαπήσουν».

Ο Λένον τραγουδούσε για έναν φανταστικό κόσμο, χωρίς θρησκείες, κάτι που για το ταραγμένο μυαλό του Τσάπμαν ήταν μια σοβαρή δικαιολογία για να τον σκοτώσει. Είναι τώρα όπως ήταν και τότε, βυθισμένος σε έναν απόλυτα θρησκευτικό κόσμο, ένας ακούραστος αναγνώστης της Βίβλου που προσπαθεί να βρει την πνευματική γαλήνη στις Γραφές.

Ο πρώην φύλακας ανέπτυξε την ικανότητα να χωρίζει τον εαυτό του σε δύο ξεχωριστές προσωπικότητες. «Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια Μαρκ Τσάπμαν», λέει, «αυτός ήταν ο άνθρωπος που σκότωσε τον Τζον Λένον και αυτός για τον οποίο γράφουν οι εφημερίδες. Εγώ δεν ζω έτσι». Ο πρώτος Τσάπμαν, πιστεύει, άξιζε τη θανατική ποινή. «Θα έπρεπε να με είχαν εκτελέσει, καταλαβαίνεις. Αν διαπράξεις ένα φόνο, αυτή δεν είναι η πιο πιθανή τιμωρία; Είμαι τυχερός που ζω, γιατί μου άξιζε να πεθάνω».

Ο Τσάπμαν ισχυρίζεται πως η εικόνα του Λένον έμεινε στο μυαλό του η ίδια, μια άψυχη φωτογραφία στο εξώφυλλο ενός δίσκου — μέχρι πριν από τρία χρόνια, οπότε ο Λένον ξαφνικά απέκτησε για εκείνον σάρκα και οστά, έγινε ένας πατέρας και ένας σύζυγος. «Αυτό έγινε πραγματικότητα πριν από τρία χρόνια περίπου, δεν ήταν μια φωτογραφία που μπορούσα να πετάξω. Ήταν μια καρδιά που χτυπούσε και ήταν πια καιρός να το συνειδητοποιήσω αυτό — κάτι το οποίο προσπαθούσα να κρύψω. Δεν πιστεύω πως οι περισσότεροι δολοφόνοι καταλαβαίνουν ποτέ τι έχουν κάνει. Εγώ όμως κατάλαβα. Γεννήθηκε για μένα, ζωντάνεψε μέσα από ένα άλμπουμ».

Τύψεις; Μάλλον, δεν καταλαβαίνει την έννοια. «Όταν το σκέφτομαι, σοβαρεύω και μερικές φορές αισθάνομαι πως πρέπει να πω στον κόσμο “έκανα αυτό το έγκλημα και αυτός ήταν ένας αληθινός άνθρωπος” και, αν αυτό το θεωρείτε τύψεις, κανένα πρόβλημα».

Οι ψυχίατροι των φυλακών εξέταζαν συστηματικά τη διανοητική κατάσταση του Τσάπμαν, για τις ανάγκες της ακροαματικής διαδικασίας. «Τώρα μιλάω συχνά με ένα γιατρό, σε φιλικό επίπεδο όμως. Δεν ακολουθώ κάποια θεραπεία και δεν παίρνω φάρμακα. Τα τελευταία 12-13 χρόνια είμαι ψυχολογικά καλά. Κανένα πρόβλημα. Η πνευματική μου υγεία βαθμολογείται με τους υψηλότερους βαθμούς».

Από το κελί που βρίσκεται τώρα μπορείς να δεις τους λόφους απέναντι, ένα ξεχωριστό προνόμιο που κέρδισε ως αντάλλαγμα της καλής διαγωγής του. Το κρεβάτι του βρίσκεται στη δεξιά πλευρά, ενώ απέναντί του υπάρχουν λίγα σκόρπια έπιπλα, μια σειρά ράφια, ένα τραπέζι και ένα ντουλάπι. Η μοναδική φωτογραφία που κοσμεί τον τοίχο είναι της νεκρής γιαγιάς του. Υπάρχουν όμως φωτογραφίες του Χριστού. Πολλές.

Ως φανατικός αναγνώστης, έχει στο κελί του περισσότερα από τα 25 βιβλία που επιτρέπει ο κανονισμός, ανάμεσά τους και πολλά αντίτυπα της Βίβλου. «Κάτω από το τραπέζι μου έχω ένα κουτί γεμάτο επιστολές από όσους μου ζήτησαν συνέντευξη και δεν απάντησα ποτέ, εκατοντάδες. Πάνω απ’ αυτό είναι ένα άλλο κουτί προσωπικής αλληλογραφίας. Εγώ σπάνια γράφω, μου είναι πολύ δύσκολο».

Ο Τσάπμαν τώρα πια μιλάει μόνο σε έναν άνθρωπο, έναν δημοσιογράφο μιας τοπικής εφημερίδας, τον Τζακ Τζόουνς, ο οποίος είναι και ο συγγραφέας μιας βιογραφίας με τίτλο «Αφήστε με να σας οδηγήσω στο μυαλό του Μαρκ Τσάπμαν, του άντρα που σκότωσε τον Τζον Λένον» (Let me take you down inside the mind of Mark Chapman, The man who killed John Lennon).

Οι πιο πρόσφατες συνεντεύξεις του στον Τζόουνς, τουλάχιστον τρίωρες, έγιναν τον Ιούλιο, για τις ανάγκες ενός δικαστικού τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ με τίτλο «Ο θάνατος ενός Σκαθαριού» (Death of a Beatle).

Ο Τζόουνς πιστεύει πως ο κακός σπόρος φύτρωσε μέσα στον Τσάπμαν όταν ήταν ακόμη 10 χρονών, ένα παιδί που δεν άκουγε τίποτε άλλο παρά μόνο Beatles, που ανέπτυξε μια αφύσικη εμμονή για τον Χριστό και είχε μια εξωπραγματική εικόνα για τον κόσμο γύρω του. Βλέπει τον Τσάπμαν πολύ συχνά και είναι βέβαιος για ένα πράγμα:

«Είναι ένας άνθρωπος που ξαφνικά πήρε την απόφαση να κάνει κάτι σατανικό. Ύστερα, ο Τζον Λένον, ο ήρωάς του, θα πει πως είναι κάτι μεγαλύτερο από τον Χριστό και δεν ονειρεύεται κάποιον παράδεισο. Ο Τσάπμαν ήθελε να πληγώσει όσους περισσότερους μπορούσε και, σκοτώνοντας τον Τζον Λένον, ήξερε πως θα προκαλούσε τον υπέρτατο πόνο σε έναν κόσμο που μισούσε».

Πέντε χρόνια πριν, ο Μαρκ Τσάπμαν θα χάσει τη μάχη με τα κακά πνεύματα και θα ρίξει τον Τζον Λένον νεκρό με 3 σφαίρες στην καρδιά. Για τον ίδιο η πράξη του ήταν «καταφρονητέα». Αλλά για τα εκατομμύρια κόσμου που θρήνησαν τον χαμό του Σκαθαριού, η λέξη «καταφρονητέα» ούτε που πλησιάζει την πραγματική φύση ενός τόσο στυγερού εγκλήματος.

Μιλώντας όμως σε μια αποκλειστική συνέντευξη στην «Daily Express», ο Τσάπμαν θα αποκαλύψει πως χρόνια πριν είχε σκεφτεί να κάνει ένα φόνο και πως το θύμα θα ήταν ο ίδιος ο πατέρας του, Ντέιβιντ. Ακόμα και τώρα, ένα μεγάλο μέρος των ευθυνών ο ίδιος τις αποδίδει στον πατέρα του, τον οποίο κυριολεκτικά σιχαινόταν. Αυτός ο θυμός, το ασυγκράτητο μίσος, θα τον ωθήσει, εν μέρει, να σκοτώσει τον Λένον τον Δεκέμβρη του 1980. Μόνο σήμερα μπορεί ο Τσάπμαν να μιλήσει γι’ αυτό.

«Νομίζω, το πρόβλημα ήταν πως ο πατέρας μου ποτέ δεν μιλούσε για τη ζωή ή για προβλήματα. Πιστεύω πως αντιμετώπιζε πολλά πράγματα με μια άρνηση. Δεν μιλούσε πολύ και, όταν το έκανε, ήταν μόνο για πρακτικά ζητήματα, “αυτό θέλει φτιάξιμο” ή κάτι τέτοιο. Ποτέ κάτι σαν “σ’ αγαπώ”. Όσο πιο πολύ το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ πως ποτέ δεν αισθάνθηκα την αγάπη του. Από τη μητέρα μου, ναι, απ’ αυτόν όμως όχι».

Ο Τσάπμαν πιστεύει πως ο πατέρας του ποτέ δεν τον αποδέχτηκε και πως ο ίδιος ποτέ δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του. «Μπορούσα να τον εκδικηθώ σκοτώνοντας τον Τζον Λένον και καταστρέφοντας τη ζωή μου».

Ο Τσάπμαν είχε ήδη σκεφτεί να σκοτώσει τον πατέρα του, που δούλευε ως εισπράκτορας σε μια τράπεζα. «Ήθελα να του βάλω ένα όπλο στο κεφάλι, να τον ακούσω να ικετεύει. Να του τινάξω τα μυαλά. Ήμουν πραγματικά θυμωμένος μαζί του. Δεν είχε λεφτά για τη μητέρα μου, τη χώρισε και μάλλον πούλησε το σπίτι και ξόδεψε αμέσως όλα τα λεφτά. Αυτό δεν ήταν σωστό, ήταν οδυνηρό».

Όπως φαίνεται, θα προκύψει μια συμφιλίωση με τον άντρα που τόσο πολύ απεχθανόταν. Αυτό έγινε λίγο πριν πεθάνει ο Ντέιβιντ Τσάπμαν. «Ήρθε εδώ. Τον φίλησα και λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα δεν ήταν πια τίποτα περισσότερο από ένας σωρός στάχτες».

«Αυτό ήταν σκληρό. Είχαμε όμως επανορθώσει ο ένας για τον άλλο. Το μίσος είχε φύγει. Το μίσος είχε φύγει πολύ καιρό πριν».

Είναι ειρωνεία αν σκεφτεί κανείς πως η δολοφονία κατέστρεψε την οικογένεια Λένον, αλλά ο Τσάπμαν διατηρεί στενές σχέσεις με τη δική του. Ονειρεύεται κιόλας να γίνει και ο ίδιος πατέρας. Αν γίνει δεκτή η αίτηση αποφυλάκισης, αυτό το όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

Τον Ιούνιο του 1979 είχε μόλις παντρευτεί την Γκλόρια, που δούλευε ως ταξιδιωτικός πράκτορας στη Χαβάη. Ο γάμος τους επέζησε από την τραυματική εμπειρία της σατανικής του πράξης. Η σχέση τους μοιάζει να είναι πιο δυνατή από ποτέ και εκείνη τον επισκέπτεται τακτικά.

Ο Τζακ Τζόουνς, που γνωρίζει τον Τσάπμαν τουλάχιστον 16 χρόνια και είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο θα μιλήσει, λέει πως η Γκλόρια είναι ακόμη αφοσιωμένη στον σύζυγό της. Όπως και η Γιόκο Όνο, έτσι και η Γκλόρια, 50 ετών, είναι Γιαπωνέζα.

«Η αγάπη της για τον Μαρκ είναι αληθινή», λέει ο Τζόουνς. «Ίσως η λέξη αγάπη δεν είναι αρκετή για να περιγράψει τα συναισθήματά της. Τον λατρεύει. Η ζωή της είναι να δουλεύει, να μαζεύει λεφτά και να ταξιδεύει από τη Χαβάη 2-3 φορές τον χρόνο για να επισκεφτεί τον Μαρκ στη φυλακή, όπου μπορούν να μείνουν μαζί 42 ώρες, στα πλαίσια του προγράμματος για τις οικογένειες των φυλακισμένων».

Ακόμη και η μητέρα του, που στην αρχή αρνιόταν να τον επισκεφτεί — τόσο πολύ είχε συγκλονιστεί από αυτό που έκανε ο γιος της —, τώρα πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, στις φυλακές Άττικα, αρκετές φορές τον χρόνο.

«Είμαστε πολύ δεμένοι», θα πει ο Τσάπμαν για τη μητέρα του σε μια μαγνητοφωνημένη συνέντευξή του στον Τζόουνς, τη μοναδική του πριν από την ακρόαση. «Έρχεται συχνά μέσα στον χρόνο και της μιλάω δυο φορές τη βδομάδα στο τηλέφωνο. Έχει σταθεί στο πλάι μου. Δεν έχω καμία φωτογραφία της στους τοίχους, ούτε της γυναίκας μου. Δεν είχα για αρκετά χρόνια. Δεν μπορούσα να τις αντικρίζω».

Ο Τσάπμαν λέει στον Τζόουνς πως δεν ήρθε σε επαφή με κανένα από τα μέλη της οικογένειας Λένον σχετικά με την ακροαματική διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας θα μπορούσε να τον βγάλει ξανά στους δρόμους από τον Δεκέμβρη. Ο Τσάπμαν λέει πως έχει διατηρήσει «πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ» και υποστηρίζει πως οι περισσότεροι από τους τροφίμους στη φυλακή τον σέβονται. Πολλές φορές, όμως, αισθάνεται φόβο για τη ζωή του. Ξέρει πως μπορεί να υπάρχει κάποιος εκεί έξω, τόσο φανατισμένος όσο και ο ίδιος κάποτε, έτοιμος να εκδικηθεί για μια δολοφονία που, εκτός από φρίκη, προκάλεσε οργή και θλίψη.

Η απειλή είναι πάντα εκεί, ακόμη και όταν δουλεύει στο νομικό τμήμα, εκεί όπου ένας από τους πιο περιβόητους δολοφόνους του 20ού αιώνα παρέχει νομικές συμβουλές στους τροφίμους, έχοντας αποκτήσει πείρα και γνώσεις σε νομικά ζητήματα. Ο Τσάπμαν ζει στη φυλακή κάτω από προστατευτικά μέτρα, αλλά όχι και στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας, και κινείται σε διαφορετικούς χώρους από τους υπόλοιπους κρατουμένους. Συχνά λαμβάνει γράμματα γεμάτα μίσος απ’ έξω.

«Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να υπάρχει κάποιος άνθρωπος που να θέλει να πει “είμαι ο τύπος που σκότωσε τον τύπο που σκότωσε τον…” Γι’ αυτό και δεν με βάζουν μαζί με τους υπόλοιπους», λέει.

Η μητέρα του και η γυναίκα του δεν θα καταθέσουν για την αποφυλάκισή του στην τριμελή επιτροπή, όλοι δικαστικοί, που θα αποφασίσει για την τύχη του σε μια ακρόαση κεκλεισμένων των θυρών στη φυλακή.

«Αν αποφυλακιστώ», λέει ο Τσάπμαν, «η Γκλόρια δεν θα επιστρέψει στη Χαβάη και μάλλον θα εγκατασταθεί εδώ. Δεν ξέρω με πόση μυστικότητα θα πρέπει να γίνει αυτό, δεν ξέρω».

Ο Τσάπμαν, που ήταν 25 χρονών όταν σκότωσε τον Λένον, επιμένει πως δεν αποτελεί πια απειλή και δεν θα έκανε ποτέ ξανά φόνο. Ο Θεός, όπως φαίνεται, έχει εκμηδενίσει αυτή την πιθανότητα.

«Δεν μπορώ να φανταστώ πια πως θα πληγώσω άλλο άνθρωπο έτσι, ποτέ. Αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί». 

Δεν θα βοηθήσει όμως και πολύ τον εαυτό του με την εξομολόγηση που έκανε στον Τζόουνς, πως ονειρεύεται ότι πηγαίνει ξανά στο κτίριο Ντακότα, όπου σκότωσε τον Λένον, δίπλα στο Σέντραλ Παρκ του Μανχάταν.

«Έβλεπα το ίδιο όνειρο πολλές φορές», λέει. «Στο όνειρο η Γιόκο Όνο είναι πολύ φιλική μαζί μου και εγώ είμαι ευπρόσδεκτος στο σπίτι της και αισθάνομαι αγάπη και ενδιαφέρον. Για μένα αυτό είναι ενοχές, αλλά αυτό συνέβαινε πριν από πολύ καιρό. Δεν βλέπω πια τέτοια όνειρα».

Για την Όνο, που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της τον άντρα της όταν ξεψύχησε, λέει πως ό,τι έκανε ήταν «μια τέλεια παράσταση», αφού πιστεύει πως ποτέ δεν είπε κάτι εναντίον του για το έγκλημα που εκείνος διέπραξε. «Αυτό με έχει εντυπωσιάσει».

Σύμφωνα με τους νόμους της Νέας Υόρκης, η Γιόκο έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ψυχική οδύνη στην επιτροπή. Μετά και τη θανάσιμη επίθεση εναντίον του πρώην Σκαθαριού Τζορτζ Χάρισον, δεν έκρυψε την ανησυχία της για την ασφάλεια των δυο γιων του Λένον, του Τζούλιαν και του Σον, αλλά και για τη δική της. Θα ήταν λογικό, λοιπόν, να κάνει κάποια δήλωση.

Ο Τσάπμαν γνωρίζει καλά πως η επίθεση κατά του Χάρισον θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της ακρόασης, το οποίο είναι αβέβαιο. Ανησυχούσε πως ο κόσμος θα κατηγορούσε εκείνον ως ηθικό αυτουργό των επιθέσεων εναντίον των υπόλοιπων μελών των Beatles. «Ήταν σαν όλη αυτή η υπόθεση να ξανάνοιγε, να το ζούσα απ’ την αρχή».

Κρατά τα χαρτιά του κλειστά και αποφεύγει να εκφράσει τις ελπίδες και τις προσδοκίες του για μια πιθανή υποστήριξη από τη Γιόκο ή την οικογένεια του Λένον, κάτι που άλλοι είχαν υποστηρίξει βασισμένοι στη δραστηριοποίηση της Γιόκο στο παρελθόν υπέρ των δικαιωμάτων των φυλακισμένων. Εκείνη και ο Λένον είχαν ηχογραφήσει έναν δίσκο από τον οποίο τα κέρδη θα πήγαιναν υπέρ των καταδίκων που είχαν τραυματιστεί στις εξεγέρσεις στις φυλακές Άττικα.

Ο Τσάπμαν λέει πως δεν έχει τίποτα να πει στη Γιόκο, στον Σον και στον Τζούλιαν. «Δεν έχω τίποτα να πω στην πράξη. Δεν έχω δικαίωμα να πω σε κανέναν τι να πει και πώς να νιώσει. Έχασα αυτό το δικαίωμα. Αν αυτοί θέλουν να μιλήσουν για να μείνω για πάντα εδώ μέσα, έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Μιλάμε για μια οικογένεια τώρα. Αν κάποιος έκανε κακό στην οικογένειά μου, θα ήλπιζα να είχα το δικαίωμα να πω πώς αισθανόμουν γι’ αυτό. Ποιος είμαι εγώ που θα πω οτιδήποτε σ’ αυτή την οικογένεια; Είναι δικαίωμά τους να εκφράσουν την οργή τους, τον τρόμο τους, τον θυμό τους, την πικρία τους: “Κλείστε τον για πάντα μέσα”. Είναι απόλυτο δικαίωμά τους».

Ο Τζόουνς ρωτάει τον Τσάπμαν με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του, να βρει, δηλαδή, μια ταυτότητα — τη μοναδική εξήγηση που έδωσε τότε για την επίθεση κατά του Λένον. «Θα γινόμουν αλκοολικός μάλλον», απαντά. «Μάλλον, θα μπερδευόμουν πολύ, θα τρίκλιζα από τη μια μέρα στην επόμενη. Δεν ξέρω. Ο Θεός πάντα με πρόσεχε. Ίσως να έπεφτα και να ξανασηκωνόμουν, να μάζευα τα κομμάτια μου και ίσως να αποκτούσα και παιδιά. Νομίζω πως θα γινόμουν πολύ καλός πατέρας».

Ο Τσάπμαν θεωρείται υπόδειγμα κρατουμένου, που σπάνια δημιουργεί πρόβλημα. Αν ο αυτοαποκαλούμενος «κανένας» είχε σκοτώσει έναν «κανένα», θα είχε μάλλον αποφυλακιστεί ήδη.

Λίγοι είναι αυτοί που πιστεύουν πως ο δολοφόνος του Τζον Λένον θα δικαιωθεί να υποβάλλεται στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Μια πηγή από τους δικαστικούς κύκλους λέει χαρακτηριστικά πως ο Τσάπμαν θα μπορούσε να αποφυλακιστεί μόνο «σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Μ’ ένα τέτοιο έγκλημα, όμως, ποτέ δεν θα γίνει δεκτή η αίτησή του. Είναι ένα διάσημο έγκλημα και το παιχνίδι εδώ είναι και πολιτικό. Κανείς δεν θέλει να είναι αυτός που θα ελευθερώσει τον δολοφόνο του Τζον Λένον».

Ο Τζόουνς προσθέτει: «Ξέρει πως έχει λίγες πιθανότητες, αλλά δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειες και υπήρξε παράδειγμα για τους άλλους κρατουμένους. Αν είχε σκοτώσει κάποιον σαν εσένα ή εμένα, θα ήταν έξω τώρα».

Ο Τσάπμαν λέει πως θέλει να γίνει πάλι «κανένας», και αυτό μάλλον γιατί ξέρει πως μόνο έτσι μπορεί να ζήσει έξω από τους τοίχους της Άττικα. «Δεν είμαι κανένας, δεν είμαι μια διασημότητα», προσπαθεί να μας πείσει, «έκανα κάτι που θα μπορούσε να κάνει ο καθένας, δεν θέλει κανένα ιδιαίτερο ταλέντο. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλει είναι μεγάλη βλακεία και παράνοια. Δεν πέτυχα τίποτα μ’ αυτό. Τίποτα απολύτως. Μια ανοησία, αυτό ήταν».

Ο Τζόουνς όμως λέει πως «υπάρχει κάτι που θα ακολουθεί πάντα την “ανοησία” της διεφθαρμένης προσωπικότητας του Τσάπμαν: δεν ξεπερνάς ποτέ το γεγονός πως είναι ο άνθρωπος που σκότωσε τον Τζον Λένον. Είναι δύσκολο να δεις πέρα από το γεγονός ότι ο Μαρκ Τσάπμαν ήταν εκείνος που κρατούσε το όπλο το οποίο έδωσε τέλος στο όνειρο μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς των Beatles. Ήταν η χαριστική βολή στην ταραγμένη δεκαετία του ’60».

Η αίτηση αποφυλάκισης του Τσάπμαν απορρίφθηκε.

Σχετικά άρθρα