Η Βιέννη της Μαλβίνας Κάραλη, όπως την αποτύπωσε στο ΚΛΙΚ του 1987

Η Βιέννη της Μαλβίνας Κάραλη, όπως την αποτύπωσε στο ΚΛΙΚ του 1987

Άπ' την Τουραντώ στην Τίνα Τάρνερ κι από την κακόγουστη Στέφανς πλάτσε στην αυστριακή «Ράτκα», η Μαλβίνα Κάραλη περιγράφει τη Βιέννη όπως καμία άλλη. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Σεπτέμβριος 1987. τ.χ. 6

Από τη Μαλβίνα Κάραλη

Μια γκρίζα ουρά από γκρίζους ανθρώπους μες στη βροχή. Άλλος με το κρεβάτι του εκστρατείας κι άλλος με το καρεκλάκι. Ατμόσφαιρα περίπου Σιλωάμ, αν προσθέσουμε και τους παραλυτικούς που με τα υπεραυτόματα, στίλβοντα καροτσάκια τους και τις ομπρέλες στο χέρι προηγούνται των άλλων στην ουρά.

Μια γυναίκα, η ηρωίδα μας, φτάνει ασθμαίνοντας. Στριμώχνεται —είναι και κοντούλα και χάνεται ανάμεσα σε μια θεόρατη κυρία που είναι ντυμένη σερβιτόρα κι έναν κύριο με δερμάτινο σορτ, καπέλο με φτερό και καλτσάκια με φούντα, μια ιδέα εξεζητημένα.

Η ηρωίδα κυττάζει τους Γκιούλιβερ-συμπληγάδες γύρω της και ψιθυρίζει κάτι σαν «Δες τι κάνει η Οβαλτίνη, τελικά μόνο με το Νουνού δε γίνεται τίποτε». Ένα τράβελιγκ λατεράλ αποκαλύπτει το μήκος της ουράς: κάπου δεκάξι μέτρα. Στην ηχητική μπάντα δεν ακούγεται ήχος κανείς. Και τότε, μέσα στη βουβαμάρα, ο κύριος με το σορτσάκι και το καπέλο με το φτερό και τις κάλτσες με μια ιδέα εκζήτηση αρχίζει να φωνάζει: «Για τ’ όνομα του Θεού. Δώστε μου δυο εισιτήρια στη μαύρη αγορά, τα ανταλλάσσω μ’ αυτά τα δυο εισιτήρια για δεκαπέντε μέρες σαφάρι στην Κένυα – όλα πληρωμένα. Δυο μέρες περιμένω στην ουρά, δεν αντέχω άλλο…»

Η κάμερα τρελαίνεται. Αρχίζει ένα εξπρεσιονίστικο τρέξιμο πάνω-κάτω, στην ουρά, στα ταμεία, στα αναπηρικά καροτσάκια. Για πρώτη φορά βλέπουμε συγκεχυμένα και ακαθόριστα το κτίριο, την εστία Σιλωάμ: Όπερα της Βιέννης. Η κάμερα κάνει πλονζέ. Πιο συντριπτική κι απ’ το συντριπτικό, η ουρά που εξακολουθεί να βρέχεται περιμένοντας για ένα εισιτήριο.

ΤΙΤΛΟΙ

(Και ενόσω πέφτουν, με μουσική υπόκρουση από Τουραντώ, βεβαίως, ας λαθραναγνώσουμε από κοινού σημειώσεις από το ημερολόγιο της ηρωίδας.)

…«Να γράψω κάτι για το θέατρο στην Αυστρία, μιας και πηγαίνω εκεί για την ταινία;» Είχα ρωτήσει εκείνο το πρωί τον κύριο Απόλυτο, το διευθυντή Σύνταξης. «Όχι», απάντησε αυτός. «Το θέατρο έχει πεθάνει».

Η παύση μου μπροστά στην αστόχαστη απάντησή του ελπίζω να εισπράχτηκε σαν ένα «Μπα, τι μας λες καλέ;». Τουλάχιστον όμως, συνέχισα αργότερα την ασύνετη ροή των σκέψεών μου, ετούτος εδώ ο Απόλυτος έχει μεν την ευκολία της ασύνετης άνεσης, αλλά για την ώρα δε μοιάζει μ’ εκείνους τους «γέρους» δημοσιογράφους καριέρας… Αυτούς που όχι μόνο δε διαθέτουν ίχνος διαλεκτικής, αλλά θεωρητικοποιούν επιπλέον και το πνευματικό τους γήρας. Κάλλιο ασύνετος παρά «γέρος»… Μόνο που βέβαια το θέατρο δεν έχει πεθάνει, μάγκα μου. Αντίθετα, ιδίως εδώ στο γερμανόφωνο χώρο, τους πεθαίνει. Η πόλη πάλλεται. Μια γιγαντοαφίσα με τον Τζιόρτζιο Στρέλερ με κυνηγάει όπου κι αν πάω… Μ’ ένα παιχνιδιάρικο Eviνa Giorgio επάνω. Δεν χρειάζεται επίθετο. Εδώ, οι σκηνοθέτες είναι οι σταρ των σταρ.

Κι η όπερα της Βιέννης, η μοναδική στον κόσμο μαζί με τη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης που αλλάζει έργο καθημερινά! Εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με έξι έργα την εβδομάδα… Αποτέλεσμα: Έχουνε έλλειμμα ένα εκατομμύριο σελίνια την ημέρα, οι λούστροι, και δεν τους καίγεται καρφί. Τι σημασία έχουν τα ελλείμματα όταν υπάρχει η Μπάτερφλαϋ;

Ακόμα μιλάνε στη Βιέννη για κείνη τη φθινοπωρινή μέρα που ο Πλασίντο Ντομίνγκο τραγούδησε έξω από το Μπουργκτεάτερ μέσα στη βροχή, δίχως καν να βγάλει δίσκο στο τέλος. Χιλιάδες Βιεννέζοι, μ’ όλη την αδιαφορία τους προς τα ένα εκατομμύριο χαμένα σελίνια, τσαλαπατήθηκαν στην πλατεία με τις ομπρέλες ανοιχτές. «Ήταν σαν εθνική γιορτή», που είπε κι η Μαργκρίτ. (Αμ, βέβαια, έπρεπε να είχαν προελάσει κανονικά οι Τούρκοι, τότε που σταμάτησαν στα εκατό χιλιόμετρα έξω από τη Βιέννη, και τώρα θα το βλέπατε διαφορετικά, μωρά μου, το θέμα των εθνικών εν γένει εορτών). Μην ξεχάσω και το άλλο. «Εμείς οι Αυστριακοί», λέει πάλι η Μαργκρίτ, η διανοούμενη, η δραματολόγος, η ξεδιάντροπη, «δεν προσαρτηθήκαμε στη χιτλερική Γερμανία οικειοθελώς. Αντίθετα, περάσαμε μια φριχτή, τυραννική Κατοχή»… Ναι, κούκλα μου, τα ξέρουμε. Το ίδιο κάνατε και με το Βαλντχάιμ. Κανείς δεν τον ψήφισε. Μόνος του βγήκε. Τέτοια κι άλλα τέτοια ξεστομίζουν αυτοί εδώ οι ανερυθρίαστοι θεατρόφιλοι.

Βιέννη

ΡΕΠΕΡΑΖ

Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το ταπεινότατο σπίτι ο Φραντς Κάφκα δεν πρόλαβε να γεράσει… Τι απρονοητικός κι ετούτος ο Τσεχοεβραίος. Ποιος θα τη γλίτωνε τη φυματίωση σ’ ένα τόσο βορεινό ερείπιο; Ακριβώς απέναντι από το σπίτι, το αγαπημένο του καφέ Χαβέλκα. Εδώ έπινε τα τσαγάκια του γράφοντας εκείνα τα αμήχανα γράμματα στη Μιλένα.

Βρώμικο, αφόρητα διανοουμενίστικο και ανεπαισθήτως βάρβαρο το – στοιχειωμένο από το βορεινό σπίτι – καφέ, προσφέρει καθημερινά στους θαμώνες του καλοψημένα στρούντελς κι όλες τις ευρωπαϊκές εφημερίδες (η νότια Ευρώπη φυσικά εξαιρείται)… Στο φριχτό Χαβέλκα, όμως, που κρατάει ένα χρώμα από παραδουνάβιες ηγεμονίες, από Μολδαβία και Βλαχία, αν η ομήγυρις κρίνει ότι είσαι «φάτσα», σε παίζει. Μπορείς, λόγου χάρη, δίχως να γνωρίζεις κανένα, να πάρεις μέρος σε μια ομαδική συζήτηση για το μανιερισμό ή για το μεγάλο μάγκα Τζάσπερ Τζόουνς ή και για την τελευταία συναυλία του Πρινς. Οι συζεύξεις εδώ είναι γοητευτικότατες και ελαχιστότατες, έτσι που την περί Τζόουνς συζήτηση απόλυτα φυσικά διαδέχεται μια υπερκουτσομπολίστικη κουβεντούλα: «Ποιοι Αυστριακοί ξεπεσμένοι αριστοκράτες πούλησαν φέτος τα άλογά τους προκειμένου ν’ αγοράσουν αντί εξήντα χιλιάδων σελινίων ένα θεωρείο στο χορό της όπερας;»

Εννοείται ότι αν γυριστεί σκηνή στο καφέ Χαβέλκα, θα πρέπει να κρατήσουμε έναν ατσαλένιο πολωνικό φωτισμό, απ’ αυτούς που λατρεύουν όλοι οι καλοί σκηνοθέτες, πρώην μαθητές της Μεγάλης του Λοτζ σχολής… Να φύγει αυτή εδώ η γλυκερή «σέπια» που κάνει κίτρινα τα πρόσωπα.

ΣΕΝΑΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΥΝΑΒΙΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ: Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΣΗ

Η κοντούλα που λέγαμε, μέσα σε δέκα μέρες στην Αυστρία, δε θέλει πια τη ζωή της. Έχει δει τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ να παίζει τον… Μπραντάουερ στον Άμλετ… Έχει δει το διάσημο Χέρμαν Ελάφτ, το Μάιν Καμπφ, δυο Ριχάρδους, μια Ηλέκτρα… Και τη μεσόκοπη Τίνα Τάρνερ να αλλάζει τριάντα δύο ζευγάρια κιτρινοπράσινα ψηλοτάκουνα τσόκαρα σε μια τετράωρη συναυλία με πολύ αμονιαζόλ μέσα… Και πάνω απ’ όλα θαμπώθηκε με τη μεγάλη έκθεση πάνω στο μανιερισμό. (Εκείνος ο Αντρέ Μπρετόν κι ο άλλος ο Μαν Ραίυ ήταν οι καλύτεροι απ’ όλους τους. Τι έφτιαχναν τα χεράκια τους μ’ ένα κορδονάκι, δυο καρφιά κι ένα σύρμα…) Ενδέκατη μέρα και η κοντούλα φοράει τα τροπικά της… Παρ’ όλη τη βροχή και παρ’ όλη την αγάπη, ετοιμάζεται για νυχτερινή «έξοδο στα μπαρ της Βιέννης». Τηλέφωνο. «Έλα», λέει η Μαργκρίτ, «απόψε είμαστε καλεσμένοι στου Μπραντάουερ, η γυναίκα του μόλις τέλειωσε τη σκηνοθεσία ενός σίριαλ εποχής και το γιορτάζει… Ευκαιρία να του πάρεις μια συνέντευξη».

Φλας μπακ: Στεναχωρημένη η ηρωίδα μας σκέφτεται κάτι που διάβασε πριν από λίγο καιρό στην Ελλάδα. Για μια αληθινή δημοσιογράφο, ένα τσακάλι που ήτανε στο Λονδίνο – λέει – και είχε κανονίσει να δει παράσταση στο Ρόιαλ Σαίξπηρ Κόμπανυ, αλλά να που έφτασε και η Αλίκη Βουγιουκλάκη στο Λονδίνο. Έτσι, η δημοσιογράφος μέσα της – γράφει το τσακάλι – νίκησε τη θεατρόφιλη και αυτή η νίκη τής διασφάλισε την «αποκλειστικότητα»… Μόνον αυτή τράβηξε φωτογραφίες της Αλίκης μέσα στο πάρκο. Με χίλιες τύψεις η ηρωίδα μας αποφασίζει να αγνοήσει τη δημοσιογραφική ιδιότητα που ποτέ δε θέλησε να έχει κι ούτε κατά διάνοια πέρασε ποτέ από Ενώσεις Συντακτών και τα ρέστα…

Δεν είναι από στόφα εξαγριωμένου λαγωνικού, πάει και τέλειωσε. Έτσι, αντί να βρεθεί με τον Μπραντάουερ στα δόντια κι αυτός να της μιλήσει επί δυόμισι λεπτά για το Akropolis και το Sirtaki, αρνήθηκε την πρόσκληση. Πήγε με φίλους της στα πιο νόστιμα μπαρ αυτής εδώ της ηγεμονίας και πέρασε α ν ο  μ ο λ ό γ η τ α.

(Έχετε παρατηρήσει αυτό που συμβαίνει με τις ηρωίδες; Ό,τι λένε δεν είναι ποτέ εναντίον των άλλων, είναι απλώς υπέρ των ιδίων.)

Βιέννη

LIGHTS – CAMERA – ACTION – TIMBER

Βέβαια, οι φίλοι ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες. Οι Αυστριακοί δεν προσφέρονται για την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας. Γι’ αυτήν είναι οι «προσαρτημένοι». Είναι οι άνθρωποι που, αν και συγγενεύουν με το Γκυστάβ Κλιμτ και με τον Μότσαρτ, εν τούτοις διαχωρίζουν με αναίτια ξιπασιά τη θέση τους από τον υπόλοιπο γερμανόφωνο χώρο. Επί πλέον είναι και κακόγουστοι. Στη Μαρία Χίφλερ στράσε αλλά και στα πιο καλά καταστήματα της Στέφανς πλάτσε, το καλύτερο που μπορείς να βρεις είναι προπέρσινα Μπένετον, παραπροπέρσινα συνολάκια Σόνια Ρύκιελ (αυτά τα βελουτέ με τις ρίγες) και καμπαρντίνες με λαχουρένια φόδρα.

Το χειρότερο όμως είναι το εθνικό τους ντιρντλ. Μία στις πέντε γυναίκες περίπου κυκλοφορεί στο δρόμο σ’ αυτή την κατάσταση. Με κόκκινη φούστα, φούσκα μανικάκι, φουρώ και ποδίτσα. Το δε ντιρντλ κοστίζει περίπου 6.000 σελίνια. Ο εθνικισμός πληρώνεται ακριβά. Με χαρά σκέφτεται η ηρωίδα μας μια πιθανή επίσκεψη της Μαργκρίτ στην Αθήνα. Να τη φιλοξενήσει σπίτι. Πλάκα θα ‘χει να φοράει – λέει – τα γαλαζοκόκκινα ντιρντλ της κι όλοι να νομίζουν πως ήρθε, επιτέλους, η γκουβερντάντα από το Τυρόλο!

Είναι όλοι οι Αυστριακοί λοιπόν απεχθείς ως προς την ηρωίδα κι ας την κάνει λιώμα το θέατρο, η όπερα και οι τούρτες; Δε θα το έλεγε… Μια δίκη που γινόταν ακριβώς εκείνες τις μέρες την έκανε να αγαπήσει δυο τουλάχιστον αυστριακές οικογένειες. Δικαζόταν ένας δολοφόνος. Ένας γλυκούλης τριαντάρης που, όταν πτώχευσε, σκότωσε τη γυναίκα του και τα παιδιά κι αποπειράθηκε ν’ αυτοκτονήσει. «Της είχα υποσχεθεί έναν παράδεισο. Παντρεύτηκε έναν πλούσιο άντρα. Δε θα την άφηνα να είναι η γυναίκα ενός υπαλληλάκου». Στη φυλακή επιχειρεί ν’ αυτοκτονήσει δυο φορές ακόμη. Τον σώζουν δεσμοφύλακες. Στη δίκη παρουσιάζεται η πεθερά του: «Φτωχό μου παιδί, έμεινες μόνος», του λέει αγκαλιάζοντάς τον. Παρουσιάζεται κι η μάνα του κι η αδελφή του. «Στην οικογένειά μας», λένε, «έχουμε παράδοση στις αυτοκτονίες».

«Καλά και δεν προσπαθήσατε εσείς να του αλλάξετε μυαλά; Να τον κάνετε φυσιολογικό;» ρωτάει ο δικαστής. Και η μάνα απαντάει: «Μήπως μπορείτε εσείς να ορίσετε τι είναι φυσιολογικό; Όχι, κύριε, εμείς δεν κάνουμε παρεμβάσεις στη δική μας οικογένεια. Δεν προσπαθούμε ν’ αλλάξουμε τα μυαλά ενός ανθρώπου από κάτι που αυτός πιστεύει σαν σωστό».

Η δίκη συνεχίζεται. Όπως και η δίκη των Παλαιστινίων τρομοκρατών. Στην Judengasse, την εβραϊκή περιοχή, τα μέτρα ασφάλειας είναι δρακόντεια. Την ημέρα της Ιερουσαλήμ το ρεστοράν «Coscher Arche Noah» της περιοχής φρουρείται από δέκα πάνοπλους Αυστριακούς.

«Ας βρίζουν τουλάχιστον από μέσα τους. Ας το κάνουν με δυσθυμία και βαριά καρδιά…» σκέφτηκε η (κακεντρεχής) ηρωίδα. «Διαφορετικά δεν έχει σημασία που στέκονται σαν πελεκάνοι μες στη βροχή. Η διαδικασία μετράει, όχι ο στόχος. Άλλωστε, ο στόχος στη συγκεκριμένη περίπτωση είμαστε εμείς».

ΟΙ ΧΩΡΟΙ: STUDIO ΚΑΙ ΠΑΛΙ STUDIO

Έχετε ακουστά στις δικές μας ηγεμονίες την ιστορία με τα λουλουδάκια; Που μερικοί το έχουν συνήθεια, όταν βλέπουν κανένα τριαντάφυλλο αληθινό, να λένε: «Κοίτα, είναι σαν ψεύτικο». Κι όταν τους τυχαίνουν τίποτε πλαστικά λουλούδια – καλής ποιότητας – να θαυμάζουν. «Μα δες το, τι ωραίο, σαν αληθινό!»

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα σ’ αυτήν εδώ την καταραμένη πόλη. Μοιάζει με νατουραλίστικο σκηνικό, αλλά είναι αληθινή: Δηλαδή σαν ψεύτικη (σύμφωνα με την παραπάνω σχιζοφρενική αλλά υπέροχη λογική). Έχει μια έντονη, ξεπερασμένη θεατραλιτέ.

Ολόκληρα τετράγωνα και λες και είναι θεατρικά τελάρα. (Αντίθετα, η σοφή μελετημένη απατηλότητα ουδέποτε παραπέμπει στο ψεύδος).

Θέλοντας να ισοφαρίσουν με την ασχήμια τελικά της τόσης ωραιότητας, οι Βιεννέζοι έχτισαν στο κέντρο της πόλης τους ένα πολυκατοικιακό τέρας. Ψυχεδελικό, με τριάντα δύο χρώματα και με… γύψινες αγελάδες να «βόσκουν» στο πλαστικό γκαζόν των μπαλκονιών, αυτό εδώ το εκκεντρικό κατασκεύασμα είναι πατέντα του διάσημου.

Αν και το κτίσμα μοιάζει με συμπίλημα εξαιρέσεων των αρχιτεκτονικών κανόνων, εγώ, αν ήμουν Βιεννέζα – κούφια η ώρα – εδώ θα έμενα. Ούτε σε κανένα στοιχειωμένο αρ-νουβό ούτε σε τίποτε καινούρια κτίρια απ’ αυτά που βρίθει η Στέφανς πλάτσε και που μπορούν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως «ενυδρεία για μεσοαστούς».

Τα τελευταία δυο χρόνια πάντως οι Βιεννέζοι αρχίζουν να φτιάχνουν τα εσωτερικά – σε εστιατόρια και μπαρ – απλά και άχρωμα. Όλα, πάνω στη φτωχή άποψη του ’30. Το μπαρ «Παραμπέλ» – η αντίστοιχη δική μας «Ράτκα», για να συνεννοούμαστε – είναι ιδανικό για κείνην εκεί τη σκηνή που ύστερα απ’ το μεγάλο κραχ ο Φραντς κλαίγοντας πίνει μια μπίρα πάνω στον πάγκο, πληρώνοντάς την με το ρολόι του και με ενάμισι εκατομμύριο σελίνια…

Τα ίδια και στα ρεστοράν… Στο Κόρσο, το αντίστοιχο «Je reviens», για να καταλαβαινόμαστε, γυρίζεις όλα τα εσωτερικά κατοχικής ταινίας δίχως να μετακινήσεις ούτε καρέκλα. Φτώχεια απερίγραπτη…

Υπάρχουν βέβαια και τα «Αυτοκρατορικά», όλα στο στυλ του 1890. Σε συζεύξεις του βερντεμέντε με το υγκάς, του ροζ ανσιέν με το χρυσό ανυπερθέτως γύρω-γύρω στις ταπετσαρίες. Και με Τσάχερ-τόρτε και σοκολατάκια Μότσαρτ – τι χαριτωμένη ασέλγεια. Τον έχουν εξαντλήσει το Μότσαρτ οι ελευθέριοι: Από πορτ μπονέρ μέχρι σαπούνι πολυτελείας… Το γερασμένο προσωπάκι του πεντάχρονου Βόλφανγκ Αμαντέους ελαφρά πομπέ στο χρυσόχαρτο μιας εξαίσιας πραλίνας με μυρτίγ… Μακιγιαρισμένα και τα γκαρσόνια στο «Αυτοκρατορικόν». Ροζ και βεραμάν γκροτέσκ γριούλες-κτερίσματα που πίνουν καφέ μ’ ένα συμπληρωματικό κατιτί της τάξεως των 3.000 θερμίδων. Ατμόσφαιρα Γκρος και Φράνσις Μπαίηκον μαζί.

Κρίμα το ρεπορτάζ… Εδώ, σ’ αυτό το φάντασμα της παλιάς Βιέννης, δε γυρίζεις ούτε πλάνο. Τίποτε. Δεν είσαι κι ο Βισκόντι, φίλε μου…

Βιέννη

ΟΣΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

… Καλά τα εκτός έδρας, καλή η ευεξία, αλλά πού είναι το παιδί που κάποτε μιλούσε με τσιτάτα του Βαν Γκονγκ; «Τέχνη κάνεις δείχνοντας ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα, ποτέ μιαν Ακρόπολη…»

Ας αφήσω λοιπόν τα άψογα πάρκα. Τι τα θέλω; Την κάμερα στην άσφαλτο, παρακαλώ. Αυτοί οι Βιεννέζοι όλο ποτίζουνε την άσφαλτο για να φυτρώσει… Τι μας χρειάζονται οι σκηνές με τ’ αγάλματα, τα λιοντάρια από το χαλκό και τους θυρεούς; Τι να τις κάνω τις σκηνές με τα «αυτοκρατορικά» ζαχαροπλαστεία και τα αναγεννησιακά συντριβάνια; Κατάντησα σαν κι αυτούς που κοροϊδεύουν κάτι Ευρωπαίους γ΄ τύπου σκηνοθέτες που πηγαίνουν στο Παρίσι με τους πρωταγωνιστές τους και τους βάζουν να κάθονται κάτω απ’ τον πύργο του Άιφελ, ενώ η Βαστίλη βρίσκεται μπρος τους, χορεύει μπρος τους και δεν την βλέπουν… Ενόσω υπάρχει Βαστίλη, γύρισμα στον Πύργο δεν γίνεται να γίνεται. Άμα θέλεις δηλαδή να σου βγει ταινία της προκοπής…

Να ψάξω να βρω τα πιο «βρώμικα» στενά σ’ αυτήν εδώ την πόλη την ωραία. Το «Down by Law» της, για να συνεννοούμαστε… «Ό,τι είναι ευγενές και ωραίο στην τέχνη είναι προϊόν της λογικής και του υπολογισμού». Μόνο. Να γιατί έχω την πικρή αίσθηση πως αυτή η ταινία θα καταλήξει να μοιάζει σαν τα δωράκια που ανταλλάσσουν οι πρώην εραστές, ευτελίζοντας χαριτωμένα το χωρισμό τους μέσα στο τελικό σουβενίρ…

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΗΡΩΙΔΑΣ

… Αύριο φεύγουμε για Γερμανία. Εκεί υπάρχουνε και σκουπιδοτενεκέδες. Ο σκηνοθέτης λέει πως έπαθε νευρικό κλονισμό. Αδύνατον να συνεχίσει… Οι πρώτες «ράσις» που είδαμε έμοιαζαν σαν τουριστικός οδηγός. Με ρώτησε τη γνώμη μου. Τότε κι εγώ του είπα εκείνην εκεί την ιστορία, για τον τυπάκο που ζωγράφιζε συνέχεια τριαντάφυλλα κι ανθισμένους κήπους και μια γκόμενα τον ρώτησε: Γιατί, βρε άνθρωπε, δεν δίνεις λίγη προσοχή και στ’ αρχίδια;

Ο σκηνοθέτης συμφώνησε…

Με τα εκτός έδρας αγόρασα μια τυπική αυστριακή κουκλοοικογένεια… Ομορφούτσικα ανθρωπάκια μέσα σ’ ένα ξυλένιο σπίτι… Μια παράταξη από κουκλίστικα πρόσωπα, ρόδινα, αδειανά, απ’ όπου ξεχειλίζει μια – δίχως νόημα – αισιοδοξία… Ο μπαμπάς στιβαρός κάθεται στη λιλιπούτεια πολυθρόνα, τα δυο παιδάκια – πορσελάνινα ναυτάκια – καλοντυμένα… Κι η μαμά. Α, η μαμά. Με ντιρντλ, ποδίτσα και μια σκούπα-μινιατούρα στο χέρι, όρθια πάνω από την κουνιστή πολυθρόνα του μπαμπά!

Είναι το πιο δημοφιλές κουκλόσπιτο, έμαθα, σ’ ολόκληρη τη χώρα. Φαίνεται πως και στην Αυστρία ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι η γυναίκα…

Σχετικά άρθρα