Αυτόματοι πωλητές, νάιτ κλαμπ του ζωντανό σεξ και βίντεο μπαρ: Αποστολή στο Τόκιο του 1987
Τα δύο πρόσωπα της πιο εκδυτικοποιημένης μεγαλούπολης της Ανατολής. To κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Περιεχόμενα
Τεύχος 3, Ιούνιος 1987 Από τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη
Στην Ιαπωνία οι οδηγοί των ταξί φοράνε άσπρα γάντια. Εάν κάποιος επιβάτης προσπαθήσει να κλείσει την πόρτα πίσω του κατεβαίνοντας, στο απαθές σαν μάσκα πρόσωπο ανάβει μια φλόγα ανυπομονησίας: τα ταξί έχουν έναν ειδικό μηχανισμό που επιτρέπει στον οδηγό ν’ ανοίξει και να κλείσει την πόρτα χωρίς να κουνηθεί απ’ τη θέση του. Στο Τόκιο, την πιο φημισμένη εκδυτικοποιημένη μεγαλούπολη της Ασίας, τίποτε δεν είναι αυτονόητο για το δυτικό μάτι, πράγμα που οδηγεί στις πιο απίστευτες γκάφες και συχνά στην έσχατη απελπισία τους άτυχους τουρίστες που έχουν έρθει να δούνε με τα μάτια τους το σύγχρονο αυτό θαύμα της τεχνολογίας, των κομφόρ και του εξωτισμού.
Έκπληξη: κανείς δε μιλάει πάνω από πέντε λέξεις αγγλικά σ’ αυτήν την «πιο αμερικάνικη κι απ’ τη Νέα Υόρκη πόλη», κι όχι μόνο αυτό, αλλά συνήθως δεν υπάρχει και μια αρνητική απάντηση, παρά μόνο ένα αμήχανο βλέμμα, γεμάτο σχεδόν κωμικό πανικό, ένα σκύψιμο του κεφαλιού και μια γρήγορη εξαφάνιση. Πριν κανείς συμπεράνει πως λάθος τον είχαν πληροφορήσει για τη μυθική σχεδόν ευγένεια των Ιαπώνων, θα πρέπει να θυμηθεί τα δύο μεγάλα τους χαρακτηριστικά: τη συστολή και την εσωστρέφεια. Γιατί το Τόκιο είναι η πιο ευγενική μεγαλούπολη του κόσμου. Συγκεντρώνοντας το ένα δέκατο του όλου πληθυσμού της χώρας, δηλαδή δώδεκα εκατομμύρια -μέσα σε μια έκταση που, κατά τους πολεοδόμους, θα έπρεπε να κατοικείται μόλις κατά το ένα τρίτο – είναι ίσως η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στον κόσμο και ταυτόχρονα αυτή στην οποία λιγότερο αισθάνεσαι την κοσμοπλημμύρα.
Υπάρχει εδώ μια τάξη, μια υπομονή και μια πειθαρχία, και ίσως είναι αυτά που κάνουν το Τόκιο να μη μεταβάλλεται σ’ ένα τρομακτικό χάος, αλλά, αντίθετα, να είναι άψογο, λαμπερό και λειτουργικό σαν ένα παιδικό παιχνίδι. Όταν το πρωινό τρένο φτάνει στον σταθμό φίσκα και άλλοι διακόσιοι επιβάτες περιμένουν να μπουν, κανείς δεν ανησυχεί. Οι υπάλληλοι του σταθμού – κι αυτοί με λευκά γάντια – αρχίζουν να σπρώχνουν με διακριτικότητα και αμείωτη επιμονή και δύναμη, μέχρις ότου κι ο τελευταίος επιβάτης να βρεθεί με ασφάλεια κουλουριασμένος πάνω στους συνεπιβάτες του και η πόρτα να κλείσει. Καμιά διαμαρτυρία, κανένας καβγάς, καμιά λέξη. Οι άνθρωποι ισορροπούν μέσα στο τρένο, ξετρυπώνουν μέσα από τους χαρτοφύλακές τους ένα βιβλίο ή απλά κοιμούνται μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Ένα από τα βασικά προβλήματα των κατοίκων εδώ είναι η μόνιμη έλλειψη ύπνου και χρόνου για διάβασμα. Στο μετρό προσπαθούν να καλύψουν αυτή την έλλειψη. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, τα τρένα του Τόκιο είναι γεμάτα με ανθρώπους που κοιμούνται. Όσοι δεν κοιμούνται, διαβάζουν. Βιβλία, εφημερίδες και, πιο συχνά, χοντρά κόμικς — μάνγκα — που γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια μια απίστευτη εξάπλωση.


Τα πολυκαταστήματα ανοίγουν. Άψογες νεαρές κοπέλες με ειδικές στολές βρίσκονται σε κάθε πόρτα, σε κάθε ασανσέρ, σε κάθε είσοδο τμήματος, με μόνη τους εργασία την υποδοχή των πελατών. Ανέκφραστες, απόλυτα ευγενικές και εξυπηρετικές. Η δουλειά τους είναι να λένε «καλώς ήρθατε» σε μέρα λαϊκού πανηγυριού και «ευχαριστούμε που χρησιμοποιήσατε αυτό το κατάστημα και σας περιμένουμε πάλι», όταν ο πελάτης φεύγει. Οκτώ ώρες υποκλίσεων και τυποποιημένων φράσεων, τύπος και ουσία της γιαπωνέζικης κοινωνίας και τρόπου ζωής εδώ και αιώνες.
Η πόλη έχει ξυπνήσει και εργάζεται. Και εργάζεται τόσο και με τρόπο που κανείς δεν εργάζεται στη Δύση. Τα ωράρια είναι μόνο στα χαρτιά και οι υπερωρίες αυτονόητες. Η εταιρία και το γραφείο για τον Ιάπωνα είναι η δεύτερη οικογένειά του, αυτή με την οποία, εκτός δυσάρεστων απροόπτων, θα γεράσει μαζί. Εδώ λένε: «Ο Ιάπωνας αλλάζει φίλους με το που αλλάζει δουλειά».
Διαβάστε επίσης
ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ
Οι δρόμοι δεν έχουν ονόματα. Κάποιοι αριθμοί υπάρχουν, μυστηριώδεις και ακατάληπτοι για τους περισσότερους ανθρώπους, πλην των ταχυδρόμων και των αστυνομικών. Το να φτάσει κανείς κάπου είναι μια μικρή περιπέτεια. Γοητευτική, για όσους έχουν χρόνο στη διάθεσή τους, που περιλαμβάνει λεπτομερείς περιγραφές δρόμων, γραμμένα χαρτιά γεμάτα ευθείες, καμπύλες, σκίτσα και κινέζικα ιδεογράμματα. Τηλέφωνα σε κάθε γωνιά σχεδόν. Και άνθρωποι που τηλεφωνούν ακατάπαυστα, ζητώντας επεξηγήσεις και κατευθύνσεις. Και άλλοι που βγαίνουν προς αναζήτηση και συνάντηση των πρώτων.
Η πόλη των μηχανών: κι ο μικρότερος δρόμος είναι εφοδιασμένος με αυτόματες μηχανές που επί εικοσιτετραώρου βάσεως πουλάνε τα πάντα, από τσιγάρα, ποτά και παγωτά, βέβαια, μέχρι ρύζι, γάλα, περιοδικά και, βέβαια, προφυλακτικά. Το Τόκιο δε θα ήταν αυτό που είναι χωρίς αυτές τις μηχανές. Είναι η σιγουριά και η υποσυνείδητη παρηγοριά κάθε κατοίκου της.
Οι δρόμοι είναι για τα αυτοκίνητα και τα πεζοδρόμια τα ποδήλατα και τους πεζούς. Και μόνο μια βόλτα σ’ έναν κεντρικό δρόμο είναι μια περιήγηση σε μια χώρα θαυμάτων. Όταν κανείς ξεπεράσει τη γοητεία αυτών των ανέκφραστων προσώπων, που ποτέ δε σε κοιτάζουν, που είναι όμως έτοιμα να κατρακυλήσουν όλη την γκάμα των εκφράσεων αρκεί κανείς να μάθει τον κώδικά τους, θα σταθεί αναπόφευκτα στο ρούχο. Το ρούχο είναι κι αυτό άλλος ένας κώδικας· ίσως εδώ πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Σ’ αυτή τη χώρα, όπου όλα λειτουργούν στη βάση της αναγνώρισης, της ταξινόμησης και της ιεραρχίας, το ρούχο έχει φτάσει να γίνει ύψιστος καθημερινός κώδικας, με αποχρώσεις αισθητικών και τελετουργικών αξιών.

Όλοι εδώ φοράνε αυτό που είναι. Οι sararimen (από το αγγλικό «salarymen») είναι αυτοί που αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των εργαζομένων, δηλαδή οι υπάλληλοι των εταιριών, που είναι η μοίρα και ο προορισμός όλων σχεδόν των κατοίκων του Τόκιο: Γκρι κουστούμι ή μπλε, ανάλογα με την εποχή, άσπρο πουκάμισο, γραβάτα, μαύρα παπούτσια – δυτική αντίληψη του εργαζομένου, που εδώ όμως, μέσα στην υπερβολή της, φτάνει να γίνει η ίδια η εικόνα του. Υπάρχουν ολόκληροι δρόμοι στο Τόκιο όπου το έκπληκυο μάτι του ταξιδιώτη δε θ’ αναγνωρίσει κανένα άλλο χρώμα να παρελαύνει. Οι μαθητές: μαύρες στολές με χρυσά κουμπιά, στρογγυλό γιακά, κοντοκουρεμένα κεφάλια. Οι εργάτες: γιαπωνέζικα παραδοσιακά ρούχα της δουλειάς, παντελόνια φαρδιά απάνω που γίνονται ένα με τη γάμπα — ιππασίας θα λέγαμε εμείς —, παπούτσια γάντια που χωρίζουν το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, μαντίλι δεμένο στο κεφάλι κατά τον παραδοσιακό τρόπο. Οι γηραιές κυρίες: κιμονό. Οι sumo παλαιστές, όντα εκατόν πενήντα κιλών και πάνω: κιμονό και γιαπωνέζικες ξύλινες σαγιονάρες. (Το σούμο είναι το εθνικό σπορ της Ιαπωνίας, ένα είδος πάλης πλαισιωμένης από τελετουργίες και μακρόχρονες παραδόσεις).
Οι αλήτες. Οι μοντέρνοι νέοι. Η μόδα εδώ φοριέται μαζικά και σε υπερβολικό βαθμό. Υπάρχουν πάλι δρόμοι όπου τα πάντα είναι ένα εκπληκτικό ξετύλιγμα των πιο τελευταίων αξεσουάρ και ρούχων, των έξαλλων κουρεμάτων, του πιο εκκεντρικού χρώματος. Οι ροκ. Οι πανκ. Πιο άψογοι και πιο τέλειοι από κάθε πρότυπό τους. Κυκλοφορούν κι αυτοί στους ίδιους δρόμους και είναι, στο βάθος, τόσο Ιάπωνες όσο και οι υπόλοιποι. Μια πανκ κοπέλα θα γελάσει κι αυτή κρύβοντας το στόμα της με το χέρι και κοκκινίζοντας όπως σχεδόν κάθε άλλη Γιαπωνέζα.
Η ΠΙΟ ΖΩΝΤΑΝΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Η καλύτερη μελέτη της σύγχρονης νεολαίας του Τόκιο μπορεί να γίνει τις Κυριακές στο Χαρατζούκου, που είναι ένας κεντρικός σταθμός του τραίνου και ταυτόχρονα μια περιοχή καταστημάτων με ρούχα για νέους, από υψηλή μόδα μέχρι δεύτερο χέρι. Το Χαρατζούκου έχει γίνει διάσημο πλέον σαν το νεανικό κέντρο της πρωτεύουσας, το κέντρο κάθε νεωτερισμού στο ρούχο, στη μουσική, στην οπτική επανάσταση κάθε τύπου. Εδώ οι νέοι — ή μάλλον μια μερίδα τους — μαζεύονται κάθε Κυριακή και αργία, προσπαθώντας να ξεχάσουν τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας, τον υπόλοιπο κόσμο τους και, πιθανότατα, ίσως κυρίως το γεγονός ότι είναι Ιάπωνες.
Η αστυνομία κλείνει τον κεντρικό δρόμο στα αυτοκίνητα και όλη η περιοχή μεταμορφώνεται. Τινέιτζερς της πόλης και των προαστίων εξαφανίζονται για λίγο πίσω από τους θάμνους του διπλανού πάρκου και εμφανίζονται μεταμορφωμένοι σε κάθε είδους παράξενες φυλές της πόλης. Η σκηνή γεμίζει. Μουσικά συγκροτήματα, πλανόδιοι πωλητές, περίεργοι, τουρίστες, κάμερες τηλεόρασης και νέοι κατά χιλιάδες, που παρακολουθούν αχόρταγα και αποτελούν το κοινό των συνομηλίκων τους, γεμάτοι περιέργεια και θαυμασμό γι’ αυτό που οι ίδιοι δύσκολα θα αποτολμούσαν.

Όσο για τους άλλους, είναι βασιλιάδες της παρέλασης. Είναι, για μια μέρα την εβδομάδα, το κέντρο του κόσμου, και ίσως κάποιος που δεν ξέρει αυτήν τη χώρα να μην καταλαβαίνει τι σημαίνει να είσαι ένα είδωλο μέσα σε μια πλημμύρα ανωνυμίας, ομοιομορφίας και τάξης. Δεν πρόκειται για μια επανάσταση. Κανένα γκρουπ δε συσχετίζεται με τα υπόλοιπα, πέρα από το ότι μοιράζονται — ειρηνικά — τον ίδιο χώρο. Καμιά ιδεολογική πλατφόρμα ή ταύτιση. Καμιά στρατευμένη αμφισβήτηση. Η κραυγή τους είναι: «No sex, no drugs, just rock n’ roll». Δεν παίρνουν ναρκωτικά. Δεν πίνουν αλκοόλ, πράγμα που η πλειονότητα του μέσου Ιάπωνα κάνει καθ’ υπερβολή. Ο ελεύθερος έρωτας δεν είναι καν ένα ερώτημα που τίθεται για να διατυμπανιστεί με μια απάντηση. Όποιος τον κάνει, τον κάνει χωρίς φανφάρες. Με διακριτικότητα και σιωπηλά. Δεν κριτικάρουν την κυβέρνηση ή τους γονείς τους. Δε διαμαρτύρονται ενάντια σε κανέναν και σε τίποτα. Μια επαναστατική εικόνα με αισθητικό λόγο ύπαρξης. Θέλουν κάτι: να θαυμαστούν, να φωτογραφηθούν, ίσως να πετύχουν να ξεφύγουν από τη γνωστή και προκαθορισμένη ρουτίνα που περιμένει κάθε Ιάπωνα, χωρίς όμως γι’ αυτό να θέλουν ν’ αλλάξουν την κοινωνία αυτής της ρουτίνας. Αν οι ίδιοι ξεφύγουν, έχει καλώς. Αν όχι, με θλιμμένη ίσως, αλλά όχι και αξιολύπητη αξιοπρέπεια, θα ακολουθήσουν τον πεπατημένο δρόμο.
Ένα θαύμα για τα μάτια, μια ατελείωτη γοητεία, καθώς οι εικόνες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη. Όλα εδώ έχουν ανακαλυφθεί πρόσφατα και ταυτόχρονα. Το ροκ, το πανκ, το heavy, το new wave, ο νεορομαντισμός, οι βουδιστικοί χοροί, το breakdance. Και όλα διαδραματίζονται ταυτόχρονα, με κάτι από την απάθεια της κούκλας και την ανήσυχη συστολή του παιδιού.
ΤΟ ΤΟΚΙΟ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Εδώ η νύχτα πέφτει νωρίς. Μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο ή τους ατμούς των βροχών και της καλοκαιρινής εργασίας. Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει, ο κόσμος αίφνης γυρίζει ανάποδα. Σαν να ανατέλλουν χιλιάδες ήλιοι, η πόλη λούζεται στο νέον στους κεντρικούς δρόμους και στο διακριτικό φως των κινέζικων φαναριών στα σοκάκια. Υπάρχουν γύρω στα 800.000 εστιατόρια και μέρη για φαγητό και 100.000 μπαρ. Το Σιντζούκου και το Ροπόνγκι, οι συνοικίες της έντονης νυχτερινής ζωής, από τις έξι το απόγευμα γεμίζουν. Χιλιάδες sararimen σε γκρουπ γύρω από το αφεντικό τους, αρχίζουν τον γύρο της νύχτας. Κατευθύνονται κατ’ αρχήν προς κάποιο μέρος για φαγητό. Κάθε εστιατόριο στο Τόκιο εκθέτει τα φαγητά του σε πανομοιότυπα έγχρωμα πλαστικά αντίγραφα και κάθε μέρος ειδικεύεται σε ένα είδος κουζίνας, γιαπωνέζικης, ασιατικής ή δυτικής.
Το Τόκιο είναι η πόλη του αλκοόλ. Άκουσα τις προάλλες σε μια συζήτηση ότι οι αλκοολικοί όλου του κόσμου έρχονται να ζήσουν εδώ, γιατί είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου δεν αισθάνονται διαφορετικοί και ένοχοι. Το Τόκιο τη νύχτα γίνεται όλο ένα υγρό στόμα πάνω σ’ ένα πρόσωπο με φλογισμένα μάγουλα και κόκκινα μάτια. Γύρω στις δέκα κάθε βράδυ, και πιο πολύ τα Σαββατοκύριακα, τα πεζοδρόμια γεμίζουν σώματα μεθυσμένων, που όλοι κοιτάζουν με κατανόηση αλλά χωρίς ανησυχία. Είναι ένα θέαμα τόσο κοινό όσο τα κατοικίδια ζώα στους δρόμους των δυτικών πόλεων, τα οποία όμως απουσιάζουν εντελώς από το Τόκιο. Οι μπεκρήδες του πεζοδρομίου δεν είναι οι γνωστοί σε μας περιθωριακοί τύποι, αλλά άνδρες με κουστούμια και γραβάτες, κυρίες με ακριβά φορέματα και μακιγιάζ. Οι λούμπεν υπάρχουν κι αυτοί, αλλά κάθονται ήσυχα στη γωνία τους, κάτω στο μετρό, και τα πίνουν μέσα σε όγκους παλιών εφημερίδων.

Η οινοποσία δεν περιορίζεται στην ώρα του φαγητού. Η πιο αγαπημένη διασκέδαση εδώ είναι τα καραόκε μπαρ. Υπάρχουν κατά χιλιάδες και σε κάθε δρόμο. Είναι μπαρ όπου σπάνια ξένοι πηγαίνουν και, όταν το κάνουν, κινδυνεύουν ν’ αντιμετωπιστούν με κάποια αμηχανία ή ακόμα και δυσφορία. Εδώ οι Ιάπωνες θέλουν να είναι μεταξύ τους. Πίνουν και τραγουδούν ένας ένας στο μικρόφωνο ιαπωνικές επιτυχίες, με μπακγκράουντ τη μουσική του τραγουδιού σε κασέτα και τη σελίδα με τα λόγια στο χέρι. Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία τραγουδιών και τα μπαρ συναγωνίζονται σε ποσότητα τραγουδιών και καλύτερη μουσική απόδοση. Μεθυσμένοι, οι τραγουδιστές της μιας βραδιάς φτάνουν συχνά μέχρι δακρύων στο φινάλε, που πνίγεται στα χειροκροτήματα των πελατών. Τα καραόκε μπαρ είναι, κατά τους Ιάπωνες κοινωνικούς μελετητές, η μεγάλη βαλβίδα ασφαλείας που επιτρέπει στο υπερβολικά οργανωμένο βασίλειο της εργασίας να ανασάνει και να μην εκραγεί.
Υπάρχει και η άλλη όψη της νυχτερινής διασκέδασης, κι αυτή είναι τα νάιτ κλαμπ του ζωντανού σεξ. Τρεις με πέντε χιλιάδες η είσοδος, αλκοόλ δε σερβίρεται και η ατμόσφαιρα είναι ήρεμη. Το θέαμα αρχίζει με στριπτίζ. Κατόπιν οι γυμνές κοπέλες πλησιάζουν το κοινό, ανοίγουν διάπλατα τα πόδια τους και εκθέτουν το φύλο τους με κάθε λεπτομέρεια και χωρίς βιασύνη. Οι άνδρες σκύβουν και κοιτάζουν, σχεδόν με την επιμέλεια και αντικειμενικότητα φοιτητών γυναικολογίας. Αφού γίνει αυτό, μια από τις κοπέλες βγαίνει με μια βρεγμένη, άσπρη, αχνιστή πετσέτα και καθαρίζει μ’ αυτήν τα χέρια του πρώτου εθελοντή που ανεβαίνει στη σκηνή, πριν τον αφήσει ν’ αρχίσει να τη χαϊδεύει. Ο τύπος καταλήγει να κατεβάσει το παντελόνι του, αφού αφήσει ένα γερό φιλοδώρημα στο πλάι, και η πράξη γίνεται απλά και γρήγορα, μπροστά στα μάτια των συναδέλφων, οι οποίοι συνήθως σιωπούν ή, το πολύ πολύ, τον ενθαρρύνουν με παλαμάκια.
Η πρώτη θρησκεία της Ιαπωνίας, και ακόμα κυρίαρχη μαζί με τον βουδισμό, ήταν ο σιντοϊσμός, μια θρησκεία της φύσης, φιλελεύθερη, ανοιχτή, χωρίς δαίμονες, αμαρτία και τιμωρίες, που δε θεωρεί το σεξ κάτι απαγορευμένο ή ταμπού. Άλλο, βέβαια, τι γίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Μιλάμε για μια ηθική του τύπου που εμείς γνωρίζουμε, κι αυτό είναι κάτι που σχεδόν απουσιάζει.
Η νεολαία, αυτοί που έχουν μπει τώρα στη δουλειά ή που εξασκούν πιο ελεύθερα επαγγέλματα, είναι πιο δυτικοποιημένοι και προτιμάνε άλλου είδους διασκεδάσεις. Ντισκοτέκ, μπαρ με δυτική μουσική, βίντεο μπαρ. Τα τελευταία είναι είδος που ανθεί ιδιαίτερα. Προβάλλουν ταινίες, δύο με τρεις διαφορετικές, συνήθως μέχρι το πρωί. Η μουσική που εδώ και αρκετά χρόνια κρατάει τα σκήπτρα της δημοτικότητας είναι η τζαζ, γιατί οι Ιάπωνες διανοούμενοι και καλλιτέχνες βρίσκουν πως είναι η σύγχρονη δυτική μουσική που ταιριάζει περισσότερο στην ψυχοσύνθεσή τους.
Το τελευταίο μετρό, γύρω στη μία το πρωί, είναι πάντα τόσο γεμάτο όσο εκείνο της απογευματινής ώρας αιχμής. Όποιος δεν το προλάβει κόβει βόλτες μέχρι τις πέντε, κοιμάται στο πεζοδρόμιο ή στα περίφημα capsule hotels, τεράστια ξενοδοχεία γεμάτα κυψέλες-κρεβάτια για ένα άτομο ξαπλωμένο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά τηλεοράσεως και μουσικής. Στο Τόκιο, την πιο ακριβή πόλη στον κόσμο, είναι πιο συμφέρον να κοιμηθείς σ’ αυτά τα μακρόστενα πλαστικά χάι-τεκ κουτιά, παρά να πληρώσεις τον ταξιτζή με τα λευκά γάντια.

Η ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ
Το Τόκιο είναι κυριολεκτικά η πόλη με τα δύο πρόσωπα. Ποτέ το έξω και το μέσα, η επιφάνεια και το βάθος, δε βρέθηκαν σε γεωμετρικότερη σχέση απ’ ό,τι εδώ. Η πόλη είναι το αδιάκοπο πέρασμα από τους κεντρικούς δρόμους και αρτηρίες, με το εντυπωσιακό υπερσύγχρονο δυτικό πρόσωπο, στους πίσω δρόμους, τους μικρούς, στις γειτονιές. Μόλις ένα-δύο τετράγωνα παραμέσα, όλα αλλάζουν. Τα σπίτια γίνονται ξύλινα και παραδοσιακά, οι φωτισμοί χαμηλώνουν, οι γιαπωνέζικοι κήποι, ακίνητες και ευγενικές μινιατούρες, καθηλώνουν και ειρηνεύουν το μάτι, εξαλείφοντας στην καμπύλη των βράχων τους όλο το μεγαλόπρεπο ξέσπασμα του τέλους του εικοστού αιώνα.
Οι άνθρωποι έχουν κι αυτοί τη συμμετοχή τους σ’ αυτό το παιχνίδι του διπλού προσώπου. Τα ανέκφραστα αυτά πρόσωπα του δρόμου θα αποκτήσουν τη δική τους εκφραστικότητα από τη στιγμή που θα βγάλουν τα παπούτσια τους και θα περάσουν στο ψάθινο πάτωμα του σπιτιού τους. Χειρονομίες δανεισμένες από τη Δύση θα βρούνε μια μοναδική έκφραση στο γιαπωνέζικο κορμί, που ταλαντεύεται σε σύγχυση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Έτσι δημιουργεί ίσως τον πιο παιδιάστικο λαό του κόσμου, τον πιο παιδιάστικο και μαζί τον πιο σοβαρό και συγκρατημένο.
Η εικόνα του Τόκιο, της πιο σύγχρονης μεγαλούπολης, της πιο αναπτυγμένης τεχνολογικά κοινωνίας, μοιάζει ξαφνικά σαν μια οπτική απάτη. Οι κάτοικοι αυτού του θαύματος μοιάζουν με συνεσταλμένες κούκλες, που η κάθε τους κίνηση κουβαλάει μέσα της αισθητική και νόημα. Το ένα πρόσωπο γίνεται το άλλο και ούτω καθεξής.
Η μεγαλύτερη αυτή πόλη του κόσμου έχει τον χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας και έναν από τους υψηλότερους αυτοκτονιών. Μια πόλη-τελετή καθημερινότητας, υποκλίσεων και χαμόγελου που ξέρει πού να σταματήσει. Όσο για τις κοινωνικές αντιθέσεις, υπάρχουν, όπως επίσης υπάρχει και η βρωμιά και το έγκλημα και ο φανατισμός, η αγένεια και η οργή. Είναι όμως κάπως σαν να μην υπάρχουν. Μια αξιοθαύμαστη χημεία «κλείνει» αυτά τα «ατυχήματα», αυτές τις «πληγές» της καθημερινότητας, όπως η κρούστα μιας ζύμης τα υλικά της τούρτας. Και τι μένει; Ένας κόσμος ακόμη πιο γοητευτικός στην παραδοξότητά του, στο φευγαλέο των νοημάτων του και στην τελειότητα των μορφών και της χειρονομίας του.
Διαβάστε επίσης